Υπήρχαν πολλοί λόγοι για να καταδικάσει κανείς το καθεστώς του Νικολάς Μαδούρο. Ο αυταρχικός του χαρακτήρας, η ολιγαρχική συγκέντρωση ισχύος και η μακροχρόνια καταπίεση των πολιτών οδήγησαν εκατομμύρια ανθρώπους στη φτώχεια και πολλούς ακόμη στην αναζήτηση εξόδου από τη χώρα. Η Βενεζουέλα βίωσε μια περίοδο βαθιάς πολιτικής και κοινωνικής παρακμής, την οποία οι διεθνείς αναλυτές αποτυπώνουν εδώ και χρόνια.
Υπάρχει, ωστόσο, ένας αδιαπραγμάτευτος λόγος για να σταθεί κανείς απέναντι στην αλλαγή καθεστώτος που επήλθε υπό την καθοριστική παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών. Η κυριαρχία των κρατών αποτελεί θεμέλιο του διεθνούς συστήματος. Δεν υπόκειται σε εξαιρέσεις και δεν εξαρτάται από την ισχύ, το μέγεθος ή τη γεωγραφική θέση κάθε χώρας. Παραμένει πυλώνας της διεθνούς τάξης, στοιχείο της συλλογικής ιστορικής εμπειρίας και απαίτηση του ίδιου του διεθνούς δικαίου.
Η εγκατάλειψη αυτής της αρχής, ακόμη και σε μια περίπτωση που συγκεντρώνει εύλογη κριτική, θα άνοιγε τον δρόμο για πρακτικές που αφορούν όλους. Το μήνυμα που θα εκπέμπονταν διεθνώς θα υπονόμευε τη θέση κάθε κράτους απέναντι σε μελλοντικές πιέσεις ή παρεμβάσεις. Η εποχή που διανύουμε χαρακτηρίζεται από αστάθεια, με έντονες γεωπολιτικές ανακατατάξεις και σκιές που βαραίνουν την παγκόσμια ασφάλεια. Η υπεράσπιση της κυριαρχίας κάθε κράτους αποτελεί κρίσιμο σημείο ισορροπίας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελπίδα επικεντρώνεται στη δυνατότητα του λαού της Βενεζουέλας να αποκτήσει σύντομα τη θέση που του αναλογεί στη διαμόρφωση του μέλλοντός του. Η πολιτική βούληση μιας κοινωνίας είναι εκείνη που θεμελιώνει τη νομιμοποίηση των κυβερνήσεων και καθορίζει την πορεία ενός έθνους. Η αποκατάσταση της πολιτικής ομαλότητας και της εθνικής αυτοδιάθεσης αποτελεί ζητούμενο που αφορά πρωτίστως τους πολίτες της χώρας.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση αποτυπώνει μια πολιτική στάση που παραμένει σταθερή απέναντι στην αρχή της κυριαρχίας. Εκφράζεται από ηγέτες διαφορετικών ιδεολογικών κατευθύνσεων, οι οποίοι αναγνωρίζουν ότι η διεθνής πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται στην εξωτερική επιβολή. Η ευρωπαϊκή και λατινοαμερικανική πολιτική ιστορία έχει καταδείξει πως τέτοιου είδους παρεμβάσεις παράγουν αποτελέσματα που υπερβαίνουν την πρόσκαιρη πολιτική συγκυρία.
Στην άλλη πλευρά του φάσματος βρίσκεται η νεοφιλελεύθερη προσέγγιση, η οποία ευθυγραμμίζεται διαρκώς με τις εκάστοτε αμερικανικές κυβερνήσεις και προωθεί την αποψίλωση των εθνικών κυριαρχιών μέσα από το πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Η λογική αυτή συνδέεται με την υπερεθνική οικονομική ισχύ, όπως την περιέγραψε και ο Μαρξ, επισημαίνοντας ότι το κεφάλαιο δεν δεσμεύεται από εδαφικά όρια. Η σύγκλιση διαφορετικών ιδεολογικών ρευμάτων σε αυτή την παραδοχή αποτελεί χαρακτηριστικό της σημερινής πολιτικής πραγματικότητας.
Οι ευρωπαίοι ηγέτες, ευθυγραμμιζόμενοι συχνά με την Ουάσινγκτον, δεν αναδεικνύουν με την ίδια συνέπεια το ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η διαφύλαξη της δικής τους κυριαρχίας παραμένει σταθερή προτεραιότητα. Ταυτόχρονα, προωθούν διεθνείς πολιτικές που περιορίζουν την αυτονομία άλλων χωρών και ενισχύουν υπερεθνικές δομές. Πρόκειται για μια στρατηγική που επηρεάζει την παγκόσμια ισορροπία και δημιουργεί ερωτήματα για τις προοπτικές των ευρωπαϊκών κρατών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόσφατη δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη για την αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα προκάλεσε έντονη συζήτηση. Η τοποθέτησή του εξέπεμψε εικόνα ηγέτη που δεν τοποθετείται από τη θέση μιας χώρας με δική της πολιτική παράδοσης και συμφέροντα, αλλά μέσω μιας προσωπικής στρατηγικής πλήρους ταύτισης με την Ουάσινγκτον. Η φράση του ότι «δεν είναι ώρα να συζητήσουμε για τη νομιμότητα» ανέδειξε μια πολιτική στάση που απομακρύνεται από την ανάγκη υπεράσπισης του διεθνούς δικαίου.
Η ασυμβατότητα αυτής της θέσης με τη στάση που υιοθετεί η Ελλάδα σε άλλα διεθνή ζητήματα δημιουργεί προφανή προβλήματα αξιοπιστίας. Η Ελλάδα στηρίζει τις θέσεις της έναντι της τουρκικής κατοχής στην Κύπρο και κάθε παραβίασης κυριαρχίας στο Αιγαίο στο διεθνές δίκαιο. Η σταθερή αναφορά σε αυτό το πλαίσιο αποτελεί θεμέλιο της ελληνικής διπλωματίας. Η απομάκρυνση από αυτή τη γραμμή σε μια κρίσιμη διεθνή υπόθεση αποδυναμώνει τη συνοχή του επιχειρήματος.
Η πολιτική διάσταση της τοποθέτησης Μητσοτάκη έχει άμεσες συνέπειες για τη Νέα Δημοκρατία, η οποία εμφανίζεται εκτεθειμένη σε μια συγκυρία όπου το αντιαμερικανικό αίσθημα παραμένει έντονο στην ελληνική κοινωνία. Η ιστορική εμπειρία διατηρεί ακόμη το βάρος της στη συλλογική μνήμη, και η σημερινή συζήτηση αναζωπύρωσε αντιδράσεις που διαπερνούν πολλούς πολιτικούς χώρους. Η αποδοχή της συγκεκριμένης στάσης από την κυβέρνηση έχει ήδη προκαλέσει πληθώρα αρνητικών σχολίων.
Το κλίμα επιβαρύνθηκε περαιτέρω από την αυστηρή ανακοίνωση του υπουργού Εξωτερικών της Βενεζουέλας, Χιλ Πίντο, ο οποίος επέκρινε τον Έλληνα πρωθυπουργό με αναφορές που προκάλεσαν αίσθηση. Η ανακοίνωση υπενθύμισε ιστορικά παραδείγματα υπονόμευσης της κυριαρχίας, κάνοντας λόγο για επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν στον 20ό αιώνα για να δικαιολογηθούν εγκλήματα και πολεμικές επιχειρήσεις. Η παρέμβασή του επισήμανε την ανάγκη σεβασμού του διεθνούς δικαίου και κάλεσε την Αθήνα να επιδείξει μεγαλύτερη προσοχή στη δημόσια τοποθέτησή της.
Η σκληρότητα της δήλωσης δεν περνά απαρατήρητη σε διεθνές επίπεδο. Οι διπλωματικές αντιδράσεις λαμβάνονται υπόψη σε πρωτεύουσες της ΕΕ και των ΗΠΑ, και η εικόνα ενός πρωθυπουργού που εμφανίζεται πλήρως ευθυγραμμισμένος με την αμερικανική πολιτική δημιουργεί εντυπώσεις που δεν εξυπηρετούν τη χώρα. Η πολιτική αξιολόγηση της στάσης αυτής θα συνεχίσει να απασχολεί την ελληνική δημόσια σφαίρα, ιδίως καθώς η συζήτηση για την κυριαρχία και το διεθνές δίκαιο αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον.
Η νέα κοινωνική μετάβαση και το υπόβαθρο μιας μεταβαλλόμενης Ελλάδας
Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τη μελέτη των τελευταίων δύο εβδομάδων δεν φιλοδοξούν να αντικαταστήσουν τους δημοσκόπους. Η μεθοδολογία τους παραμένει αξιόπιστη, αν και συχνά αποφεύγουν να αναδείξουν τα ευρήματα που προκαλούν τριγμούς στο πολιτικό σύστημα. Οι πίνακες υπάρχουν, απλώς δεν γίνονται τίτλος. Η αποτύπωση της πραγματικότητας, ωστόσο, διαμορφώνει συγκεκριμένες τάσεις που αποκαλύπτουν βαθιές αλλαγές μέσα στην κοινωνία.
Πρώτο συμπέρασμα: ο πολίτης μετατρέπεται σε καθοριστικό παράγοντα της ίδιας του της ζωής, αποδυναμώνοντας τους παραδοσιακούς διαύλους μεσολάβησης. Η νέα αυτή στάση εκδηλώνεται με τρόπο άμεσο, χωρίς την ανάγκη καθοδήγησης από θεσμικούς ή επικοινωνιακούς φορείς. Η καθημερινότητα καταγράφεται «εκ των έσω», με πρωτογενές υλικό και πρόθεση συμμετοχής στη δημόσια σφαίρα.
Δεύτερο συμπέρασμα: η χώρα εξελίσσεται προς μια νέα εθνική και κοινωνική συνείδηση, η οποία δεν διαμορφώνεται επιφανειακά. Οι διαχωριστικές γραμμές έχουν βάθος, αποτυπώνοντας κοινωνικά στρώματα και συλλογικές εμπειρίες που αισθάνονται απομακρυσμένα από το κεντρικό πολιτικό σύστημα.
Τρίτο συμπέρασμα: ο αυξημένος θυμός εκδηλώνεται εντονότερα στους νέους και στις γυναίκες. Η αντίδρασή τους δεν είναι παρορμητική, αλλά αποτυπώνει τη διάψευση προσδοκιών και την αναζήτηση νέων μορφών συμμετοχής.
Τέταρτο συμπέρασμα: αναπτύσσεται ένας εκτεταμένος αναθεωρητισμός απέναντι σε πρόσωπα και ιδεολογίες. Η αναδρομή στο παρελθόν λειτουργεί ως βάση για την περιγραφή ενός διαφορετικού μέλλοντος. Η δημόσια σφαίρα εμπλουτίζεται με νέες αναγνώσεις και νέες προσεγγίσεις της ιστορικής μνήμης.
Πέμπτο συμπέρασμα: η δημοτικότητα πολιτικών προσώπων που συνδέθηκαν με την κυβερνητική πορεία της τελευταίας εξαετίας κινείται καθοδικά. Ταυτόχρονα, η απήχηση δημοσιογράφων που ταυτίστηκαν με την ίδια αφήγηση μειώνεται αισθητά.
Η έννοια του «πολίτη-καταλύτη» αποτυπώνεται με χαρακτηριστικό τρόπο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και ειδικότερα στο TikTok, το οποίο λειτουργεί ως πεδίο άμεσης δημόσιας έκφρασης. Οι πολίτες παράγουν το δικό τους περιεχόμενο, απευθύνονται στους συμπολίτες τους και μεταφέρουν πληροφορίες χωρίς την παρεμβολή οργανωμένων μέσων. Η καταγραφή της κίνησης στους δρόμους κατά τις γιορτές, η παρουσίαση στοιχείων από επαγγελματίες της αγοράς για το κόστος λειτουργίας επιχειρήσεων ή οι αναφορές νέων που μίλησαν για την ταινία «Καποδίστριας» αποτελούν χαρακτηριστικές εκδοχές αυτής της νέας συμμετοχής.
Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει μια συνολικότερη κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στους ενδιάμεσους κρίκους της ενημέρωσης. Ο πολίτης αναλαμβάνει ο ίδιος τον ρόλο του μεταδότη, παράγοντας ένα ρεύμα πληροφόρησης που προκύπτει από τη δική του εμπειρία και όχι από εδραιωμένους μηχανισμούς. Η διαδικασία αυτή αποτυπώνει το εύρος της κοινωνικής μεταβολής.
Παράλληλα, η κοινωνική διαίρεση βαθαίνει. Οι αγρότες βρίσκονται σε κατάσταση ουσιαστικής απομάκρυνσης από το κεντρικό πολιτικό σύστημα, το οποίο θεωρούν ότι δεν εκφράζει τις ανάγκες τους. Η επιλογή τους να παραμείνουν στα μπλόκα την Πρωτοχρονιά κατέδειξε την ένταση της αποξένωσης. Τα αιτήματά τους σχετίζονται με την καθημερινή τους επιβίωση και με μια ευρύτερη αίσθηση περιθωριοποίησης απέναντι στις πολιτικές που έχουν εφαρμοστεί.
Η στάση της κοινωνίας απέναντι στις κινητοποιήσεις τους αποδεικνύει ότι οι διαιρέσεις έχουν πλέον ταξικές διαστάσεις. Οι λαϊκές τάξεις εκδήλωσαν μαζική συμπαράσταση, ενώ ο μηχανισμός του κοινωνικού αυτοματισμού δεν ενεργοποιήθηκε. Αντιθέτως, δημιουργήθηκε ένα πλέγμα αλληλεγγύης, το οποίο αναμένεται να εκδηλωθεί εκ νέου σε επερχόμενες απεργιακές κινητοποιήσεις άλλων κλάδων, όπως των πωλητών λαϊκών αγορών και των οδηγών ταξί.
Η κοινωνική δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό σύστημα εδράζεται στην πεποίθηση ότι οι πολιτικές αποφάσεις ευνοούν ένα περιορισμένο τμήμα της κοινωνίας, το οποίο απολαμβάνει οικονομικά και θεσμικά οφέλη. Η αύξηση των τιμών των διοδίων προστέθηκε σε αυτή την αντίληψη, ενισχύοντας το αίσθημα άνισης μεταχείρισης.
Εκτός από την κοινωνική, βαθιά πλέον είναι και η εθνική διαίρεση. Ο «Καποδίστριας» του Σμαραγδή στέλνει τους Έλληνες να διαβάσουν ξανά την Ιστορία τους. Πρόκειται για το δεύτερο κύμα του αναθεωρητισμού. Το πρώτο κύμα αναπτύχθηκε μέσα στα Μνημόνια, όταν οι Έλληνες αμφισβήτησαν πολιτικές προσωπικότητες που αγαπούσαν και μελέτησαν προσωπικότητες που είχαν στοχοποιηθεί στη Μεταπολίτευση από την Αριστερά.
Ο Ιωάννης Μεταξάς είναι μία από αυτές. Και στα βιβλιοπωλεία πολλοί ζητούν και αγοράζουν τους δύο τόμους με το πολιτικό του ημερολόγιο.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας είναι το δεύτερο κύμα τώρα. Δεν πρόκειται για το πρόσωπο μόνον, ότι οι Έλληνες θέλουν έναν αδιάφθορο ηγέτη που να νοιάζεται και για τους φτωχούς, πρόκειται για τη νοοτροπία. Ότι η Ελλάδα ήταν πάντοτε μία αποικία την οποία διοικούσαν πέντε έξι νταβατζήδες υπό την υψηλή υποψία των ξένων. Και όποιος παράκουγε τις εντολές είχε την τύχη του Καποδίστρια, του Κολοκοτρώνη και άλλων της νεότερης Ιστορίας, που έλεγαν τα μεγάλα «όχι».
Το νέο αυτό κύμα αναθεώρησης αφορά όχι μόνο πρόσωπα, αλλά και μια συνολικότερη νοοτροπία. Η αναζήτηση εντιμότητας, η απαίτηση για ηγεσία με κοινωνικό προσανατολισμό και η ανάγκη για εθνική αυτοπεποίθηση συνθέτουν ένα υπόβαθρο που προμηνύει νέες πολιτικές δυναμικές. Η απουσία μιας ηγετικής φυσιογνωμίας που να συγκεντρώνει αυτές τις προσδοκίες είναι προσωρινή, καθώς οι κοινωνίες σε περιόδους ρευστότητας παράγουν νέες μορφές πολιτικής αντιπροσώπευσης.
Η αλλαγή αποτυπώνεται και στα δεδομένα απήχησης. Δημόσια πρόσωπα με έντονη παρουσία την προηγούμενη δεκαετία δυσκολεύονται να διατηρήσουν ενδιαφέρον, ενώ μέλη της κυβέρνησης καταγράφουν ιδιαίτερα χαμηλές επιδόσεις. Η κοινωνία στρέφεται σε νέες πηγές πληροφόρησης και νέους εκφραστές.
Όλα αυτά συνδυαστικά δημιουργούν ένα πεδίο έντονης μεταβλητότητας. Το πολιτικό σύστημα αναφέρεται συχνά σε ένα υποτιθέμενο χάος, όμως το ίδιο αποτελεί μέρος των διεργασιών που το τροφοδοτούν. Η αδυναμία του να αναγνώσει τις κοινωνικές μετατοπίσεις επιταχύνει την αποδυνάμωσή του.
Η κεντρική ερώτηση, πλέον, δεν αφορά ποιος θα ακολουθήσει στη διακυβέρνηση της χώρας. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι ποιο θα είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κινηθούν τα επόμενα χρόνια η κοινωνία και το πολιτικό σύστημα. Η σημερινή μετάβαση διαμορφώνει ένα υπόβαθρο που θα καθορίσει την επόμενη φάση της δημόσιας ζωής, με κριτήριο τη συμμετοχή, τη συνείδηση και τη διαμόρφωση ενός νέου συλλογικού ορίζοντα.
Πιο Δημοφιλή