Η ΝΔ και το δίλημμα: τόλμη ή δεδηλωμένη;

Υπάρχει ένα ερώτημα που κυκλοφορεί τις τελευταίες ημέρες στους διαδρόμους της πολιτικής, σιωπηλό αλλά καίριο: τι θα συνέβαινε αν η ΝΔ είχε πράγματι την πολιτική τόλμη να αποπέμψει χωρίς δισταγμό όλα τα στελέχη της που εμπλέκονται στα σκάνδαλα; Αν έστελνε στην πολιτική έρημο κάθε υπουργό, κάθε βουλευτή, κάθε κομματικό παράγοντα που έχει πέσει στα δίκτυα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας — θα έδινε δηλαδή ένα καθαρό, αναμφισβήτητο μήνυμα αρχής;

Η απάντηση είναι αμείλικτη: ναι, θα κέρδιζε πόντους στην κοινή γνώμη. Αλλά ταυτόχρονα θα έχανε τη δεδηλωμένη. Και αυτό είναι το δίλημμα που κρατάει αιχμάλωτο το Μέγαρο Μαξίμου.

Η αριθμητική της επιβίωσης

Τα νούμερα είναι ψυχρά και αδυσώπητα. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει στο στόχαστρό της 175 υποθέσεις που αφορούν την Ελλάδα, με εκτιμώμενη ζημία που ξεπερνά τα 2,68 δισεκατομμύρια ευρώ — εκ των οποίων οι 117 άνοιξαν μόνο μέσα στο 2025, τριπλάσιες σε σχέση με τις 53 που ήταν σε εξέλιξη το 2023. Στο επίκεντρο βρίσκεται το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, που έχει ήδη στείλει στη Βουλή δύο δικογραφίες και ζητά άρση ασυλίας 11 εν ενεργεία βουλευτών της ΝΔ, ενώ έχει στο κάδρο και πρώην υπουργούς για κακουργήματα.

Μόλις 32 λεπτά μετά τη διαβίβαση των δικογραφιών στη Βουλή, το μεσημέρι της Παρασκευής 3 Απριλίου 2026, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης ανέβηκε στο βήμα και ανακοίνωσε ανασχηματισμό. Εκτός κυβέρνησης ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Κώστας Τσιάρας, ο υπουργός Πολιτικής Προστασίας Γιάννης Κεφαλογιάννης και ο υφυπουργός Υγείας Δημήτρης Βαρτζόπουλος. Παραίτηση υπέβαλε και ο γραμματέας της ΝΔ Κώστας Σκρέκας, ενώ ακολούθησε και ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος Νότης Μηταράκης.

Στη θέση τους, ο Μαργαρίτης Σχοινάς — πρώην αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής — αναλαμβάνει το Αγροτικής Ανάπτυξης, ο Μακάριος Λαζαρίδης υφυπουργός στο ίδιο χαρτοφυλάκιο και ο Ευάγγελος Τουρνάς το Πολιτικής Προστασίας. Ανασχηματισμός αναγκαστικός, όχι στρατηγικός — αυτή είναι η ειλικρινής αποτίμηση ακόμα και κυβερνητικών στελεχών.

Το ερώτημα που θέτει ο ανασχηματισμός αυτός δεν είναι τόσο «ποιοι φεύγουν» όσο «ποιοι μπαίνουν». Και εκεί βρίσκεται η ουσία του προβλήματος: το Μέγαρο Μαξίμου δεν έχει πάγκο. Η άντληση από το ευρωπαϊκό προσωπικό του Σχοινά και η ανάδειξη στελεχών που μόλις χθες ήταν κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι ή οργανωτικοί γραμματείς αποδεικνύει πως τα πολιτικά πυρομαχικά της κυβέρνησης τελειώνουν. Σε επτά χρόνια εξουσίας, η ΝΔ δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει μια ουσιαστική δεξαμενή νέων, καθαρών ονομάτων — και αυτό πληρώνεται ακριβά σήμερα.

Κυβερνητικά στελέχη επιχειρούν να αφηγηθούν μια άλλη ιστορία: ότι πρόκειται για «ρουσφέτι», για πελατειακή λογική που οι κυβερνήσεις της ΝΔ επιχείρησαν να εξαλείψουν, για το γνωστό «θα σε βοηθήσω με την επιδότηση» που είναι τόσο παλιό όσο και η ελληνική αγροτική πολιτική. Ίσως έχουν μερική δίκιο. Αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι τα ονόματα στις δικογραφίες είναι 20, οι βουλευτές που ζητείται η άρση ασυλίας τους είναι 11, και η δεδηλωμένη της κυβέρνησης στηρίζεται σε πρόσωπα που είναι υπόδικα.

Το σύστημα Μαξίμου και οι «αδύναμοι» ψηφοφόροι

Εδώ έρχεται το κρίσιμο σημείο που κάθε απλοϊκή ανάλυση αγνοεί: το σύστημα δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Η κυβέρνηση βρίσκεται, αναμφίβολα, σε θέση ισχυρής πολιτικής φθοράς. Οι δημοσκοπήσεις του 2025 έδειχναν τη ΝΔ να κυμαίνεται μεταξύ 23% και 24% — απόσταση παρασάγγων από τα 40,5% των εκλογών του 2023 — ενώ ελάχιστες φορές κατόρθωσε να ξεπεράσει το ψυχολογικό όριο του 30% στην εκτίμηση ψήφου.

Όμως, το Μέγαρο Μαξίμου ποντάρει σε κάτι που ξέρει πολύ καλά: στον «εξαγορασμένο» ψηφοφόρο. Στον αγρότη που πήρε επιδότηση χάρη σε κάποιον βουλευτή. Στον συμβασιούχο που διορίστηκε. Στον επιχειρηματία που πήρε την άδεια. Στον ψηφοφόρο που δεν ψηφίζει ιδεολογικά αλλά ανταποδοτικά. Αυτοί είναι πολλοί στην Ελλάδα — και το ξέρουν και στα κόμματα της αντιπολίτευσης, που δεν τολμούν να το πουν δυνατά.

Η αντιπολίτευση, από την πλευρά της, αρκείται στο αναμενόμενο: το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ βλέπουν στον ανασχηματισμό «ομολογία πολιτικής πίεσης» και επιμένουν ότι η κρίση είναι βαθιά πολιτική, όχι ζήτημα προσώπων. Σωστή η διάγνωση. Αλλά η αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη, χωρίς κοινή αφήγηση, χωρίς αρχηγό που να προκαλεί εκλογικές μεταγραφές στη σιωπηλή πλειοψηφία που κουράστηκε.

Το δίλημμα χωρίς διέξοδο

Η ΝΔ, λοιπόν, βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα που δεν έχει καλή απάντηση. Αν καθαρίσει πλήρως — αν αποπέμψει μαζικά, αν ζητήσει έδρες, αν δηλώσει ουσιαστική ανανέωση — χάνει τη βουλευτική πλειοψηφία και μαζί της τη δεδηλωμένη. Αν δεν το κάνει, η εικόνα σήψης συνεχίζεται να τη βαραίνει. Ο ανασχηματισμός της 3ης Απριλίου 2026 δεν ήταν παρά μια μέση λύση — αρκετή για να μην καταρρεύσει η κυβέρνηση άμεσα, ανεπαρκής για να πείσει την κοινωνία ότι κάτι πραγματικά αλλάζει.

Η Επιτροπή Δεοντολογίας συνεδριάζει Μεγάλη Τρίτη, 7 Απριλίου 2026, για να εκδώσει εισήγηση στην Ολομέλεια της Βουλής σχετικά με τις άρσεις ασυλίας. Το αποτέλεσμα αναμένεται — και στο Μαξίμου γνωρίζουν ότι ακόμα και αν η Βουλή ψηφίσει υπέρ της άρσης, η πολιτική διαχείριση κάθε ξεχωριστής υπόθεσης θα κρίνει αν η κυβέρνηση θα φτάσει στις εκλογές του 2027 ή θα σπρωχτεί νωρίτερα στις κάλπες.

Στο τέλος, η ΝΔ δεν αντιμετωπίζει μόνο ένα νομικό πρόβλημα. Αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα αξιοπιστίας που δεν θεραπεύεται με ανασχηματισμούς. Και το Μέγαρο Μαξίμου το γνωρίζει αυτό καλύτερα από οποιονδήποτε — γι' αυτό και ποντάρει στο μόνο που ακόμα ελέγχει: στην αδυναμία της αντιπολίτευσης να ενωθεί και στην «πιστή» ψήφο εκείνων που έχουν λόγο να μην αλλάξουν σελίδα.