Η Γροιλανδία στο στόχαστρο Τραμπ: Από την «αγορά» μέχρι το ακραίο σενάριο επέμβασης
Η κυβέρνηση Τραμπ επαναφέρει με επιμονή το ζήτημα του ελέγχου της Γροιλανδίας, ενός αυτόνομου σε μεγάλο βαθμό εδάφους της Δανίας με πλούσιους ορυκτούς πόρους, του οποίου την εξωτερική πολιτική και την άμυνα διαχειρίζεται η Κοπεγχάγη. Ο Λευκός Οίκος έχει δηλώσει ότι «όλες οι επιλογές είναι στο τραπέζι», ακόμη και η χρήση στρατιωτικής ισχύος, αν και επισήμως τονίζεται ότι μια ένοπλη επιχείρηση δεν αποτελεί άμεσο σενάριο. Παρ’ όλα αυτά, η απρόβλεπτη στάση του Ντόναλντ Τραμπ και πρόσφατα διεθνή γεγονότα δείχνουν πως τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Ιστορικά, οι ΗΠΑ έχουν εξετάσει επανειλημμένα την ιδέα αγοράς της Γροιλανδίας. Η πρώτη σχετική σκέψη καταγράφηκε το 1867, λίγο μετά την απόκτηση της Αλάσκας, ενώ το 1946 η κυβέρνηση Τρούμαν είχε καταθέσει επίσημη πρόταση ύψους 100 εκατ. δολαρίων, υποστηρίζοντας ότι ο έλεγχος του νησιού είναι κρίσιμος για την αμερικανική ασφάλεια. Η Δανία απέρριψε τότε την πρόταση και από το 2019, όταν ο Τραμπ επανέφερε δημόσια το θέμα, Κοπεγχάγη και Γροιλανδία δηλώνουν κατηγορηματικά ότι το νησί δεν πωλείται. Παρά ταύτα, ο Μάρκο Ρούμπιο φέρεται να έχει δηλώσει σε μέλη του Κογκρέσου ότι η αγορά παραμένει στρατηγικός στόχος.

Η διεθνής αρχή της αυτοδιάθεσης καθιστά ωστόσο μια τέτοια εξέλιξη εξαιρετικά δύσκολη, καθώς σύμφωνα με τον νόμο αυτοδιοίκησης του 2009, μόνο οι ίδιοι οι Γροιλανδοί μπορούν να αποφασίσουν για το μέλλον τους μέσω δημοψηφίσματος. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων απορρίπτει την ένταξη στις ΗΠΑ.
Παράλληλα, η Ουάσινγκτον φαίνεται να επενδύει σε μια πιο ήπια στρατηγική επιρροής, ενισχύοντας τη διπλωματική και οικονομική παρουσία της. Το αμερικανικό προξενείο στο Νουούκ άνοιξε εκ νέου το 2020, διορίστηκε ειδικός απεσταλμένος και καταγράφονται προσπάθειες προσέγγισης μέσω επενδύσεων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Η Δανία εκφράζει ανησυχία ότι αυτή η τακτική ενθαρρύνει το ισχυρό κίνημα ανεξαρτησίας του νησιού, το οποίο, σε περίπτωση επιτυχούς δημοψηφίσματος, θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες μορφές συνεργασίας με τις ΗΠΑ.

Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται και το ενδεχόμενο μιας «συμφωνίας ελεύθερης σύνδεσης», παρόμοιας με εκείνες που έχουν οι ΗΠΑ με μικρά κράτη του Ειρηνικού. Ένα τέτοιο μοντέλο θα επέτρεπε στη Γροιλανδία να διατηρήσει την ανεξαρτησία της, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα στρατιωτική προστασία και οικονομικά οφέλη, ενώ θα παρείχε στον αμερικανικό στρατό ευρεία ελευθερία κινήσεων σε μια στρατηγικής σημασίας περιοχή.
Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ διαθέτουν ήδη σημαντικά δικαιώματα στρατιωτικής παρουσίας βάσει συμφωνιών με τη Δανία από το 1951, οι οποίες επιτρέπουν την εγκατάσταση και λειτουργία βάσεων, τη μετακίνηση στρατιωτικών μέσων και τον έλεγχο επιχειρησιακών δραστηριοτήτων. Η Κοπεγχάγη έχει δηλώσει πρόθυμη να συζητήσει περαιτέρω ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας, η οποία σήμερα περιορίζεται κυρίως στη βάση Πιτουφίκ.

Το πιο ακραίο σενάριο, αυτό της στρατιωτικής κατάληψης, θεωρείται θεωρητικά εφικτό λόγω της απουσίας στρατού στη Γροιλανδία, αλλά στην πράξη χαρακτηρίζεται εξαιρετικά επικίνδυνο. Δανοί αναλυτές επισημαίνουν ότι οι δύσκολες καιρικές συνθήκες, η ενισχυμένη παρουσία της Δανίας και οι τεράστιες γεωπολιτικές συνέπειες καθιστούν μια τέτοια κίνηση καταστροφική. Η πρωθυπουργός της Δανίας προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε επίθεση θα στέρησε το νόημα της συμμαχίας του ΝΑΤΟ και θα υπονόμευε τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Αναλυτές προειδοποιούν ότι, πέρα από το γεγονός ότι θα ήταν παράνομη, μια στρατιωτική επιχείρηση θα απομόνωνε τις ΗΠΑ από τους συμμάχους τους και θα προκαλούσε σοβαρή αντίσταση, με ανυπολόγιστο κόστος. Το ζήτημα της Γροιλανδίας, έτσι, παραμένει ένα γεωπολιτικό ναρκοπέδιο, όπου οι αμερικανικές φιλοδοξίες συγκρούονται με το διεθνές δίκαιο, τη βούληση των κατοίκων και τις ισορροπίες της Βόρειας Ευρώπης.

Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Τελεσίγραφο για τα κρατικά «φέσια»: Άμεσες πληρωμές ή δημόσια έκθεση
Σε κανονικούς ρυθμούς το ΚΤΕΛ: Ανοίγει ξανά η γραμμή Θεσσαλονίκη – Αθήνα