23 Απριλίου 2026

Η πυρηνική συμφωνία Ομπάμα που ο Τραμπ αποκήρυξε και τώρα θέλει να ξεπεράσει με νέα συμφωνία με το Ιράν

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επαναφέρει στο προσκήνιο τη δέσμευσή του ότι θα πετύχει μια σαφώς ευνοϊκότερη συμφωνία με το Ιράν από εκείνη που είχε συναφθεί το 2015 επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα. Η τότε συμφωνία, που έμεινε γνωστή διεθνώς ως πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, είχε ως βασικό στόχο να εμποδίσει την Τεχεράνη να φτάσει στην απόκτηση πυρηνικού όπλου, επιβάλλοντας περιορισμούς στο πυρηνικό της πρόγραμμα με αντάλλαγμα την άρση ενός μεγάλου μέρους των κυρώσεων.

Κατά την πρώτη του θητεία, ο Τραμπ αποχώρησε από τη συμφωνία, επανέφερε αυστηρές κυρώσεις και άνοιξε τον δρόμο για μια νέα περίοδο έντασης, στη διάρκεια της οποίας το Ιράν επιτάχυνε σε μεγάλο βαθμό τις πυρηνικές του δραστηριότητες. Ο ίδιος έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι στόχος του είναι να ανακοπεί οριστικά οποιαδήποτε πορεία της Τεχεράνης προς την απόκτηση ατομικής βόμβας, κάτι που το Ιράν εξακολουθεί να αρνείται ότι επιδιώκει. Ωστόσο, οι επικριτές του επισημαίνουν ότι η έξοδος των ΗΠΑ από το πλαίσιο του 2015 οδήγησε σε μεγαλύτερη αποσταθεροποίηση και ότι θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί μια δαπανηρή και επικίνδυνη κλιμάκωση.

Γιατί ο Ομπάμα επέλεξε τη διαπραγμάτευση

Το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα παρουσιαζόταν επί δεκαετίες από την Τεχεράνη ως πρόγραμμα ειρηνικής χρήσης, συνδεδεμένο με την έρευνα, την ιατρική και την ενέργεια. Η Δύση, ωστόσο, αντιμετώπιζε με αυξανόμενη καχυποψία αυτή τη θέση, εκτιμώντας ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για στρατιωτική αξιοποίηση. Όταν ο Μπαράκ Ομπάμα ανέλαβε την προεδρία το 2009, οι αμερικανικές και δυτικές υπηρεσίες έβλεπαν ήδη σοβαρές ενδείξεις ότι το ιρανικό καθεστώς ενδιαφερόταν για τη δυνατότητα παραγωγής πυρηνικών όπλων.

Ο Ομπάμα, που είχε εκλεγεί με κεντρικό μήνυμα την απομάκρυνση των Ηνωμένων Πολιτειών από τις πολεμικές περιπέτειες της Μέσης Ανατολής, δεν ήθελε να ανοίξει ένα νέο στρατιωτικό μέτωπο. Παράλληλα, υπήρχε έντονη ανησυχία στην Ουάσιγκτον ότι μια ισραηλινή επίθεση κατά ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων θα μπορούσε να παρασύρει και τις ΗΠΑ σε μια νέα σύγκρουση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το 2013 άνοιξε ο δρόμος για διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη, η οποία αναζητούσε διέξοδο από τις σκληρές κυρώσεις που είχαν επιβάλει οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη.

Η κυβέρνηση Ομπάμα πρωταγωνίστησε σε διαπραγματεύσεις που διήρκεσαν περίπου 20 μήνες, με τη συμμετοχή της Ρωσίας, της Κίνας, της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κεντρικός στόχος ήταν να απομακρυνθεί χρονικά η δυνατότητα του Ιράν να συγκεντρώσει επαρκές πυρηνικό υλικό για την κατασκευή βόμβας. Πριν από τη συμφωνία, οι ΗΠΑ θεωρούσαν ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να βρεθεί πολύ κοντά σε αυτό το σημείο μέσα σε μόλις δύο ή τρεις μήνες. Με τη συμφωνία επιχειρήθηκε να διευρυνθεί αυτό το χρονικό περιθώριο τουλάχιστον στον έναν χρόνο.

Οι δεσμεύσεις της Τεχεράνης και ο μηχανισμός ελέγχου

Το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης, όπως ήταν η επίσημη ονομασία της συμφωνίας, προέβλεπε εκτεταμένες δεσμεύσεις από την πλευρά του Ιράν. Η Τεχεράνη αποδέχθηκε να περιορίσει δραστικά το πυρηνικό της πρόγραμμα, να απομακρύνει το μεγαλύτερο μέρος του αποθέματος ουρανίου της, να δεχθεί διεθνή επιτήρηση και να δεσμευθεί ότι δεν θα επιδιώξει την απόκτηση πυρηνικών όπλων.

Στην πράξη, το Ιράν μετέφερε εκτός χώρας το 98% του αποθέματος εμπλουτισμένου ουρανίου που διέθετε. Πριν από τη συμφωνία, η ποσότητα αυτή εκτιμάτο ότι αρκούσε δυνητικά για την παραγωγή υλικού που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε οκτώ έως δέκα βόμβες. Μετά τις προβλέψεις της συμφωνίας, το διαθέσιμο υλικό δεν επαρκούσε ούτε για μία. Ταυτόχρονα, η χώρα αποσυναρμολόγησε περίπου τα δύο τρίτα των φυγοκεντρητών της και συμφώνησε να διατηρεί σε λειτουργία μόνο 5.060, μάλιστα από τα λιγότερο προηγμένα μοντέλα, για μια δεκαετία.

Η συμφωνία προέβλεπε επίσης ότι για 15 χρόνια δεν θα επιτρεπόταν εμπλουτισμός ή αποθήκευση ουρανίου στην υπόγεια εγκατάσταση του Fordo. Επιπλέον, απαγορευόταν ο εμπλουτισμός ουρανίου σε ποσοστό άνω του 3,67% έως το 2030, ενώ ο αντιδραστήρας πλουτωνίου αδρανοποιήθηκε ώστε να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί για στρατιωτική αξιοποίηση. Για την επιτήρηση αυτών των δεσμεύσεων, η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας απέκτησε τη δυνατότητα να παρακολουθεί εγκαταστάσεις μέσω επιθεωρητών και συστημάτων παρακολούθησης.

Τα σημεία σύγκρουσης και η πολιτική διαμάχη

Οι αντίπαλοι της συμφωνίας υποστήριξαν από την αρχή ότι επρόκειτο για ένα προβληματικό πλαίσιο, κυρίως επειδή αρκετοί από τους περιορισμούς του είχαν συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης. Οι λεγόμενες «ρήτρες λήξης» θεωρήθηκαν από τους επικριτές ως το μεγαλύτερο κενό της συμφωνίας, με το επιχείρημα ότι μετά το πέρας τους το Ιράν θα μπορούσε να επεκτείνει ξανά τις πυρηνικές του δυνατότητες. Στελέχη της κυβέρνησης Ομπάμα αντέτειναν ότι δεν υπήρχε ρεαλιστικός τρόπος να επιβληθούν πιο μακροχρόνιοι όροι και ότι το κέρδος χρόνου ήταν κρίσιμο για τη διεθνή ασφάλεια.

Στη σημερινή πολιτική αντιπαράθεση, ο Τραμπ επιμένει ότι η συμφωνία ήταν καταστροφική για τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι λειτούργησε τελικά ως διάδρομος προς την απόκτηση πυρηνικού όπλου από το Ιράν. Ωστόσο, στο ίδιο το κείμενο της συμφωνίας υπήρχε ρητή διατύπωση με την οποία η Τεχεράνη δεσμευόταν ότι δεν θα επιδιώξει, δεν θα αναπτύξει και δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα σε καμία περίπτωση. Οι επικριτές του Τραμπ προειδοποιούν ότι, παρά τη σφοδρή ρητορική του, μπορεί τελικά να οδηγηθεί στην αποδοχή όρων που δεν θα απέχουν ουσιαστικά από εκείνους που είχαν συμφωνηθεί πριν από περισσότερο από μία δεκαετία.

Τι κέρδισε το Ιράν και γιατί προκάλεσαν αντιδράσεις τα μετρητά

Σε αντάλλαγμα για τους περιορισμούς που αποδέχθηκε, το Ιράν είδε την άρση μεγάλου μέρους των οικονομικών κυρώσεων που το είχαν πιέσει για χρόνια. Καταργήθηκαν περιορισμοί σε κρίσιμους τομείς, όπως το πετρέλαιο, η ναυτιλία, οι τράπεζες και οι ασφάλειες. Παράλληλα, χαλάρωσαν και οι δευτερογενείς κυρώσεις, εκείνες δηλαδή που απέτρεπαν τρίτες χώρες και επιχειρήσεις από το να συναλλάσσονται με την Τεχεράνη. Αυτό έδωσε στο Ιράν τη δυνατότητα να επιστρέψει στις αγορές πετρελαίου, να δεχθεί ξένες επενδύσεις και να προχωρήσει σε αγορές προϊόντων, μεταξύ των οποίων και ανταλλακτικά για τον αεροπορικό του στόλο.

Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο ήταν η πρόσβαση σε δεσμευμένα κεφάλαια που βρίσκονταν στο εξωτερικό. Οι εκτιμήσεις για το ύψος αυτών των πόρων ποικίλλουν, με ορισμένες αμερικανικές αποτιμήσεις να μιλούν για περίπου 50 δισ. δολάρια, ενώ οι πολέμιοι της συμφωνίας υποστήριξαν ότι το πραγματικό οικονομικό όφελος προσέγγιζε τα 100 δισ. δολάρια. Επικριτές της συμφωνίας υποστηρίζουν ότι μέρος αυτών των πόρων διοχετεύθηκε σε οργανώσεις και ένοπλα δίκτυα της περιοχής, όπως η Χαμάς, η Χεζμπολάχ και οι Χούθι. Η Τεχεράνη, από την άλλη, υποστήριξε ότι ποτέ δεν απέσπασε πλήρως τα οικονομικά οφέλη που υποσχόταν η συμφωνία, καθώς η απροθυμία διεθνών επενδυτών και τραπεζών να επιστρέψουν στο Ιράν παρέμεινε ισχυρή υπό τον φόβο μελλοντικών κυρώσεων.

Μεγάλη πολιτική θύελλα είχε προκαλέσει και η υπόθεση των 1,7 δισ. δολαρίων σε μετρητά που εστάλησαν το 2016 στην Τεχεράνη. Οι εικόνες με τα χρήματα να μεταφέρονται σε ξύλινες παλέτες τροφοδότησαν σφοδρές αντιδράσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η κυβέρνηση Ομπάμα απάντησε ότι δεν επρόκειτο για μυστική παραχώρηση ή για λύτρα, αλλά για διευθέτηση μιας μακράς οικονομικής διαφοράς που είχε τις ρίζες της πριν από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. Το Ιράν είχε καταβάλει τότε 400 εκατ. δολάρια για αγορά όπλων που ουδέποτε παραδόθηκαν, και το ποσό αυτό είχε αυξηθεί με την προσθήκη τόκων. Οι ΗΠΑ υποστήριξαν ότι η πληρωμή έγινε σε μετρητά επειδή το καθεστώς κυρώσεων δεν επέτρεπε συνήθεις τραπεζικές συναλλαγές. Παρ’ όλα αυτά, η Ουάσιγκτον είχε παραδεχθεί ότι τα χρήματα κρατήθηκαν μέχρι να απελευθερωθούν Αμερικανοί κρατούμενοι από το Ιράν, γεγονός που διατήρησε τη δημόσια αμφισβήτηση γύρω από τη φύση αυτής της κίνησης.

Η ουσία της διαμάχης παραμένει ανοιχτή μέχρι σήμερα. Η συμφωνία του 2015 παρουσιάστηκε από τους υποστηρικτές της ως ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να μπει φρένο στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα χωρίς πόλεμο. Οι αντίπαλοί της τη θεώρησαν μια προσωρινή αναβολή που έδωσε στην Τεχεράνη χρόνο, πόρους και στρατηγικό χώρο. Ο Τραμπ επιχειρεί τώρα να οικοδομήσει πάνω σε αυτήν ακριβώς τη σύγκρουση, παρουσιάζοντας τη δική του προσέγγιση ως πιο σκληρή και πιο ασφαλή για τα αμερικανικά συμφέροντα. Το ερώτημα είναι αν μια νέα συμφωνία μπορεί πράγματι να αποδειχθεί πολύ αυστηρότερη ή αν τελικά η Ουάσιγκτον θα επιστρέψει, με διαφορετική φρασεολογία, σε ένα πλαίσιο που δεν θα απέχει ουσιαστικά από εκείνο που ο ίδιος ο Τραμπ κατήγγειλε.