Σήμερα Γιορτάζουν:

ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΑ

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ

ΧΑΡΙΛΑΟΣ

Βορύλλας: Η υπόθεση Παναγόπουλου και η κρίση του ελληνικού συνδικαλισμού

Η πρόσφατη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων του προέδρου της Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας, Γιάννη Παναγόπουλου, δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα απλό δικαστικό επεισόδιο. Αντιθέτως, αναδεικνύει με τον πιο ωμό τρόπο τη βαθιά θεσμική κρίση που διατρέχει το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά και τις βαριές πολιτικές ευθύνες του κράτους, το οποίο για χρόνια επέλεξε να μην βλέπει, να μην ελέγχει και τελικά να μην παρεμβαίνει.

Παρά το γεγονός ότι στο παρόν στάδιο της υπόθεσης δεν προβλέπεται νομικά διαδικασία αποπομπής ή καθαίρεσης από τη θέση του προέδρου, το ζήτημα που τίθεται είναι πρωτίστως πολιτικό και ηθικό. Είναι θεσμικά ανεκτό να παραμένει επικεφαλής ενός κορυφαίου κοινωνικού εταίρου, ο οποίος διαχειρίζεται ευρωπαϊκά κονδύλια και επιχορηγήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, ένα πρόσωπο του οποίου τα περιουσιακά στοιχεία έχουν δεσμευθεί από τη Δικαιοσύνη; Μπορεί η ΓΣΕΕ να συνεχίζει να εμφανίζεται ως αξιόπιστος συνομιλητής της Πολιτείας και των εργαζομένων υπό αυτές τις συνθήκες;

Η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε στενά νομικά επιχειρήματα. Ο συνδικαλισμός, ιδιαίτερα στο ανώτατο επίπεδό του, οφείλει να λειτουργεί με αυξημένα κριτήρια διαφάνειας, λογοδοσίας και πολιτικής ευθύνης. Όταν αυτά απουσιάζουν, η θεσμική αξιοπιστία καταρρέει και μαζί της καταρρέει και η εμπιστοσύνη των εργαζομένων.

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η μεγάλη χρονική καθυστέρηση στην εξέλιξη της έρευνας. Ποιοι γνώριζαν, ποιοι όφειλαν να ελέγξουν και δεν το έπραξαν; Και κυρίως, ποιοι μηχανισμοί του κράτους απέτυχαν να λειτουργήσουν; Η κυβέρνηση οφείλει ξεκάθαρες απαντήσεις. Η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα· είναι πολιτική επιλογή.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό όταν εξετάζεται η διαχείριση συμβάσεων και χρηματοδοτήσεων. Υπάρχουν σοβαρά ερωτήματα για πληρωμές που φέρονται να πραγματοποιήθηκαν για συμβάσεις οι οποίες δεν είχαν αναρτηθεί στη ΔΙΑΥΓΕΙΑ, όπως ρητά επιβάλλει η νομοθεσία. Ποιοι υπέγραφαν αυτές τις συμβάσεις; Ποιοι ενέκριναν τις σχετικές δαπάνες; Ποιοι πιστοποιούσαν ότι όλα έγιναν σύννομα; Και τελικά, γιατί το κράτος δεν άσκησε ποτέ συστηματικό και ουσιαστικό έλεγχο στη ΓΣΕΕ, παρά το γεγονός ότι διαχειρίζεται δημόσιους και ευρωπαϊκούς πόρους;

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πραγματική κοινωνική ζημία που προκύπτει από την υπόθεση. Τα 2,1 εκατομμύρια ευρώ που φέρονται να εκλάπησαν δεν αποτελούν απλώς έναν λογιστικό αριθμό ή ένα ζήτημα διαχειριστικής ανωμαλίας. Πρόκειται για χρήματα που προορίζονταν για την εκπαίδευση και την κατάρτιση εργαζομένων, για την αναβάθμιση δεξιοτήτων και τη βελτίωση των προοπτικών τους σε μια αγορά εργασίας που διαρκώς μεταβάλλεται. Τελικά, το κόστος δεν το επωμίστηκαν ούτε οι μηχανισμοί εξουσίας ούτε οι διοικήσεις, αλλά οι ίδιοι οι εργαζόμενοι που δεν εκπαιδεύτηκαν, δεν καταρτίστηκαν και στερήθηκαν ευκαιρίες. Αυτή είναι η πιο ωμή και αδιαμφισβήτητη διάσταση της υπόθεσης: η ζημία μεταφέρθηκε στους πιο αδύναμους, σε εκείνους που υποτίθεται ότι η ΓΣΕΕ όφειλε να προστατεύει και να ενισχύει.

Η απουσία κρατικών ελέγχων δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία και σ’ αυτό το σημείο είναι προφανείς οι ευθύνες της παρούσας κυβέρνησης της ΝΔ, αλλά και των προηγούμενων κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ. Για δεκαετίες, η ΓΣΕΕ αντιμετωπιζόταν ως ένας «αυτορυθμιζόμενος» μηχανισμός, στο απυρόβλητο κάθε ουσιαστικής εποπτείας. Αυτό όμως δεν συνιστά σεβασμό στην αυτονομία του συνδικαλιστικού κινήματος· συνιστά θεσμική εγκατάλειψη και πολιτική συνενοχή.

Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα του τραπεζικού ελέγχου. Ποια νομιμοποιητικά έγγραφα προσκομίστηκαν στις τράπεζες από τις εμπλεκόμενες εταιρείες; Εφαρμόστηκαν οι προβλεπόμενοι έλεγχοι δέουσας επιμέλειας; Και πώς αξιολογήθηκαν συναλλαγές που συνδέονταν άμεσα με δημόσιες ή ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις; Τα ερωτήματα αυτά ξεπερνούν τη συγκεκριμένη υπόθεση και αγγίζουν τον πυρήνα της διαχείρισης του δημόσιου χρήματος.

Πέρα όμως από τις ποινικές και διοικητικές διαστάσεις, αναδεικνύεται ένα βαθύτερο και διαχρονικό πρόβλημα: η μακροχρόνια παραμονή της ίδιας ηγεσίας στην κορυφή της ΓΣΕΕ. Ο κ. Παναγόπουλος βρίσκεται επί σχεδόν 20 χρόνια στην προεδρία. Αυτό από μόνο του συνιστά θεσμική ανωμαλία. Ο συνδικαλισμός δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους μονιμότητας, κλειστών μηχανισμών και επαγγελματικής εξουσίας. Για έναν εκπρόσωπο των εργαζομένων, η εναλλαγή, η ανανέωση και η ουσιαστική λογοδοσία δεν είναι πολυτέλεια· είναι προϋπόθεση δημοκρατίας.

Σ’ αυτό το σημείο, η πρόταση μου είναι η άμεση νομοθετική παρέμβαση, ώστε στα εργατικά σωματεία, όπως στη ΓΕΣΕΕ, την ΑΔΕΔΥ και στα υπόλοιπα εργατικά σωματεία, να μην επιτρέπεται η εκλογή στην θέση Προέδρου, Γενικού Γραμματέα, Αντιπροέδρου και σε άλλες θέσεις διοίκησης για περισσότερο από οκτώ (8) έτη. Να προβλέπεται επίσης ότι όσοι συνδικαλιστές έχουν σήμερα θέση διοίκησης για πάνω από οκτώ (8) έτη, να εκπέσουν αυτοδίκαια από το αξίωμα τους με την ψήφιση της σχετικής διάταξης νόμου.    

Τέλος, δεν μπορεί να αγνοηθεί η βαθιά κομματικοποίηση της ΓΣΕΕ. Η διαρκής παρουσία και επιρροή κομματικών μηχανισμών έχει αποξενώσει τους εργαζομένους και έχει υπονομεύσει την αξιοπιστία του συνδικαλιστικού κινήματος. Τα κόμματα πρέπει να φύγουν από τη ΓΣΕΕ. Δεν υπηρετούν τους εργαζομένους· τους χρησιμοποιούν. Μετατρέπουν τα συνδικάτα σε πεδίο κομματικών ισορροπιών και όχι σε όργανα πραγματικής υπεράσπισης της εργασίας.

Η υπόθεση αυτή δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο. Αφορά τη λειτουργία των θεσμών, τη διαφάνεια στη διαχείριση δημόσιου και ευρωπαϊκού χρήματος και κυρίως, το δικαίωμα των εργαζομένων να εκπροσωπούνται από ανεξάρτητα, δημοκρατικά και πραγματικά ελεγχόμενα όργανα. Αν η Πολιτεία συνεχίσει να σιωπά, τότε η ευθύνη δεν θα βαραίνει μόνο όσους ελέγχονται, αλλά και όσους επέλεξαν να μην ελέγξουν.

Ανδρέας Βορύλλας
Βουλευτής Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ

Ετικέτες: