Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έβαλε την Ελλάδα σε δύο πολέμους χωρίς να τολμά να το ομολογήσει
Η εμπλοκή μιας χώρας σε πόλεμο δεν είναι ζήτημα τακτικισμών, επικοινωνιακών ελιγμών και διπλωματικών υπεκφυγών. Είναι μια απόφαση που αγγίζει τον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας, της ασφάλειας και της ιστορικής ευθύνης κάθε πολιτικής ηγεσίας. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με ανοιχτά μέτωπα, γεωπολιτικές πιέσεις και μόνιμη απειλή στα ανατολικά της σύνορα, η παραμικρή κίνηση που την εντάσσει στο πεδίο των εμπολέμων απαιτεί απόλυτη επίγνωση, ψυχραιμία και σιδερένια προσήλωση στο εθνικό συμφέρον. Αυτό ακριβώς είναι που δεν υπήρξε. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με τον γνωστό συνδυασμό δουλοπρέπειας προς τους ισχυρούς και αδιαφορίας για τις πραγματικές ανάγκες της χώρας, οδήγησε την Ελλάδα μεθοδικά, σιωπηλά και επικίνδυνα σε εμπλοκή σε δύο πολέμους, χωρίς ποτέ να αναλάβει την ευθύνη να πει καθαρά στον ελληνικό λαό τι ακριβώς κάνει και γιατί το κάνει.
Ο πρώτος σταθμός αυτής της ολέθριας διολίσθησης ήταν ο πόλεμος στην Ουκρανία. Η Ελλάδα όφειλε να καταδικάσει τη ρωσική εισβολή και το έκανε. Όφειλε να συμμορφωθεί με τις ευρωπαϊκές αποφάσεις ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το έκανε. Μέχρι εκεί, η στάση της χώρας θα μπορούσε να θεωρηθεί προβλέψιμη, θεσμική και ενταγμένη σε μια κοινή δυτική γραμμή. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη όμως δεν αρκέστηκε σε αυτό. Επέλεξε να υπερθεματίσει, να επιδείξει ζήλο νεοφώτιστου, να προσδώσει προσωπικό χαρακτήρα σε μια σύγκρουση στην οποία η Ελλάδα δεν είχε κανέναν λόγο να αναζητεί πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν κινήθηκε ως ψύχραιμος πρωθυπουργός μιας μεσαίας χώρας που γνωρίζει τα όριά της και σταθμίζει με προσοχή τις συνέπειες των λόγων και των πράξεών της. Συμπεριφέρθηκε σαν πρόθυμος υπάλληλος μιας ξένης ατζέντας, φτάνοντας να μιλήσει με όρους εμπόλεμης κατάστασης και να μετατρέψει μια αναμενόμενη διπλωματική στάση σε προσωπική ρητορική αντιπαράθεση με τη Μόσχα.
Η επιλογή αυτή δεν ήταν ούτε αναγκαία ούτε επιβεβλημένη ούτε χρήσιμη για την Ελλάδα. Καμία χώρα δεν της ζήτησε να σηκώσει τέτοιο βάρος. Κανένας σύμμαχος δεν απαίτησε από την Αθήνα να εμφανιστεί πιο βασιλική από τον βασιλέα. Οι ισχυρές χώρες της Δύσης, εκείνες που καθορίζουν τη γραμμή και διαμορφώνουν τις εξελίξεις, ξέρουν να μιλούν σκληρά όταν πρέπει και να κρατούν ανοικτούς διαύλους όταν αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους. Η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε το χειρότερο δυνατό μείγμα: υψηλούς τόνους χωρίς ισχύ, επιθετική ρητορική χωρίς στρατηγικό εκτόπισμα, ηθικολογική πόζα χωρίς αντίκρισμα. Πρόσφερε το όνομα της Ελλάδας σε μια σύγκρουση όπου οι πραγματικοί παίκτες κινούνται με όρους ωμής ισχύος, ενώ η Αθήνα περιορίστηκε στον ρόλο του πρόθυμου χειροκροτητή, του μικρού και φιλόδοξου συμμάχου που πιστεύει ότι η υπερβολική υποταγή θα του εξασφαλίσει πόντους αξιοπιστίας. Στην πραγματικότητα, αυτό που εξασφάλισε ήταν η έκθεση της χώρας και η μετατροπή της σε αναλώσιμο κρίκο μιας αλυσίδας που σφίγγει γύρω από ξένα συμφέροντα.
Και ενώ αυτή η στάση θα έπρεπε να έχει λειτουργήσει ως μάθημα, η κυβέρνηση προχώρησε με ακόμη μεγαλύτερη ελαφρότητα στη δεύτερη και ίσως πιο επικίνδυνη εμπλοκή, αυτή στη Μέση Ανατολή. Εκεί πια δεν μιλάμε απλώς για κακή εκτίμηση, για λανθασμένο χειρισμό ή για ρητορική επιπολαιότητα. Μιλάμε για στρατηγική μυωπία που αγγίζει τα όρια της εθνικής ανευθυνότητας. Η αποστολή ελληνικής πυροβολαρχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία παρουσιάστηκε ως αμυντική συνεισφορά για την προστασία εγκαταστάσεων από επιθέσεις των Χούθι. Αυτή ήταν η επίσημη περιγραφή, αυτό ήταν το επιχείρημα που προβλήθηκε, αυτή ήταν η βολική αφήγηση που επιχείρησε να ντύσει μια βαθιά προβληματική επιλογή με τον μανδύα της λογικής. Μόνο που οι πόλεμοι δεν παγώνουν μέσα στα κυβερνητικά σημειώματα και οι κρίσεις δεν εξελίσσονται σύμφωνα με τα non paper του Μαξίμου. Όταν η φωτιά γενικεύεται, όποιος έχει ήδη βάλει το χέρι του στη φλόγα δεν μπορεί να παριστάνει τον ουδέτερο.
Η στιγμή που ιρανικοί πύραυλοι βρέθηκαν απέναντι σε εγκαταστάσεις που καλύπτονταν από ελληνικά συστήματα αεράμυνας κατέστησε την ελληνική εμπλοκή πραγματικότητα και όχι θεωρητικό ενδεχόμενο. Και αντί η κυβέρνηση να αντιληφθεί τη σοβαρότητα της κατάστασης, αντί να συνειδητοποιήσει ότι η χώρα έχει πλέον εισέλθει σε περιοχή άμεσου κινδύνου, επέλεξε τον επαρχιώτικο θρίαμβο της αυτάρεσκης ανακοίνωσης. Σχεδόν καμάρωνε που ελληνικός πύραυλος αναχαίτισε ιρανικό. Σχεδόν επεδείκνυε την εμπλοκή σαν παράσημο. Σχεδόν πανηγύριζε για το γεγονός ότι η Ελλάδα παύει να είναι απλός παρατηρητής και αποκτά ενεργό επιχειρησιακό αποτύπωμα σε ένα από τα πιο εκρηκτικά μέτωπα του πλανήτη. Αυτή δεν είναι σοβαρή εξωτερική πολιτική. Είναι εθισμός στην επιδεικτική υποτέλεια. Είναι η λογική του επαίνου από τα ξένα κέντρα ως υποκατάστατο εθνικής στρατηγικής. Είναι η ασθένεια μιας κυβέρνησης που θεωρεί επιτυχία κάθε πράξη που αποσπά ένα συγκαταβατικό χτύπημα στην πλάτη από εκείνους στους οποίους έχει εκχωρήσει το δικαίωμα να καθορίζουν τις κινήσεις της.
Το πιο εξοργιστικό είναι ότι η κυβέρνηση είχε χρόνο να δει τι ερχόταν. Οι εξελίξεις δεν έπεσαν από τον ουρανό, ούτε αιφνιδίασαν κανέναν που παρακολουθούσε στοιχειωδώς τη δυναμική της περιοχής. Όταν πυκνώνουν τα σύννεφα πριν από μια μεγάλη αναμέτρηση, ο στοιχειωδώς σοβαρός ηγέτης προνοεί. Αποσύρει ό,τι μπορεί να παγιδεύσει τη χώρα, ελαχιστοποιεί την έκθεση, προφυλάσσει τα μέσα άμυνας, κρατά ανοιχτό το περιθώριο ελιγμών. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έκανε το ακριβώς αντίθετο. Δεν απέσυρε τους Patriot από τη Σαουδική Αραβία, δεν επιχείρησε να προστατεύσει τη χώρα από την προφανή συνέπεια της γενίκευσης της σύγκρουσης, δεν κράτησε ούτε καν τα προσχήματα μιας προσεκτικής ουδετερότητας. Προτίμησε να παραμείνει βυθισμένη στη γνωστή νοοτροπία της άκριτης συμμόρφωσης, σαν να μην υφίσταται ελληνικό εθνικό συμφέρον, σαν να μην υπάρχει ελληνική κοινωνία που θα επωμιστεί το κόστος, σαν να μην υπάρχει ιστορία που να διδάσκει ότι όποιος μπαίνει απρόσεκτα σε ξένους πολέμους συνήθως πληρώνει ακριβά την αυταπάτη της χρήσιμης υποτέλειας.
Και αντί η ζημιά να σταματήσει εκεί, ακολούθησε μια ακόμη κίνηση που συνιστά μνημείο στρατηγικής ελαφρότητας. Η κυβέρνηση αποφάσισε να στείλει 50 έως 60 πυραύλους Patriot στο Κατάρ. Η επιλογή από μόνη της βγάζει μάτι. Όχι στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, με τα οποία η Ελλάδα έχει αμυντική συμφωνία. Όχι σε μια χώρα με την οποία υπάρχει δομημένη και αμοιβαία δεσμευτική στρατηγική σχέση. Στο Κατάρ. Στον στενότερο σύμμαχο της Τουρκίας στον Κόλπο. Στη χώρα όπου η Άγκυρα διατηρεί ισχυρή στρατιωτική παρουσία. Στη χώρα που επί χρόνια βαρύνεται με καταγγελίες για σχέσεις και ανοχές προς ισλαμιστικά και φονταμενταλιστικά δίκτυα. Και για μια τέτοια απόφαση, που αφαιρεί κρίσιμο οπλικό φορτίο από την αεράμυνα της Ελλάδας και το μεταφέρει σε ένα κράτος με τόσο βεβαρημένο γεωπολιτικό αποτύπωμα, η κυβέρνηση δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να δώσει πειστική εξήγηση. Δεν λογοδότησε, δεν ενημέρωσε, δεν επιχειρηματολόγησε. Σιώπησε. Κρύφτηκε. Υπέθεσε ότι η συνήθεια της κοινωνίας στην αδιαφάνεια αρκεί για να περάσει και αυτή η απόφαση σχεδόν αθόρυβα.
Αυτή η σιωπή δεν είναι τεχνικό κενό ενημέρωσης. Είναι πολιτική ομολογία ενοχής. Διότι τι ακριβώς θα μπορούσε να πει η κυβέρνηση χωρίς να εκτεθεί; Ότι απογυμνώνει την αεράμυνα της χώρας επειδή της το ζήτησαν οι Αμερικανοί; Ότι μεταφέρει κρίσιμο αμυντικό υλικό σε μια εύφλεκτη περιοχή επειδή η Ουάσιγκτον ήθελε ακόμη μία πρόθυμη χώρα να συνδράμει; Ότι το εθνικό δόγμα άμυνας της Ελλάδας υποχωρεί όταν χτυπά το τηλέφωνο από το εξωτερικό; Αυτή είναι η μόνη λογική εξήγηση και γι’ αυτό ακριβώς δεν τολμούν να την προφέρουν. Προτιμούν τη σιωπή, επειδή γνωρίζουν ότι η αλήθεια θα ακουγόταν όπως ακριβώς είναι: μια κυβέρνηση που διαχειρίζεται την εθνική άμυνα σαν αποθήκη εξυπηρέτησης τρίτων.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη βαρύτερο όταν εξετάσει κανείς το πραγματικό επιχειρησιακό τοπίο της χώρας. Η Ελλάδα δεν είναι Λουξεμβούργο, δεν είναι χώρα χωρίς άμεση εξωτερική απειλή, δεν είναι κράτος που μπορεί να παραχωρεί κρίσιμα αμυντικά μέσα για να αποκομίζει διπλωματικά χαμόγελα. Έχει απέναντί της την Τουρκία, μια χώρα αναθεωρητική, εξοπλισμένη, επιθετική, με σαφές στρατηγικό δόγμα, με αναπτυσσόμενο πυραυλικό οπλοστάσιο και με ανοιχτή αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το σύστημα Patriot δεν είναι πολυτέλεια, δεν είναι δευτερεύον εργαλείο, δεν είναι εξοπλισμός προς παραχώρηση. Είναι ένα από τα ελάχιστα σοβαρά μέσα που διαθέτει η Ελλάδα για να αντιμετωπίσει σύγχρονες αεροπορικές και πυραυλικές απειλές. Κι όμως, ακριβώς αυτό το πολύτιμο μέσο αντιμετωπίζεται από την κυβέρνηση σαν να είναι πλεονάζον απόθεμα που μπορεί να διανεμηθεί κατά το δοκούν σε ξένα θέατρα επιχειρήσεων.
Η εικόνα της εσωτερικής διάταξης των Patriot είναι από μόνη της καταδικαστική για όσους κυβερνούν. Μία πυροβολαρχία βρίσκεται στην Κάρπαθο, εκεί όπου η παρουσία της έχει σαφή λόγο ύπαρξης. Μία στη Σκύρο, επίσης σε θέση με προφανή επιχειρησιακή λογική. Μία στη Θράκη, σε μια διάταξη που σχεδόν προκαλεί το ερώτημα αν η κύρια αγωνία της Αθήνας είναι να νιώθει ασφαλής η Βουλγαρία. Για την πρωτεύουσα δεν υπάρχει τίποτε. Η Αθήνα, το διοικητικό, πολιτικό και πληθυσμιακό κέντρο της χώρας, παραμένει ουσιαστικά ακάλυπτη. Υπάρχει κάλυψη για τη Σούδα, όχι για την Αθήνα. Και ενώ αυτή η πραγματικότητα αρκεί για να σημάνει συναγερμός σε κάθε σοβαρό κράτος, η κυβέρνηση συνεχίζει να αφαιρεί από το εθνικό απόθεμα και να το στέλνει αλλού. Αυτό δεν είναι απλώς λανθασμένος σχεδιασμός. Είναι θεσμοποιημένη ελαφρότητα. Είναι κρατική ανευθυνότητα σε μορφή δόγματος.
Αν υπολογιστεί το μέγεθος των αποστολών, η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική. Η ποσότητα που μεταφέρεται στο Κατάρ αντιστοιχεί σε σημαντικό ποσοστό των διαθέσιμων αποθεμάτων, που προσεγγίζει το 25 με 30 τοις εκατό, ενώ το πραγματικό ποσοστό είναι βαρύτερο αν συνυπολογιστούν τα μέσα που έχουν ήδη δεσμευθεί στη Σαουδική Αραβία. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα αφαιρεί ένα μεγάλο κομμάτι της αμυντικής της ομπρέλας σε μια στιγμή που η ίδια βρίσκεται σε μόνιμη κατάσταση γεωπολιτικής επιτήρησης και εξωτερικής πίεσης. Και το κάνει χωρίς εσωτερική συζήτηση, χωρίς σαφή στρατηγική, χωρίς δημόσια ανάληψη ευθύνης, χωρίς την παραμικρή έντιμη εξήγηση. Η κυβέρνηση φέρεται σαν να έχει ξεχάσει ότι δεν διαχειρίζεται εξοπλισμούς για λογαριασμό μιας αφηρημένης συμμαχίας, αλλά την άμυνα μιας συγκεκριμένης χώρας με συγκεκριμένες απειλές, με συγκεκριμένους κινδύνους και με ένα απολύτως υπαρκτό ενδεχόμενο κρίσης στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η πιο βαριά συνέπεια αυτής της πολιτικής είναι ότι οι ελληνικές πυροβολαρχίες που μεταφέρονται σε τέτοιες περιοχές δεν πηγαίνουν για τουρισμό. Πηγαίνουν για να εμπλακούν. Αυτή είναι η αλήθεια που αποφεύγει να πει η κυβέρνηση. Μόλις εμπλακούν, η Ελλάδα παύει να είναι απλός παρατηρητής και εγγράφεται στο πεδίο των εμπολέμων. Από εκεί και πέρα η χώρα καθίσταται νόμιμος στόχος. Αυτό είναι το σκληρό λεξιλόγιο της γεωπολιτικής πραγματικότητας και δεν αλλάζει επειδή το Μαξίμου προτιμά τις θολές διατυπώσεις. Κανείς δεν λέει ότι αύριο το πρωί θα πέσουν ιρανικοί πύραυλοι στην Ελλάδα. Αυτό που λέγεται είναι πολύ πιο σοβαρό, διότι αφορά το ενδεχόμενο, τη δυνατότητα, την έκθεση και την αποδοχή ενός κινδύνου που δεν υπήρχε ανάγκη να αναληφθεί. Οι ιρανικοί πύραυλοι διαθέτουν εμβέλεια που φτάνει στην Ελλάδα. Το γεγονός αυτό από μόνο του θα αρκούσε για να υπαγορεύσει αυτοσυγκράτηση, μέτρο και πρόνοια. Η κυβέρνηση επέλεξε την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.
Και ενώ αυξάνει την έκθεση της χώρας, ταυτόχρονα υποθηκεύει και την επόμενη ημέρα της άμυνάς της. Τα συστήματα Patriot δεν αναπληρώνονται με ένα τηλεφώνημα, ούτε στέλνονται από κάποια ατελείωτη αποθήκη στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Η παραγωγή τους είναι περιορισμένη. Η αμερικανική εταιρεία που τα κατασκευάζει παράγει περίπου 600 τον χρόνο και η σημαντική αύξηση της παραγωγικής δυνατότητας μετατίθεται για μετά το 2030. Ως τότε η ζήτηση διεθνώς έχει εκτοξευθεί, τα αποθέματα είναι πιεσμένα, οι ουρές είναι μακρές και στην προτεραιότητα βρίσκονται χώρες με μεγαλύτερο ειδικό βάρος, ισχυρότερη διαπραγματευτική ισχύ και πιο άμεση εμπλοκή, όπως η Ουκρανία, το Ισραήλ και τα κράτη του Κόλπου. Μέσα σε αυτή την αρένα η Ελλάδα δεν προηγείται, ούτε κατά διάνοια. Αυτό σημαίνει ότι όσα χρησιμοποιηθούν ή δεσμευθούν τώρα, όσα σταλούν εκτός συνόρων, όσα καταναλωθούν σε ξένα μέτωπα, δεν πρόκειται να επιστρέψουν σύντομα με μαγικό τρόπο. Η αναπλήρωση, αν υπάρξει, θα αργήσει δραματικά.
Η αλήθεια είναι σκληρή και η κυβέρνηση την αποφεύγει ακριβώς επειδή γνωρίζει πόσο βαριά ακούγεται. Αν οι σημερινές αποστολές και δεσμεύσεις οδηγήσουν σε απώλεια ή κατανάλωση κρίσιμων πυραύλων Patriot, η Ελλάδα μπορεί να χρειαστεί να περιμένει μέχρι το 2032, το 2033, το 2034 ή και αργότερα για ουσιαστική αντικατάσταση. Μέχρι τότε θα παραμένει επιχειρησιακά αποδυναμωμένη. Μέχρι τότε η πρωτεύουσα θα εξακολουθεί να είναι εκτεθειμένη. Μέχρι τότε η χώρα θα ζει με μειωμένα περιθώρια αποτροπής απέναντι σε έναν αντίπαλο που δεν κρύβει τις διαθέσεις του. Και όλα αυτά για ποιο λόγο; Για να αποδείξει η κυβέρνηση ότι είναι χρήσιμη στους ξένους. Για να κερδίσει πόντους εύνοιας σε συμμαχικά κέντρα αποφάσεων. Για να καμαρώνει ότι είναι δεδομένη, πρόθυμη και διαθέσιμη. Αυτή δεν είναι στρατηγική. Είναι επαρχιώτικος μεταπρατισμός ντυμένος με τον μανδύα της διεθνούς αξιοπιστίας.
Το τραγικό είναι ότι το τίμημα αυτής της πολιτικής δεν θα το πληρώσουν εκείνοι που παίρνουν τις αποφάσεις πίσω από κλειστές πόρτες, ούτε όσοι χειροκροτούν τη δήθεν γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας από τηλεοπτικά πάνελ και κομματικά γραφεία. Θα το πληρώσει η ίδια η Ελλάδα, αν βρεθεί με αποψιλωμένη αεράμυνα, με μειωμένες δυνατότητες αποτροπής και με αυξημένη έκθεση σε ένα περιβάλλον που γίνεται ολοένα πιο ασταθές. Θα το πληρώσει μια χώρα που έχει πραγματικούς λόγους να κρατά τα μάτια της στραμμένα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, όχι να σκορπίζει τα ελάχιστα πολύτιμα μέσα της σε ξένες αναμετρήσεις. Θα το πληρώσει μια κοινωνία στην οποία η κυβέρνηση δεν είπε ποτέ καθαρά ότι οι επιλογές της μετατρέπουν τη χώρα σε μέρος της σύγκρουσης και όχι σε απλό παρατηρητή.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν παρασύρθηκε. Δεν έπεσε θύμα συγκυριών. Δεν αιφνιδιάστηκε αθώα από τα γεγονότα. Επέλεξε. Επέλεξε να σύρει την Ελλάδα σε δύο πολέμους με τη μέθοδο της σταδιακής διολίσθησης. Επέλεξε να μιλά περισσότερο απ’ όσο της επιτρέπει το βάρος της χώρας. Επέλεξε να δίνει περισσότερα απ’ όσα αντέχει η άμυνα της Ελλάδας. Επέλεξε να εκχωρεί κρίσιμα μέσα σε ξένα μέτωπα ενώ η ίδια η πρωτεύουσα μένει χωρίς επαρκή κάλυψη. Επέλεξε να υπηρετήσει ξένες επιδιώξεις με μεγαλύτερη επιμέλεια απ’ όση υπηρετεί την ασφάλεια του ελληνικού λαού. Και μέσα σε αυτή τη ζοφερή αλυσίδα επιλογών βρίσκεται όλη η ουσία του προβλήματος. Η χώρα δεν κυβερνάται με κριτήριο την προάσπιση των δικών της αναγκών, αλλά με γνώμονα την αδημονία μιας εξουσίας να αποδείξει πως είναι πρόθυμη να κάνει ό,τι της ζητηθεί, ακόμη κι όταν αυτό αφήνει την Ελλάδα πιο μόνη, πιο εκτεθειμένη και πιο γυμνή από ποτέ.
Πιο Δημοφιλή
Πότε είναι το παιδί έτοιμο για το πρώτο κινητό;
Η Ελλάδα παραχωρεί δεκάδες βλήματα Patriot στη Μέση Ανατολή!
Πιο Πρόσφατα
Η κυβέρνηση της αταξίας: Σκάνδαλα, ακρίβεια, ΕΣΥ
Ψηφιακό «μπάζωμα» στα Τέμπη