Η κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ: Διασπάσεις, παραιτήσεις και εμφύλιοι
Από το 31,53% των εθνικών εκλογών του 2019 έως τη σημερινή κοινοβουλευτική συρρίκνωση, ο ΣΥΡΙΖΑ διένυσε μέσα σε λίγα χρόνια μια καταστροφική διαδρομή διασπάσεων, συγκρούσεων, παραιτήσεων και διαρκούς αμφισβήτησης της ηγεσίας του. Ένα κόμμα που κυβέρνησε τη χώρα και διατήρησε μετά την ήττα του ισχυρή εκλογική βάση κατέληξε να δίνει μάχη για την ίδια την πολιτική του επιβίωση.
Το αποτέλεσμα του 2019 είχε επιτρέψει στον Αλέξη Τσίπρα να παρουσιάσει την εκλογική ήττα ως αφετηρία μιας νέας περιόδου. Το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ παρέμενε κοντά σε εκείνο που είχε οδηγήσει την Αριστερά στην εξουσία το 2015, προσφέροντας στον τότε πρόεδρο χρόνο και πολιτικό κεφάλαιο για τον μετασχηματισμό του κόμματος σε έναν σύγχρονο, μαζικό και οργανωμένο πολιτικό φορέα.
Ακριβώς αυτή η εκλογική αντοχή λειτούργησε και ως παγίδα. Η ηγεσία δεν αισθάνθηκε την πίεση να προχωρήσει άμεσα στις αναγκαίες αλλαγές, ενώ οι εσωτερικές αντιφάσεις που είχαν φανεί ήδη κατά την περίοδο της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παρέμειναν άλυτες. Οι διαφωνίες, οι προσωπικές στρατηγικές και οι μηχανισμοί επιρροής μπήκαν προσωρινά κάτω από το χαλί.
Κατά την πρώτη κυβερνητική τετραετία του Κυριάκου Μητσοτάκη, η Νέα Δημοκρατία διατήρησε θετική εικόνα σε σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο διαχείρισης της πανδημίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αντί να οικοδομήσει μια συνεκτική αντιπολιτευτική πρόταση, αναλώθηκε στις εσωτερικές του συγκρούσεις, στην πολυφωνία και στις διαφορετικές στρατηγικές των τάσεων.
Η εικόνα ενός κόμματος που μιλούσε με πολλές και συχνά αντικρουόμενες φωνές ενίσχυσε την εσωστρέφεια. Το πολιτικό μήνυμα προς την κοινωνία θόλωσε, ενώ οι συζητήσεις για τους συσχετισμούς στο εσωτερικό της Κουμουνδούρου απέκτησαν μεγαλύτερη σημασία από την προσπάθεια συγκρότησης αξιόπιστης κυβερνητικής εναλλακτικής.
Από την εκλογική κατάρρευση του 2023 στη διαδοχή Τσίπρα
Η πραγματική έκταση της κρίσης αποκαλύφθηκε στις εκλογές του 2023. Ο ΣΥΡΙΖΑ παρέμεινε αξιωματική αντιπολίτευση, έχασε όμως σχεδόν τη μισή εκλογική του δύναμη, υποχωρώντας στο 17,83%. Το αποτέλεσμα δεν άφηνε περιθώρια για εύκολες ερμηνείες ή επικοινωνιακή διαχείριση.
Η συντριβή έφερε στην επιφάνεια τα οργανωτικά ελλείμματα, την έλλειψη ενιαίας γραμμής και τις υπερβολικές προσωπικές φιλοδοξίες στελεχών που θεωρούσαν ότι διέθεταν πολιτική επιρροή πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που αποτύπωνε η κοινωνία. Σε αρκετές περιπτώσεις, η εσωκομματική αντιπαράθεση ξεπέρασε τα όρια της πολιτικής διαφωνίας.
Η κύρια ευθύνη βάρυνε τον Αλέξη Τσίπρα. Ο πρώην πρωθυπουργός είχε στη διάθεσή του χρόνο, εκλογική βάση και κυβερνητική εμπειρία, όμως δεν κατάφερε να επιβάλει έναν πραγματικό μετασχηματισμό. Επιχείρησε να διαχειριστεί τις εσωτερικές αντιθέσεις, όταν το πρόβλημα απαιτούσε καθαρές αποφάσεις και σύγκρουση με τις δομές που εμπόδιζαν την ανανέωση.
Η εύκολη απόδοση ολόκληρης της ήττας στην ηγεσία αποτέλεσε την αρχή της αποσύνθεσης. Η μετέπειτα κρίση απέδειξε ότι το πρόβλημα δεν περιοριζόταν σε ένα πρόσωπο, ούτε γεννήθηκε με την εκλογή του Στέφανου Κασσελάκη. Αφορούσε τον ίδιο τον κομματικό μηχανισμό και την αδυναμία του να αποκτήσει πολιτική και οργανωτική ενηλικίωση, όπως είχε επανειλημμένα επισημάνει ο Γιάννης Δραγασάκης.
Παρά την εκλογική υποχώρηση, ο Αλέξης Τσίπρας εξακολουθούσε το 2023 να διαθέτει μια ευρεία Κοινοβουλευτική Ομάδα 47 βουλευτών, αρκετοί από τους οποίους είχαν κυβερνητική εμπειρία και σημαντική αναγνωρισιμότητα.
Στην Κοινοβουλευτική Ομάδα συμμετείχαν οι Όθων Ηλιόπουλος, Έλενα Ακρίτα, Ευάγγελος Αποστολάκης, Νάσος Ηλιόπουλος, Δημήτρης Τζανακόπουλος, Αθηνά Λινού, Ευκλείδης Τσακαλώτος, Αλέξης Τσίπρας, Έφη Αχτσιόγλου, Νίκος Παππάς, Ραλλία Χρηστίδου, Θεανώ Φωτίου, Νίνα Κασιμάτη, Γιώργος Καραμέρος, Μίλτος Ζαμπάρας, Γιώργος Γαβρήλος, Γιώργος Παπαηλιού, Όλγα Γεροβασίλη, Σία Αναγνωστοπούλου, Ανδρέας Παναγιωτόπουλος, Γιώτα Πούλου και Θεόφιλος Ξανθόπουλος.
Στην ίδια ομάδα βρίσκονταν ακόμη οι Συμεών Κεδίκογλου, Διονύσης Καλαματιανός, Χάρης Μαμουλάκης, Κατερίνα Νοτοπούλου, Ράνια Θρασκιά, Χρήστος Γιαννούλης, Σωκράτης Φάμελλος, Μερόπη Τζούφη, Αλέξανδρος Αυλωνίτης, Πέτρος Παππάς, Καλλιόπη Βέττα, Βασίλης Κόκκαλης, Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος, Αλέξης Χαρίτσης, Χουσεΐν Ζεϊμπέκ, Θεοδώρα Τζάκρη, Κώστας Μπάρκας, Οζγκιούρ Φερχάτ, Μαρίνα Κοντοτόλη, Γιάννης Σαρακιώτης, Πέτη Πέρκα, Κυριακή Μάλαμα και Παύλος Πολάκης.
Αυτό το πολιτικό μωσαϊκό δεν λειτούργησε ως πλεονέκτημα. Οι διαφορετικές ομάδες, οι προσωπικές διαδρομές και οι ανταγωνιστικές στρατηγικές εμπόδιζαν την εκφορά ενιαίου λόγου. Το κλίμα στην Κουμουνδούρου γινόταν καθημερινά βαρύτερο, ενώ η κοινωνία παρακολουθούσε ένα κόμμα απορροφημένο από τις εσωτερικές του ισορροπίες.
Μετά τη δεύτερη εκλογική ήττα, ο Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε από το Ζάππειο την αποχώρησή του από την προεδρία. Ζήτησε την άμεση σύγκληση των κομματικών οργάνων για τη δρομολόγηση των διαδικασιών διαδοχής και ξεκαθάρισε ότι δεν θα διεκδικούσε εκ νέου την ηγεσία.
Η παραίτηση άνοιξε έναν κύκλο σκληρού εσωκομματικού ανταγωνισμού. Οι υποψηφιότητες συνοδεύτηκαν γρήγορα από ομάδες υποστήριξης, παρασκηνιακές συνεννοήσεις και αναμετρήσεις μηχανισμών. Αντί να συζητηθεί σε βάθος το πολιτικό σχέδιο για την ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ, κυριάρχησαν οι προσωπικές αντιπαραθέσεις και οι θεωρίες για τον ρόλο του πρώην προέδρου.
Η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε στο αν ο Αλέξης Τσίπρας είχε στείλει μήνυμα σε συγκεκριμένο υποψήφιο, αν υπονόμευε την Έφη Αχτσιόγλου και ποια πλευρά διέθετε την εύνοια του παλιού προεδρικού συστήματος. Το περιεχόμενο των προτάσεων για ένα σύγχρονο κόμμα πέρασε σε δεύτερο πλάνο, αποκαλύπτοντας ότι η κρίση είχε ήδη αποκτήσει υπαρξιακά χαρακτηριστικά.
Κασσελάκης, νέες διασπάσεις και η τελική αποσύνθεση
Οι εσωκομματικές εκλογές έδωσαν στον Στέφανο Κασσελάκη καθαρή νίκη με 55,99%, έναντι 44,2% της Έφης Αχτσιόγλου. Το αποτέλεσμα αιφνιδίασε και πάγωσε την ομάδα της πρώην υπουργού Εργασίας, η οποία λίγο αργότερα επέλεξε την αποχώρηση.
Μαζί της εγκατέλειψαν τον ΣΥΡΙΖΑ οι Αλέξης Χαρίτσης, Νάσος Ηλιόπουλος, Δημήτρης Τζανακόπουλος, Μερόπη Τζούφη, Σία Αναγνωστοπούλου, Θεανώ Φωτίου, Χουσεΐν Ζεϊμπέκ και Οζγκιούρ Φερχάτ. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν ο Ευκλείδης Τσακαλώτος και η Πέτη Πέρκα, ανεβάζοντας σε έντεκα τις κοινοβουλευτικές απώλειες.
Η μεγάλη διάσπαση έδωσε προσωρινά την εντύπωση ότι το εσωτερικό τοπίο θα μπορούσε να ηρεμήσει. Η περίοδος σταθερότητας αποδείχθηκε εξαιρετικά σύντομη. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπήκε σε νέα φάση πολιτικής καταβύθισης, με την ηγεσία και κορυφαία στελέχη να ανταλλάσσουν σχεδόν καθημερινά δημόσιες επιθέσεις.
Η σύγκρουση κορυφώθηκε στο συνέδριο που σημαδεύτηκε από καταγγελίες για τις διαδικασίες, αντιπαραθέσεις γύρω από τις ψηφοφορίες και την ανοιχτή αναμέτρηση του Στέφανου Κασσελάκη με την Όλγα Γεροβασίλη. Η απομάκρυνση ενός προέδρου που είχε εκλεγεί από τη βάση έπεισε μεγάλο μέρος των μελών ότι οι κομματικοί μηχανισμοί αρνούνταν οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή.
Οι ημέρες που ακολούθησαν χαρακτηρίστηκαν από τοξικότητα, αλληλοκατηγορίες και αναζήτηση σκοτεινών κέντρων, με αρκετούς να αποδίδουν τις εξελίξεις σε παρεμβάσεις του Αλέξη Τσίπρα. Η νέα κρίση προκάλεσε ακόμη μία διάσπαση.
Από το κόμμα αποχώρησαν οι Ευάγγελος Αποστολάκης, Θεοδώρα Τζάκρη, Ραλλία Χρηστίδου, Αλέξανδρος Αυλωνίτης, Πέτρος Παππάς, Ράνια Θρασκιά και Γιώτα Πούλου. Την ίδια περίοδο, τα κομματικά όργανα εξέλεξαν με συνοπτικές διαδικασίες τον Σωκράτη Φάμελλο στην προεδρία.
Η εξέλιξη αυτή δεν ανέκοψε την πορεία φθοράς. Τον Οκτώβριο του 2025, ο Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε την αποχώρησή του από τον ΣΥΡΙΖΑ και παρέδωσε τη βουλευτική του έδρα, ολοκληρώνοντας τυπικά μια διαδρομή 16 ετών στη Βουλή ως βουλευτής, αρχηγός κόμματος, επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πρωθυπουργός.
Μετά από 16 χρόνια στη Βουλή, ως βουλευτής, αρχηγός κόμματος, αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πρωθυπουργός, έλαβα μια απόφαση συνείδησης:
— Αλέξης Τσίπρας - Alexis Tsipras (@atsipras) October 6, 2025
Να παραιτηθώ από το βουλευτικό αξίωμα.
Λίγο πριν την έναρξη της νέας κοινοβουλευτικής Συνόδου, κατέθεσα στον Πρόεδρο της Βουλής… pic.twitter.com/zgQi5iYij0
Στη δημόσια δήλωσή του παρουσίασε την παραίτηση ως απόφαση συνείδησης. Εξήγησε ότι δεν επιθυμούσε να διατηρεί το βουλευτικό αξίωμα και τα προνόμια που το συνοδεύουν, από τη στιγμή που αισθανόταν ότι η παρουσία του δεν πρόσφερε πλέον ουσιαστικά στους πολίτες που τον είχαν εμπιστευτεί.
Κατηγόρησε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία ότι είχε απογυμνώσει τη Βουλή από τον δημοκρατικό της ρόλο και δήλωσε ότι δεν ήθελε να συμμετέχει τυπικά σε ένα Κοινοβούλιο που αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις συνταγματικές του υποχρεώσεις.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι εγκατέλειπε το βουλευτικό αξίωμα και τον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να αποσύρεται από την πολιτική δράση. Περιέγραψε την επιλογή του ως μετάβαση από την ασφάλεια των κοινοβουλευτικών εδράνων στην αβεβαιότητα της κοινωνικής δράσης, με στόχο να ακούσει ξανά τις ανάγκες της κοινωνίας χωρίς κομματικές δεσμεύσεις και μηχανισμούς.
Ο Αλέξης Τσίπρας μίλησε για οικονομικό, πολιτικό, γεωστρατηγικό και ηθικό αδιέξοδο της χώρας, απορρίπτοντας την ιδέα των «Μεσσιών» και των κομματικών σχημάτων που κατασκευάζονται σε κλειστά επιτελεία. Υποστήριξε ότι η πολιτική αλλαγή μπορεί να προέλθει μόνο από τη συλλογική δράση και από ένα νέο κοινωνικό κίνημα με προσανατολισμό στη δικαιοσύνη.
Απευθύνθηκε επίσης στους πρώην συντρόφους του, υπογραμμίζοντας ότι δεν τους αντιμετωπίζει ως αντιπάλους και αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας κοινής πολιτικής πορείας. Ταυτόχρονα, κατήγγειλε ένα καθεστώς γενικευμένης διαφθοράς και κάλεσε τις δυνάμεις της δημοκρατικής αντιπολίτευσης να παραμερίσουν τις προσωπικές τους επιδιώξεις.
Η ανακοίνωση του νέου πολιτικού φορέα του, της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης – ΕΛ.Α.Σ., προκάλεσε νέα αναστάτωση στην Κουμουνδούρου. Ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να στηρίξει πολιτικά το νέο εγχείρημα, παρότι δεν είχε προηγηθεί σχετικό αίτημα και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας δεν επιθυμούσε οργανωτική προσχώρηση του παλιού του κόμματος.
Οι 17 βουλευτές που είχαν απομείνει συνέχισαν να εκφράζουν διαφορετικές γραμμές. Η αδυναμία διαμόρφωσης ενιαίας στρατηγικής οδήγησε τελικά και στην παραίτηση του Σωκράτη Φάμελλου, προκαλώντας νέο κύκλο αποχωρήσεων και ανεξαρτητοποιήσεων.
Την παραίτηση ακολούθησαν οι αποχωρήσεις του εκπροσώπου Τύπου Κώστα Ζαχαριάδη, του Γιώργου Καραμέρου, της Κατερίνας Νοτοπούλου και του Βασίλη Κόκκαλη, οι οποίοι ανακοίνωσαν ότι παραδίδουν και τις βουλευτικές τους έδρες. Ανάλογη πρόθεση εξέφρασε ο Συμεών Κεδίκογλου.
Την ανεξαρτητοποίησή τους επέλεξαν οι Κώστας Μπάρκας, Όλγα Γεροβασίλη, Χάρης Μαμουλάκης, Καλλιόπη Βέττα, Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος, Μίλτος Ζαμπάρας, Διονύσης Καλαματιανός, Γιώργος Γαβρήλος και Γιώργος Ψυχογιός, ολοκληρώνοντας μια πρωτοφανή κοινοβουλευτική αποσύνθεση.
Μέσα σε δύο χρόνια, στον ΣΥΡΙΖΑ συνέβησαν εξελίξεις που υπό κανονικές συνθήκες θα απαιτούσαν ολόκληρες πολιτικές περιόδους. Το κόμμα υπέστη κατάρρευση αντίστοιχης έντασης με εκείνη του ΠΑΣΟΚ μετά την είσοδο της χώρας στα μνημόνια, χωρίς όμως να μεσολαβήσει μια ανάλογη κυβερνητική συνθήκη που να εξηγεί το μέγεθος της πτώσης.
Η ταχύτητα της διάλυσης αναδεικνύει το δομικό πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα δεν πλήρωσε μόνο εκλογικά τις κυβερνητικές του επιλογές. Διαλύθηκε από την αδυναμία των στελεχών του να συνυπάρξουν, να συμφωνήσουν σε κοινή στρατηγική και να αποδεχθούν κανόνες συλλογικής λειτουργίας.
Η σημερινή κοινοβουλευτική του παρουσία έχει περιοριστεί σε μια μικρή μονοψήφια δύναμη. Σε αυτήν περιλαμβάνονται οι Νίκος Παππάς, Παύλος Πολάκης, Ρένα Δούρου, Θεόφιλος Ξανθόπουλος, Χρήστος Γιαννούλης, Έλενα Ακρίτα, Γιάννης Αμανατίδης και Γιώργος Παπαηλιού.
Υπό αίρεση παραμένει η στάση του Σωκράτη Φάμελλου, ενώ η Νίνα Κασιμάτη έχει διατηρήσει διακριτή κοινοβουλευτική γραμμή και έχει διαφοροποιηθεί σε κρίσιμες ψηφοφορίες από τις επιλογές του κόμματος.
Η απόφαση του Παύλου Πολάκη να αποσυρθεί από τη διεκδίκηση της προεδρίας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας παρουσιάστηκε ως κίνηση αποφυγής μιας νέας εσωτερικής σύγκρουσης. Αποτελεί, ωστόσο, μόνο μια προσωρινή ανακωχή σε ένα κόμμα που έχει ήδη εξαντλήσει μεγάλο μέρος του πολιτικού και οργανωτικού του κεφαλαίου.
Η ενότητα παραμένει η μοναδική προϋπόθεση επιβίωσης. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί να αποκτήσει διάρκεια ή αν η προσωρινή συνεννόηση θα αποδειχθεί ένα ακόμη σύντομο διάλειμμα πριν από την επόμενη σύγκρουση. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καλείται πλέον απλώς να ανακάμψει εκλογικά. Καλείται να αποδείξει ότι εξακολουθεί να διαθέτει λόγο πολιτικής ύπαρξης.
Πιο Δημοφιλή
ΠΑΣΟΚ: Ο Δημητριάδης στέλνει εκβιαστικά μηνύματα στον Μητσοτάκη
Η Ελλάδα των κυβερνητικών αναρτήσεων και η Ελλάδα του ταμείου
Πιο Πρόσφατα
Μεγάλη φωτιά στη Σητεία – Μήνυμα του 112 στον Ξερόκαμπο
Λετονός πρωθυπουργός κατά Ελλάδας: «Χρήματα ή ειρήνη;»