Η κανονικοποίηση του θανάτου ως «δικαίωμα»

Όταν η αφαίρεση ζωής ενός αθώου και βαθιά τραυματισμένου ανθρώπου παρουσιάζεται ως κορύφωση μιας «δημοκρατικής» διαδικασίας, τότε διαμορφώνεται ένα πλαίσιο όπου η ίδια η έννοια της προστασίας αναστρέφεται. Η κρατική συμμετοχή σε μια τέτοια κατάληξη εγγράφεται ως επιλογή, ως πράξη που βαφτίζεται δικαίωμα και προβάλλεται ως αποτέλεσμα προόδου, σε μια πραγματικότητα όπου τα όρια μεταξύ φροντίδας και εγκατάλειψης γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα.

Η σύγχρονη αφήγηση γύρω από τον υποβοηθούμενο θάνατο διαμορφώνεται μέσα από μια γλώσσα που επικαλείται τη συμπόνια, την ελευθερία και την αυτοδιάθεση. Στην πράξη, όμως, το βάρος μετατοπίζεται από την υποχρέωση της κοινωνίας να στηρίζει, στην αποδοχή της εξόδου ως λύσης. Η έννοια της επιλογής αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο όταν διατυπώνεται μέσα σε συνθήκες απελπισίας, ψυχικού τραύματος και κοινωνικής απομόνωσης. Σε αυτό το περιβάλλον, η απόφαση δεν προκύπτει σε κενό, αλλά μέσα από μια αλυσίδα γεγονότων που έχουν προηγουμένως διαμορφώσει το αδιέξοδο.

Η υπόθεση της 25χρονης Νοέλια Καστίγιο στην Ισπανία αναδεικνύει με ωμό τρόπο αυτές τις αντιφάσεις. Πρόκειται για μια διαδρομή που ξεκινά από μια διαλυμένη οικογενειακή πραγματικότητα και εξελίσσεται σε μια πορεία ψυχικής κατάρρευσης. Από νεαρή ηλικία, η Νοέλια βρέθηκε αντιμέτωπη με σοβαρά τραύματα, με επαναλαμβανόμενες απόπειρες αυτοκαταστροφής και με μια διαρκή εναλλαγή μεταξύ ιδρυμάτων και θεραπευτικών δομών. Το κράτος, αντί να λειτουργήσει ως σταθερός μηχανισμός προστασίας, τη μετέφερε σε ένα περιβάλλον που αποδείχθηκε επικίνδυνο, όπου υπέστη κακοποίηση που δεν τιμωρήθηκε και δεν διερευνήθηκε σε βάθος.

Η απόπειρα αυτοκτονίας που ακολούθησε την άφησε ζωντανή αλλά με σοβαρή σωματική αναπηρία. Από εκεί και πέρα, η ζωή της εξελίχθηκε μέσα σε συνθήκες πόνου, τόσο σωματικού όσο και ψυχικού. Η απομόνωση, η αίσθηση εγκατάλειψης και η έλλειψη ουσιαστικής στήριξης δημιούργησαν ένα πλαίσιο όπου ο θάνατος εμφανίστηκε ως διέξοδος. Το αίτημα για ευθανασία κατατέθηκε σε αυτή τη συγκυρία, όχι ως αφηρημένη φιλοσοφική επιλογή, αλλά ως αποτέλεσμα μιας πορείας που είχε ήδη οδηγήσει σε πλήρη εξάντληση.

Η αντίδραση του πατέρα της, που προσπάθησε να μπλοκάρει τη διαδικασία φτάνοντας μέχρι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ανέδειξε τη σύγκρουση μεταξύ προσωπικής βούλησης και θεσμικής απόφασης. Παρά την αντίσταση, η διαδικασία ολοκληρώθηκε και δόθηκε το τελικό πράσινο φως. Η εξέλιξη αυτή καταγράφηκε δημόσια μέσα από έναν λόγο που εστίασε στην «υπομονή» και στην «ικανοποίηση» ενός αιτήματος, αποφεύγοντας να εξετάσει το σύνολο των συνθηκών που οδήγησαν σε αυτό.

Στον δημόσιο διάλογο, η υπόθεση παρουσιάστηκε μέσα από ένα πρίσμα που υπογράμμισε την ελευθερία της επιλογής, χωρίς να δοθεί αντίστοιχη έμφαση στην προηγούμενη κακοποίηση, στην ατιμωρησία των δραστών και στην ευθύνη των δομών που όφειλαν να προστατεύσουν. Οι φωνές που θα μπορούσαν να αναδείξουν αυτές τις πτυχές παρέμειναν περιορισμένες, ενώ η προσοχή μετατοπίστηκε στη θεσμική κατοχύρωση της διαδικασίας.

Η διαμόρφωση αυτής της αφήγησης συνοδεύεται από μια ευρύτερη πολιτισμική μετατόπιση. Η έννοια της φροντίδας υποχωρεί και αντικαθίσταται από την αποδοχή της αποχώρησης ως λύσης. Η ευθύνη της κοινωνίας να στηρίζει τα ευάλωτα μέλη της μετατρέπεται σε δυνατότητα να διευκολύνει την έξοδό τους. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται συμβάλλει σε αυτή τη μετατόπιση, καθώς όροι όπως «ανακούφιση» και «αξιοπρέπεια» επαναπροσδιορίζουν την ίδια την πράξη.

Σε αυτό το πλαίσιο, δημιουργείται μια αντίφαση. Από τη μία πλευρά, προβάλλεται η ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων, από την άλλη, η ίδια η προστασία αποσύρεται όταν το άτομο βρίσκεται στο πιο ευάλωτο σημείο του. Η επιλογή αποκτά διαφορετική σημασία όταν δεν συνοδεύεται από πραγματικές εναλλακτικές. Όταν η στήριξη είναι ανεπαρκής και οι δομές δεν ανταποκρίνονται, η «ελευθερία» περιορίζεται σε ένα στενό πεδίο.

Η υπόθεση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συζήτησης για τα όρια της ιατρικής, της πολιτικής και της ηθικής. Η ιατρική, από χώρος θεραπείας, καλείται να διαχειριστεί και το τέλος της ζωής. Η πολιτική, από πεδίο προστασίας, μετατρέπεται σε ρυθμιστή της αποχώρησης. Η κοινωνία καλείται να επαναπροσδιορίσει τη στάση της απέναντι στον πόνο, την ασθένεια και την ευαλωτότητα.

Παράλληλα, τίθεται το ερώτημα της ισότητας. Ποιοι έχουν πρόσβαση σε ποιοτικές δομές στήριξης και ποιοι οδηγούνται σε συνθήκες όπου ο θάνατος εμφανίζεται ως λύση. Η κοινωνική ανισότητα επηρεάζει άμεσα τις επιλογές, καθώς οι πιο ευάλωτοι βρίσκονται συχνά χωρίς επαρκή υποστήριξη. Σε αυτό το περιβάλλον, η θεσμική κατοχύρωση του υποβοηθούμενου θανάτου αποκτά διαφορετική διάσταση.

Η δημόσια συζήτηση παραμένει περιορισμένη ως προς τις βαθύτερες αιτίες. Η έμφαση δίνεται στο αποτέλεσμα και όχι στη διαδρομή που οδηγεί σε αυτό. Η κακοποίηση, η ψυχική υγεία, η κοινωνική απομόνωση και η λειτουργία των δομών παραμένουν στο περιθώριο. Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αποσπασματική, αφήνοντας εκτός το σύνολο των παραγόντων.

Η υπόθεση της Νοέλια Καστίγιο λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για μια ευρύτερη προβληματική. Αναδεικνύει τις αντιφάσεις ενός συστήματος που καλείται να ισορροπήσει μεταξύ προστασίας και επιλογής, μεταξύ φροντίδας και αποδοχής της αποχώρησης. Η κατανόηση αυτών των αντιφάσεων αποτελεί βασική προϋπόθεση για μια ουσιαστική συζήτηση.

Η υπόθεση της Νοέλια Καστίγιο έδειξε ορθάνοιχτο το βάραθρο στο οποίο κατακρημνίζεται η νεοταξική κοινωνία. Το σύνθημα «my body – my choice» που επιστρατεύτηκε για τις εκτρώσεις, έφτασε τώρα στον τελικό προορισμό του που είναι η αυτοδιάθεση του σώματος στην αυτοκτονία. Η θεσμοποιημένη θανάτωση όλων των αθώων και των απροστάτευτων. Καλώς ήρθαμε στην εποχή του ψηλαφητού σκότους…