Handelsblatt για ελληνική οικονομία: Επιτυχίες και προκλήσεις με το ΑΕΠ σε ανοδική πορεία αλλά με πολύ χαμηλά εισοδήματα
Η γερμανική οικονομία αντιμετωπίζει στασιμότητα, ενώ η ελληνική συνεχώς αναπτύσσεται. Το 2023, η Ελλάδα αναμένεται να κλείσει με αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,3%, ενώ για τη Γερμανία η πρόβλεψη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης δείχνει μείωση κατά 0,2%, σύμφωνα με την εφημερίδα Handelsblatt. Για τα επόμενα δύο χρόνια, η ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί με ρυθμούς διπλάσιους από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Η Ελλάδα, η οποία κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης φλέρταρε με τη χρεοκοπία, έχει καταφέρει να αντιστρέψει την πορεία της και να ανακάμψει εντυπωσιακά. Ωστόσο, οι περισσότεροι Έλληνες δεν έχουν δει τα οφέλη αυτής της ανάκαμψης. Ο πληθυσμός εξακολουθεί να υποφέρει από τις συνέπειες της κρίσης χρέους του 2010, η οποία οδήγησε τη χώρα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Οι απαιτήσεις των διεθνών πιστωτών, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, βύθισαν την Ελλάδα στη βαθύτερη και μεγαλύτερη ύφεση της μεταπολεμικής περιόδου.
Ανάμεσα στο 2010 και το 2016, η χώρα έχασε το 25% του ΑΕΠ της, ενώ οι ιδιωτικές περιουσίες συρρικνώθηκαν κατά 40%, κυρίως λόγω της κατάρρευσης της αγοράς ακινήτων. Η πλειονότητα των νοικοκυριών δεν έχει ανακάμψει μέχρι και σήμερα. Το κατά κεφαλήν εισόδημα το 2009, πριν από την κρίση, ήταν στο 93% του μέσου όρου της ΕΕ, ενώ το 2023 έχει πέσει στο 69%. Από το 2009, δέκα χώρες της ΕΕ έχουν ξεπεράσει την Ελλάδα στο βιοτικό επίπεδο, με την Βουλγαρία να παραμένει η μόνη χώρα με χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα.
Παρά τις θετικές οικονομικές εξελίξεις, όπως το πρωτογενές πλεόνασμα που άγγιξε τα 12 δισ. ευρώ το 2023 και την πρόωρη αποπληρωμή δανείων ύψους 24 δισ. ευρώ, η καθημερινή πραγματικότητα παραμένει δύσκολη για τους Έλληνες. Ο μέσος μικτός μισθός το 2009 ήταν 1.379 ευρώ και σήμερα είναι 1.325 ευρώ. Προσαρμοσμένα στον πληθωρισμό, τα πραγματικά εισοδήματα είναι 23,7% χαμηλότερα από το 2009. Επίσης, η αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών μειώθηκε από το 72% του μέσου όρου της ΕΕ το 2013 στο 67% το 2023. Αντίθετα, άλλες χώρες, όπως η Πολωνία και η Ρουμανία, παρουσίασαν αυξήσεις στην αγοραστική τους δύναμη.
Η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας και το μικρό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων αποτελούν δομικές αιτίες των χαμηλών εισοδημάτων. Περίπου το 90% των ελληνικών επιχειρήσεων απασχολούν λιγότερα από πέντε άτομα. Παρά τις αυξήσεις στις επενδύσεις κατά 53,4% μεταξύ 2019 και 2023, το ποσοστό των επενδύσεων στο ΑΕΠ παραμένει χαμηλό (14,3%), πολύ κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ (22%).
Το ΑΕΠ της Ελλάδας το 2024 αναμένεται να φτάσει τα 232 δισ. ευρώ, ενώ το 2008 ήταν σχεδόν 239 δισ. ευρώ. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι θα χρειαστεί περίπου μια δεκαετία για να φτάσει η οικονομική δραστηριότητα στα επίπεδα πριν από την κρίση. Η κυβέρνηση της ΝΔ, από την ανάληψη της εξουσίας το 2019, έχει αυξήσει τον κατώτατο μισθό από τα 650 στα 830 ευρώ, με στόχο να φτάσει τα 950 ευρώ μέχρι το 2027. Μέχρι τότε, αναμένονται εκλογές στην Ελλάδα, και ο μέσος μισθός για πλήρως απασχολούμενους στον ιδιωτικό τομέα αναμένεται να φτάσει τα 1.500 ευρώ.
Πολλοί πολίτες πλέον δεν θέλουν να περιμένουν κι αναρωτιούνται πότε θα φτάσει η ανάπτυξη και σε αυτούς. Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν αυξανόμενη δυσαρέσκεια. Σε έρευνα του Ινστιτούτου Metron Analysis, που πραγματοποιήθηκε στα τέλη Νοεμβρίου, τα δύο τρίτα των ερωτηθέντων θεωρούν ότι η χώρα ακολουθεί λάθος πορεία. Παράλληλα, το 66% των συμμετεχόντων κρίνουν αρνητικά το έργο της κυβέρνησης. Τα μεγαλύτερα προβλήματα που αναφέρονται είναι ο πληθωρισμός, το υψηλό κόστος ενέργειας και τα χαμηλά εισοδήματα.
Για τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, αυτή η εξέλιξη είναι ανησυχητική. Η Νέα Δημοκρατία (ΝΔ), που είχε συγκεντρώσει το 40,6% των ψήφων στις εκλογές του Ιουνίου 2023, βρίσκεται τώρα στις τελευταίες δημοσκοπήσεις με ποσοστό 30%. Παρόλο που παραμένει το ισχυρότερο κόμμα, μπροστά από το σοσιαλδημοκρατικό ΠΑΣΟΚ με 17%, δεν φαίνεται να εξασφαλίζει την απόλυτη πλειοψηφία στο κοινοβούλιο, με την οποία κυβερνά από το 2019. Στην ερώτηση ποιος θεωρείται καταλληλότερος για πρωθυπουργός, το 31% επιλέγει τον νυν πρωθυπουργό Μητσοτάκη, ενώ ο σοσιαλδημοκράτης ηγέτης της αντιπολίτευσης, Νίκος Ανδρουλάκης, βρίσκεται στη δεύτερη θέση με 8%. Ωστόσο, το 30% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι κανένας από τους σημερινούς ηγέτες των κομμάτων δεν είναι κατάλληλος για το αξίωμα του πρωθυπουργού.