Σήμερα Γιορτάζουν:

ΖΗΣΗΣ

ΖΗΣΙΜΟΣ

ΖΩΗ

ΚΡΗΝΗ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

ΠΗΓΗ

17 Απριλίου 2026

Η «τοξικότητα» διαμορφώνεται ήδη ως βασικό αφήγημα για προσφυγή στις κάλπες

Η χθεσινή προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή με αντικείμενο τις υποκλοπές κατέληξε σε μία από τις πλέον δυσμενείς κοινοβουλευτικές στιγμές για τον πρωθυπουργό και τη Νέα Δημοκρατία, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η χώρα οδηγείται σε εκλογικές εξελίξεις, είτε αυτό αποτελεί επιλογή είτε επιβολή των συνθηκών.

Ποιοι είναι οι λόγοι που προσδίδουν στη συνεδρίαση αυτόν τον χαρακτήρα;

Καταρχάς, ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρέθηκε να δίνει μία από τις πιο απαιτητικές πολιτικές αντιπαραθέσεις της διακυβέρνησής του με περιορισμένη στήριξη στο πλευρό του. Στα υπουργικά έδρανα βρίσκονταν μόνο ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης και ο υφυπουργός Γιάννης Μπούγας. Η απουσία των υπολοίπων κυβερνητικών στελεχών, και ιδίως των κορυφαίων υπουργών, συνδέεται με το γεγονός ότι σημαντικός αριθμός εξ αυτών είχε τεθεί υπό παρακολούθηση. Συγκεκριμένα, δεκατρία πρόσωπα φέρονται να είχαν στοχοποιηθεί μέσω παράνομου λογισμικού, μεταξύ των οποίων ο Νίκος Δένδιας, ο Κωστής Χατζηδάκης, ο Βασίλης Κικίλιας, ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Θάνος Πλεύρης, ο Γιώργος Γεραπετρίτης και ο Άκης Σκέρτσος. Η πιθανή παρουσία τους στην αίθουσα θα μπορούσε να αποτελέσει πεδίο πολιτικής εκμετάλλευσης από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Νίκο Ανδρουλάκη, γεγονός που οδήγησε σε μία εικόνα πολιτικής απομόνωσης για τον πρωθυπουργό.

Ένας δεύτερος παράγοντας που βάρυνε το κλίμα της συνεδρίασης ήταν η ανακοίνωση του προέδρου της Βουλής Νικήτα Κακλαμάνη για τη διαβίβαση ποινικής δικογραφίας σε βάρος του υπουργού Υγείας Θάνου Πλεύρη, με βάση τον νόμο περί ευθύνης υπουργών του 2003. Η ενημέρωση έγινε χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις, προκαλώντας εμφανή αμηχανία στην κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας. Η συγκυρία αυτή απέκτησε ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς συνέπεσε με την υπεράσπιση του κράτους δικαίου από τον πρωθυπουργό στην ομιλία του. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι, παρότι η συνταγματική αναθεώρηση του 2019 επέκτεινε την αποσβεστική προθεσμία για ποινικές ευθύνες υπουργών στα είκοσι έτη, εξακολουθεί να ισχύει ο παλαιός νόμος του 2003. Η μη ψήφιση του εκτελεστικού νόμου έως το 2025 από την κυβέρνηση έχει διατηρήσει το υφιστάμενο καθεστώς, χωρίς προσαρμογή στο νέο συνταγματικό πλαίσιο.

Τρίτον, για πρώτη φορά τέθηκε ανοιχτά εντός του Κοινοβουλίου ζήτημα πιθανών ποινικών ευθυνών βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας που συμμετείχαν στην Επιτροπή Θεσμών για τις υποκλοπές, χωρίς να υπάρξει αντίδραση από την πλειοψηφία. Το θέμα ανέδειξε ο Νίκος Ανδρουλάκης, επικαλούμενος κατάθεση μάρτυρα στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, σύμφωνα με την οποία βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας καθοδηγούνταν ως προς τις ερωτήσεις που θα υπέβαλαν στην επιτροπή. Η εξέταση των πρακτικών της επιτροπής επιτρέπει την ταυτοποίηση των βουλευτών που συμμετείχαν στη διαδικασία, ενώ από τη σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου προκύπτει ποιοι από αυτούς ανέλαβαν στη συνέχεια κυβερνητικά αξιώματα.

Το τέταρτο στοιχείο, με ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, αφορά την τοποθέτηση του πρωθυπουργού έναντι της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί το κράτος δικαίου και να καθησυχάσει βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας που ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με διώξεις μετά από άρση ασυλίας, προχώρησε σε αιχμές κατά του θεσμού. Αναφέρθηκε σε διαρροές προς τον Τύπο και σε τμηματική άσκηση διώξεων, αφήνοντας υπαινιγμούς για ζητήματα ουδετερότητας. Ωστόσο, η συζήτηση για τις διαρροές επεκτάθηκε και στο εσωτερικό της κυβέρνησης, καθώς πληροφορίες για εμπλοκή συγκεκριμένων προσώπων φέρεται να μεταφέρθηκαν σε βουλευτές από υφυπουργό του Μεγάρου Μαξίμου. Δύο εξ αυτών ενημερώθηκαν ότι η συμμετοχή τους σε υποθέσεις σχετικές με τον ΟΠΕΚΕΠΕ θα επηρέαζε την παρουσία τους στο κυβερνητικό σχήμα.

Σε ό,τι αφορά την εξέλιξη των ερευνών, τίθεται και το ζήτημα της στελέχωσης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καθώς εκκρεμεί η αποστολή τεσσάρων εισαγγελέων που έχουν ζητηθεί για την υποστήριξη του έργου της. Η απουσία αυτής της ενίσχυσης προσθέτει επιπλέον διάσταση στη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα των ερευνών.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε και η αναφορά του πρωθυπουργού ότι η υπόθεση των υποκλοπών έχει ήδη κριθεί σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις. Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει μια αντίληψη όπου η πολιτική ευθύνη μετατίθεται στη λαϊκή ψήφο, σαν οι κάλπες να λειτουργούν ως υποκατάστατο της δικαστικής κρίσης και ως μηχανισμός οριστικής απαλλαγής από κάθε θεσμική διερεύνηση.

Στα αξιοσημείωτα της συνεδρίασης περιλαμβάνεται και η επιλογή του πρωθυπουργού να χρησιμοποιήσει το ρήμα «φυλακίζουμε», επιχειρώντας να περιγράψει το πολιτικό κλίμα. Η λέξη καταγράφηκε αυτούσια, καθώς φωτίζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τη βαρύτητα της συγκυρίας και το πώς αυτή αποτυπώνεται στον δημόσιο λόγο.

Επιπλέον, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να φέρει στο προσκήνιο την περιπέτεια υγείας υφυπουργού και δημοσιεύματα από κυπριακά μέσα ενημέρωσης, επιχειρώντας να αποδώσει ευθύνες για τοξικότητα στην αντιπολίτευση. Η μετατόπιση της συζήτησης σε προσωπικά πεδία και η ψυχρή χρονική διαχείριση της σχετικής αναφοράς ενίσχυσαν την εικόνα πίεσης που κατέγραψε η παρουσία του στο βήμα.

Το συνολικό πολιτικό αποτύπωμα της συνεδρίασης οδηγεί σε ένα σαφές συμπέρασμα: η επίκληση της «τοξικότητας» διαμορφώνεται ήδη ως βασικό αφήγημα για προσφυγή στις κάλπες. Οι εξελίξεις δείχνουν ότι το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών αποκτά χαρακτηριστικά πολιτικής επιλογής που ωριμάζει.