Η Τουρκία διεκδικεί δικαιοδοσία επί των θαλάσσιων δραστηριοτήτων στο Αιγαίο!
Με τις δύο πρόσφατες τουρκικές NAVTEX, οι οποίες έχουν πλέον μόνιμο χαρακτήρα, η Τουρκία διεκδικεί ουσιαστικά δικαιοδοσία επί των θαλάσσιων δραστηριοτήτων στο Αιγαίο, υποστηρίζοντας ότι κάθε ελληνική ενέργεια εντός της περιοχής της «Γαλάζιας Πατρίδας» απαιτεί τουρκική άδεια. Παράλληλα, θέτει αυστηρούς περιορισμούς για 23 ελληνικές νησιωτικές περιοχές στο Ανατολικό Αιγαίο, οι οποίες ορίζονται όχι απλώς ως αποστρατικοποιημένες, αλλά και ως περιοχές όπου απαγορεύεται κάθε στρατιωτική δραστηριότητα. Η Τουρκία δηλώνει ρητά ότι οποιαδήποτε παραβίαση θα αντιμετωπίζεται με βάση τα εθνικά της συμφέροντα.
Οι θέσεις αυτές δεν αποτελούν νέο αίτημα, ωστόσο αντιβαίνουν σε δεσμεύσεις όπως η Διακήρυξη των Αθηνών και η αρχή των «ήρεμων νερών». Ο χρόνος έκδοσης των NAVTEX υποδεικνύει το πλαίσιο συζήτησης που θα θέσει η Τουρκία στην επικείμενη διμερή συνάντηση κορυφής, αναδεικνύοντας τη σταθερή στρατηγική της για την αναθεώρηση του καθεστώτος στο Αιγαίο. Το ιστορικό των Ιμίων δείχνει ότι οι παρελθούσες ενέργειες υποχρεώνουν την Ελλάδα να περιορίζει τις κινήσεις της, ενώ η Τουρκία επικαλείται συνεχώς τα «ζωτικά συμφέροντά» της, όπως είχε διατυπωθεί στη Μαδρίτη το 1997.
Οι τουρκικές διεκδικήσεις ξεκίνησαν από το 1973 και έχουν διευρυνθεί σταδιακά, πλέον διαμορφώνοντας ένα πλέγμα που συνιστά υπαρξιακή απειλή για την Ελλάδα. Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία αμφισβητεί όχι μόνο τις ελληνικές θέσεις στο Αιγαίο, αλλά και την κατάσταση στη Θράκη και στην Κύπρο, επιδιώκοντας συνολική ανατροπή του καθεστώτος που έχει καθιερωθεί. Στρατηγικά, η Άγκυρα ασκεί επιρροή και σε γειτονικές χώρες, εντάσσοντάς τες στον ευρύτερο σχεδιασμό της και επηρεάζοντας περιφερειακές ισορροπίες.
Στη σημερινή Ελλάδα, με δημογραφική συρρίκνωση σε κρίσιμες περιοχές, η Τουρκία αναπτύσσει πολυδιάστατη παρουσία, μέσω αγοράς γης, υποδομών και επιχειρήσεων, μόνιμης εγκατάστασης Τούρκων και ελεγχόμενων μουσουλμανικών κοινοτήτων, καθώς και μέσω προσέγγισης της Μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης. Η στρατηγική αυτή επικεντρώνεται στις αραιοκατοικημένες, παραμεθόριες περιοχές, με τις οποίες η Τουρκία «αδελφοποιείται» και παρέχει υποδομές και υπηρεσίες, δημιουργώντας δεσμούς επιρροής.
Οι συνεχείς απειλές, οι στρατιωτικές ασκήσεις, οι υβριδικές προκλήσεις και η ανάπτυξη των ενόπλων δυνάμεων, σε συνδυασμό με την ισχυρή τουρκική αμυντική βιομηχανία, καταδεικνύουν σαφώς την πρόθεση της Τουρκίας να προωθήσει τις αναθεωρητικές της βλέψεις. Μέχρι να υπάρξει ανάκληση αυτών των επεκτατικών πρακτικών, οι σχέσεις Ελλάδας–Τουρκίας παραμένουν μηδενικού αθροίσματος: κάθε απώλεια για τη μία πλευρά αντιστοιχεί σε κέρδος για την άλλη.
Οι εγχώριες απόψεις που προτείνουν παραχωρήσεις για αποφυγή στρατιωτικής σύγκρουσης ή για διαμεσολάβηση τρίτων κρίνονται είτε αφελείς είτε δόλιες. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από υποχώρηση του διεθνούς δικαίου έναντι πρακτικών ισχύος, ένταση στις ευρω-ατλαντικές σχέσεις και ενίσχυση του περιφερειακού ρόλου της Τουρκίας, η οποία διατηρεί στενές προσωπικές σχέσεις με ηγεσίες των ΗΠΑ. Η στρατηγική της Ελλάδας δεν μπορεί να ταυτίζεται με την πολιτική των ΗΠΑ, που αποσκοπεί στην αποφυγή άμεσης σύγκρουσης με την Τουρκία.
Ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης των ευρω-ατλαντικών σχέσεων, η Ελλάδα πρέπει να βασίζει τη στρατηγική της αποκλειστικά στα εθνικά ζωτικά συμφέροντα, χωρίς να επηρεάζεται από συναισθηματικές ή κομματικές προσεγγίσεις. Το ίδιο ισχύει και για την επιλογή συμμάχων και την εμβάθυνση σχέσεων με γειτονικά κράτη.
Με δεδομένο το εύρος των τουρκικών απαιτήσεων, η επίλυση της μοναδικής νομικής διαφοράς για την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα δεν μπορεί να γίνει μέσω απλού διμερούς πολιτικού διαλόγου. Οι 65 αδιάφορες έως τώρα διμερείς συναντήσεις επιβεβαιώνουν ότι χωρίς στρατηγική ωρίμανση και σκληρή προετοιμασία σε επίπεδο επιτελείου, οι συναντήσεις κορυφής δεν μπορούν να αποδώσουν ουσιαστικά αποτελέσματα.
Στην περίπτωση που η αναθεωρητική πλευρά δεν αντιμετωπιστεί με αποφασιστικότητα, το σύνολο των διεκδικήσεων τίθεται επί τάπητος, με την Τουρκία να επωφελείται από τη διεθνή εικόνα του κράτους που συζητά και επιδιώκει «μηδενικά προβλήματα» με τους γείτονες. Η στρατηγική αυτή επιτρέπει στην Τουρκία να αποκτά πρόσβαση σε τεχνολογικά, οικονομικά, αμυντικά, ενεργειακά και διπλωματικά οφέλη, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τις περιφερειακές φιλοδοξίες της.
Η πρακτική του μακροχρόνιου «διαλόγου» χωρίς καθορισμένες κόκκινες γραμμές και χωρίς αυτόφωτη στρατηγική έχει οδηγήσει σε διολίσθηση των ελληνικών θέσεων σε κρίσιμα θέματα, όπως το Κυπριακό, όπου η Τουρκία κατάφερε να μετατρέψει το ζήτημα από παράνομη ξένη εισβολή και κατοχή σε διακοινοτική διαπραγμάτευση υπό την επιρροή της.
Η απειλή της Τουρκίας δεν έχει αντιμετωπιστεί συστηματικά στο εσωτερικό των συμμαχιών της Ελλάδας, καθώς η ευαισθησία των εταίρων επικεντρώνεται κυρίως στην ρωσική επεκτατική πολιτική. Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα διαθέτει μειωμένη εθνική κυριαρχία σε ορισμένα ζητήματα, όπως η επέκταση χωρικών υδάτων, η Τουρκία συνεχίζει να πιέζει την Κύπρο, η οποία, παρά την ένταξή της στην ΕΕ, εξακολουθεί να υφίσταται εκβιασμούς από την κατοχική δύναμη.
Η συνεχής αναβολή και η επιφύλαξη ενασκήσεως των δικαιωμάτων που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο δημιουργούν «κεκτημένα» και ειδικά καθεστώτα, υπονομεύοντας τα εθνικά ερείσματα. Οι γενικόλογες επιφυλάξεις προκαλούν αμφισβήτηση και ανυποληψία, ενώ η εθνική στρατηγική απαιτεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα εφαρμογής, που θα περιλαμβάνει νομικά, διπλωματικά, στρατιωτικά, οικονομικά και ενεργειακά βήματα, καθώς και προετοιμασία της κοινής γνώμης.
Η μεγιστοποίηση των δεικτών εθνικής ισχύος και η αξιοποίησή τους θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να προβεί σε αποφασιστικά βήματα πλήρους ενασκήσεως κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η συνδυασμένη τόλμη και η πειστική αποτροπή δεν οδηγούν αναγκαστικά σε πόλεμο, ενώ ο κατευνασμός δημιουργεί σχέσεις εξαρτημένου δορυφόρου κράτους.
Οι συμμαχίες και η τήρηση του διεθνούς δικαίου παραμένουν σημαντικές, αλλά η εθνική αυτονομία σε υλικό και αξιακό επίπεδο αποτελεί την κύρια προϋπόθεση σεβασμού και επιρροής στο εξωτερικό. Η καθημερινή διαχείριση των πολιτών δεν αρκεί για την προστασία ζωτικών εθνικών συμφερόντων, τα οποία απαιτούν στρατηγική βάση, ισχύ και πολιτική βούληση. Η εθνική ισχύς και η ικανότητα αξιοποίησής της πρέπει να αποτελούν το θεμέλιο της διακομματικής στρατηγικής και το βασικό κριτήριο για την επιλογή πολιτικής ηγεσίας.
Πιο Δημοφιλή
Αρχείο Epstein: 3,5 εκατ. σελίδες εκθέτουν ανεπανόρθωτα την ελίτ της Δύσης
Ελλάδα και Ρωσία – Ρεαλισμός χωρίς αυταπάτες και χωρίς αυτοπαγίδευση
Το βαθύτερο κράτος της επταετίας Μητσοτάκη
Ο Μετάνθρωπος προ των πυλών
Πιο Πρόσφατα
Συστημικός ανθελληνισμός και εθνική αποσύνθεση στη σύγχρονη Ελλάδα
Η Τουρκία διεκδικεί δικαιοδοσία επί των θαλάσσιων δραστηριοτήτων στο Αιγαίο!