31 Μαΐου 2026

Η Ελλάδα κόμβος data centers για την Ευρώπη

Η σχεδιαζόμενη μαζική εγκατάσταση data centers στη Δυτική Μακεδονία προβάλλεται από την κυβέρνηση ως τεχνολογική αναβάθμιση και αναπτυξιακή ευκαιρία. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη και πολύ πιο βαριά για τις τοπικές κοινωνίες. Τα οφέλη εμφανίζονται περιορισμένα, ενώ οι κίνδυνοι για το νερό, το ηλεκτρικό δίκτυο, το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής είναι μεγάλοι.

Την ώρα που σε πολιτείες των ΗΠΑ, όπως η Νέα Υόρκη και το Νιου Τζέρσεϊ, τοπικές κοινωνίες καταφέρνουν να μπλοκάρουν μεγάλα έργα data centers και να επιβάλλουν πλήρεις απαγορεύσεις σε αγροτικές περιοχές, στην Ελλάδα η κυβέρνηση κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Παραχωρεί γη, ενεργειακές υποδομές και πρόσβαση σε κρίσιμους φυσικούς πόρους, μετατρέποντας τη Δυτική Μακεδονία σε υποψήφιο υπολογιστικό κόμβο για την υπόλοιπη Ευρώπη.

Στο Andover του Νιου Τζέρσεϊ, το δημοτικό συμβούλιο ακύρωσε πρόσφατα ένα τεράστιο έργο δισεκατομμυρίων δολαρίων και ψήφισε γενική απαγόρευση ανάλογων εγκαταστάσεων σε αγροτικές ζώνες. Οι λόγοι ήταν συγκεκριμένοι: τεράστια κατανάλωση νερού για την ψύξη των συστημάτων, κίνδυνος αύξησης του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για τους καταναλωτές, περιβαλλοντική επιβάρυνση και αλλοίωση του χαρακτήρα της περιοχής.

Στην περιοχή της Κοζάνης, οι ίδιες ακριβώς ανησυχίες εκφράζονται από κατοίκους και τοπικούς φορείς. Οι προειδοποιήσεις αφορούν την επιβάρυνση του υδροφόρου ορίζοντα, τη συνεχή ηχητική ρύπανση, την περιβαλλοντική υποβάθμιση και την υπερφόρτωση του ηλεκτρικού δικτύου. Οι τοπικές αντιδράσεις, ωστόσο, φαίνεται να αντιμετωπίζονται ως εμπόδιο μπροστά στον κυβερνητικό σχεδιασμό για τη μετατροπή της περιοχής σε μεγάλο πεδίο υποδοχής data centers.

Η ΔΕΗ, οι Big Tech και το ενεργειακό κόστος

Σύμφωνα με τον τρέχοντα σχεδιασμό, μέσα στους επόμενους 3 έως 6 μήνες αναμένεται να επιλεγεί ο τεχνολογικός κολοσσός που θα αναλάβει το μεγάλο data center της ΔΕΗ στην Κοζάνη. Στο τραπέζι βρίσκονται εταιρείες τύπου Google και Microsoft, στο πλαίσιο ενός έργου ισχύος 300 MW, το οποίο παρουσιάζεται ως η απαρχή ενός ευρύτερου σχεδίου ψηφιακών κόμβων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η έκρηξη της Τεχνητής Νοημοσύνης αυξάνει διεθνώς τη ζήτηση για υπολογιστική ισχύ και ωθεί τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες σε αναζήτηση νέων περιοχών για εγκατάσταση ενεργοβόρων υποδομών. Η Ελλάδα εμφανίζεται πρόθυμη να αναλάβει τον ρόλο του χώρου φιλοξενίας, χωρίς να προκύπτει αντίστοιχη εθνική ερευνητική, παραγωγική ή τεχνολογική συμμετοχή στον ίδιο τον πυρήνα της τεχνητής νοημοσύνης.

Στο πλαίσιο της σχεδιαζόμενης συμφωνίας, η ΔΕΗ αναμένεται να εισφέρει τη γη, το κτίριο, τις ενεργειακές υποδομές και τη μακροχρόνια τροφοδοσία ρεύματος μέσω συμβολαίων που θα υπερβαίνουν τη δεκαετία. Για την εταιρεία, το μοντέλο υπόσχεται σταθερά έσοδα από την ενοικίαση των εγκαταστάσεων και από την πώληση μεγάλων ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας σε προκαθορισμένους όρους.

Για την τοπική κοινωνία, όμως, η εξίσωση είναι πολύ πιο δυσμενής. Τα data centers απαιτούν τεράστια ηλεκτρική ισχύ και συνεχή ψύξη. Η λειτουργία τους μπορεί να επιβαρύνει ένα ήδη πιεσμένο ενεργειακό σύστημα και να δεσμεύσει υδάτινους πόρους σε μια περίοδο που η λειψυδρία μετατρέπεται σε μόνιμη απειλή για πολλές περιοχές της χώρας.

Μικρή απασχόληση, μεγάλοι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι

Ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται υπέρ των data centers είναι η δημιουργία θέσεων εργασίας. Η πραγματική εικόνα είναι αρκετά περιορισμένη. Η απασχόληση αυξάνεται κυρίως στη φάση της κατασκευής, με προσωρινές και εργολαβικές ανάγκες. Στη φάση της κανονικής λειτουργίας, οι μόνιμες θέσεις είναι λίγες, καθώς οι εγκαταστάσεις αυτές λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό αυτοματοποιημένα.

Η παγκόσμια ζήτηση για data centers εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 46 GW το 2020 σε 163 GW έως το 2030, κυρίως λόγω της τεχνητής νοημοσύνης. Στην Ευρώπη, η προβλεπόμενη ζήτηση φτάνει τα 28 GW μέχρι το τέλος της δεκαετίας, ενώ το υφιστάμενο pipeline έργων αφήνει κενό περίπου 11 GW. Η Ελλάδα φαίνεται να τοποθετείται ως εύκολη λύση για την κάλυψη μέρους αυτής της ανάγκης, αναλαμβάνοντας το περιβαλλοντικό και ενεργειακό βάρος για λογαριασμό ενός ευρωπαϊκού ψηφιακού σχεδιασμού.

Το επιχειρηματικό μοντέλο είναι σαφές. Οι Big Tech αποκτούν πρόσβαση σε έτοιμες υποδομές, μακροχρόνια ενεργειακή τροφοδοσία και σταθερό περιβάλλον λειτουργίας. Η ΔΕΗ εξασφαλίζει εγγυημένες ροές εσόδων από ενοίκια και ενέργεια. Η Κοζάνη, όμως, καλείται να αναλάβει το κόστος της ηχητικής ρύπανσης, της πίεσης στον υδροφόρο ορίζοντα, της επιβάρυνσης του ηλεκτρικού δικτύου και της συνολικής περιβαλλοντικής υποβάθμισης.

Η λειτουργία γιγαντιαίων ψυκτικών εγκαταστάσεων συνεπάγεται συνεχή θόρυβο για τις γύρω περιοχές. Η ανάγκη για διαρκή ψύξη μπορεί να ασκήσει έντονη πίεση στους υδάτινους πόρους. Η μεγάλη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να μετακυλιστεί, άμεσα ή έμμεσα, στο συνολικό κόστος του συστήματος, ειδικά σε μια χώρα όπου τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις ήδη αντιμετωπίζουν ακριβό ρεύμα.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν τα εταιρικά έσοδα από ενοίκια και πώληση ενέργειας μπορούν να αντισταθμίσουν τη δέσμευση φυσικών πόρων, την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και την πίεση που θα δεχτεί μια περιοχή η οποία ήδη πλήρωσε βαρύ τίμημα από την απολιγνιτοποίηση.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι τοπικές κοινωνίες δεν αντιδρούν τυχαία. Αντιλαμβάνονται ότι τα υποσχόμενα οφέλη, όπως τοπικοί φόροι, οδικές βελτιώσεις ή περιορισμένες θέσεις εργασίας, συχνά δεν επαρκούν για να καλύψουν το μακροπρόθεσμο περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος.

Η Δυτική Μακεδονία χρειάζεται παραγωγική ανασυγκρότηση, πραγματική τεχνολογική συμμετοχή, θέσεις εργασίας υψηλής αξίας και προστασία των φυσικών της πόρων. Η μετατροπή της σε ενεργοβόρο υπολογιστικό παράρτημα της Ευρώπης, χωρίς ουσιαστικό εθνικό τεχνολογικό όφελος, αποτελεί επιλογή με σοβαρές συνέπειες. Η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει με πλήρη διαφάνεια το περιβαλλοντικό αποτύπωμα, τις απαιτήσεις σε νερό και ρεύμα, τα πραγματικά οφέλη για τους κατοίκους και τις δεσμεύσεις των εταιρειών πριν ληφθούν αποφάσεις που μπορεί να αλλάξουν οριστικά τον χαρακτήρα της περιοχής.