6 Ιουλίου 2026

Η κυβέρνηση στήνει προεκλογικό πακέτο στη ΔΕΘ για τέσσερις κοινωνικές ομάδες

Το φετινό καλοκαίρι έχει διαφορετικό βάρος για την κυβέρνηση, καθώς στο Μέγαρο Μαξίμου και στο οικονομικό επιτελείο έχουν ήδη αρχίσει οι διαδοχικές συσκέψεις για το πακέτο μέτρων που θα παρουσιαστεί τον Σεπτέμβριο στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Η φετινή ΔΕΘ αντιμετωπίζεται ως κομβική πολιτική στάση, αφού είναι η τελευταία πριν από τις επόμενες εθνικές εκλογές, ανεξάρτητα από τον χρόνο που θα στηθούν οι κάλπες.

Για τη Νέα Δημοκρατία, το πακέτο της Θεσσαλονίκης δεν είναι απλώς οικονομική εξαγγελία. Είναι βασικό εργαλείο ανασύνταξης του κυβερνητικού αφηγήματος, σε μια περίοδο κατά την οποία η φθορά, η ακρίβεια, η πίεση στη μεσαία τάξη και η αμφισβήτηση της αυτοδυναμίας δημιουργούν νέο πολιτικό περιβάλλον. Η κυβέρνηση επιχειρεί να επαναφέρει το αφήγημα της σταθερότητας, όμως αυτή τη φορά χρειάζεται και χειροπιαστές παροχές για να πείσει.

Στο επίκεντρο των σχεδιασμών βρίσκονται τέσσερις μεγάλες κοινωνικές ομάδες: συνταξιούχοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα και δημόσιοι υπάλληλοι. Το Μαξίμου θέλει να απευθυνθεί κυρίως στη μεσαία τάξη, η οποία στήριξε τη ΝΔ σε προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά σήμερα εμφανίζεται πιεσμένη από φόρους, κόστος ζωής, στεγαστικό και χαμηλή αγοραστική δύναμη.

Το ύψος των μέτρων που εξετάζονται εκτιμάται ότι θα πλησιάσει τα 2 δισ. ευρώ, με το οικονομικό επιτελείο να υπολογίζει προσεκτικά τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο. Η κυβέρνηση επιμένει ότι δεν θα διακινδυνεύσει τη δημοσιονομική ισορροπία, ενώ ταυτόχρονα κατηγορεί την αντιπολίτευση ότι δεν παρουσιάζει κοστολογημένη και αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση.

Η συχνή αναφορά της ΝΔ στην περίοδο 2015-2019 και η υπενθύμιση του δημοψηφίσματος δείχνουν καθαρά την πολιτική στόχευση. Το κυβερνών κόμμα θέλει να επαναφέρει το δίλημμα της «σταθερότητας» απέναντι στην «περιπέτεια», απευθυνόμενο σε ψηφοφόρους που μπορεί να είναι δυσαρεστημένοι, αλλά παραμένουν επιφυλακτικοί απέναντι στην κυβερνητική αλλαγή.

Φορολογικές παρεμβάσεις με στόχο τους ελεύθερους επαγγελματίες

Ο βασικός άξονας του πακέτου της ΔΕΘ θα είναι η περαιτέρω μείωση φόρων. Ιδιαίτερη έμφαση αναμένεται να δοθεί στους ελεύθερους επαγγελματίες, καθώς το τεκμαρτό σύστημα φορολόγησης έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και πολιτικό κόστος στην κυβέρνηση.

Στο τραπέζι βρίσκεται η μείωση της προκαταβολής φόρου, πιθανότατα με κλιμακωτό τρόπο, ώστε να περιοριστεί η επιβάρυνση για μικρότερες επιχειρήσεις και επαγγελματίες με χαμηλότερη πραγματική φοροδοτική ικανότητα. Παράλληλα, εξετάζονται αλλαγές στο τεκμαρτό σύστημα φορολόγησης περίπου 670.000 ελεύθερων επαγγελματιών από το επόμενο έτος.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες ανάγκες. Από τη μία αναγνωρίζει ότι το τεκμαρτό σύστημα προκάλεσε δυσαρέσκεια σε ένα κρίσιμο εκλογικό ακροατήριο. Από την άλλη επιδιώκει να μη γκρεμίσει τη βασική φιλοσοφία της ρύθμισης, την οποία παρουσίασε ως εργαλείο καταπολέμησης της φοροδιαφυγής.

Οι αλλαγές που εξετάζονται αφορούν κυρίως στρεβλώσεις σε επαγγελματίες με περιορισμένη δραστηριότητα, μικρές ατομικές επιχειρήσεις, πολύτεκνους, εποχικούς κλάδους, καθώς και όσους εργάζονται σε μικρούς οικισμούς ή μικρά νησιά. Στο μικροσκόπιο μπαίνουν οι εκπτώσεις, οι προσαυξήσεις που συνδέονται με τα έτη άσκησης επαγγέλματος, η μισθοδοσία και ο κύκλος εργασιών.

Για τους συνταξιούχους, το κυβερνητικό πακέτο αναμένεται να περιλαμβάνει ενίσχυση της έκτακτης παροχής που θα δοθεί τον Νοέμβριο. Το ποσό έχει ήδη ανέβει από τα 300 στα 400 ευρώ, ενώ εξετάζεται περαιτέρω αύξηση. Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκεται αύξηση κοντά στο 3,5% για τη νέα χρονιά, καθώς και η κατάργηση της προσωπικής διαφοράς από το 2027.

Η εξίσωση είναι πιο δύσκολη για τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα και τους δημοσίους υπαλλήλους. Η κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο κατώτατο μισθό 950 ευρώ στο τέλος της τετραετίας, όμως ήδη ο κατώτατος μισθός βρίσκεται στα 920 ευρώ και εξετάζεται πλέον σενάριο προσέγγισης των 980 ευρώ. Αντίστοιχη αύξηση αναμένεται να δοθεί και στους δημοσίους υπαλλήλους.

Στον ιδιωτικό τομέα, ο μέσος μισθός έχει φτάσει τα 1.500 ευρώ, δηλαδή στο επίπεδο του προεκλογικού κυβερνητικού στόχου. Η κυβέρνηση εστιάζει στην περαιτέρω ενίσχυση των κλαδικών συμβάσεων, ενώ για το 2027 έχει ανοίξει ο δρόμος για νέα μείωση ασφαλιστικών εισφορών.

Την ίδια ώρα, το Μαξίμου θέλει να κλείσει οριστικά τα σενάρια για επιστροφή του 13ου και 14ου μισθού, καθώς και της 13ης και 14ης σύνταξης. Κυβερνητικές πηγές επικαλούνται κόστος περίπου 8 δισ. ευρώ για πλήρη επαναφορά, ενώ ακόμη και η επιστροφή μόνο του 13ου μισθού και της 13ης σύνταξης υπολογίζεται κοντά στα 4 δισ. ευρώ.

Το στεγαστικό ως δύσκολη πολιτική εξίσωση

Το στεγαστικό παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους πονοκεφάλους για την κυβέρνηση, ιδίως επειδή πλήττει τους νέους, τα νέα ζευγάρια και τα μεσαία εισοδήματα. Το κόστος αγοράς και ενοικίασης κατοικίας έχει γίνει βασικός παράγοντας κοινωνικής δυσαρέσκειας, δημιουργώντας πίεση που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με φορολογικές εξαγγελίες.

Στο τραπέζι βρίσκεται ένα τροποποιημένο πρόγραμμα «Σπίτι Μου», με στόχο να ενισχυθούν κυρίως οι νεότερες ηλικίες στην προσπάθεια απόκτησης κατοικίας. Η κυβέρνηση αναζητά τρόπο να παρουσιάσει μια πιο αποτελεσματική εκδοχή στεγαστικής πολιτικής, καθώς τα προηγούμενα μέτρα δεν κατάφεραν να ανακόψουν ουσιαστικά την άνοδο των τιμών.

Παράλληλα, ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην κοινωνική αντιπαροχή, μέσω της αξιοποίησης αδρανών δημόσιων ακινήτων που μπορούν να μετατραπούν σε κατοικίες με κοινωνικό σκοπό. Πρόκειται για παρέμβαση που η κυβέρνηση θέλει να εμφανίσει ως απάντηση στο πρόβλημα της στέγης, αν και η πραγματική της απόδοση θα κριθεί στην πράξη και όχι στις εξαγγελίες.

Σημαντική θέση στον σχεδιασμό έχει και το πρόγραμμα «Ανακαίνιση Κατοικίας», το οποίο αναμένεται να καλύψει 20.000 νοικοκυριά. Το πρόγραμμα προβλέπει επιχορήγηση χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων για ανακαίνιση και ήπια ενεργειακή αναβάθμιση παλαιών κατοικιών.

Η ΔΕΘ του 2026 αποκτά έτσι χαρακτήρα προεκλογικής αφετηρίας. Η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να δείξει ότι διαθέτει κοινωνική ατζέντα, δημοσιονομική σοβαρότητα και σχέδιο για τη μεσαία τάξη. Το πολιτικό ερώτημα είναι αν οι εξαγγελίες θα αρκέσουν για να αναστρέψουν τη φθορά ή αν θα λειτουργήσουν ως ακόμη μία προσπάθεια διαχείρισης της δυσαρέσκειας λίγο πριν από την εκλογική αναμέτρηση.