26 Οκτωβρίου 2026

Ηλεκτρονικές αποδείξεις: Νέο χαράτσι 22% για όσους δεν καλύψουν το 30%

Αντιμέτωποι με πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση 22% κινδυνεύουν να βρεθούν εκατομμύρια φορολογούμενοι, εάν μέχρι το τέλος του 2026 δεν έχουν πραγματοποιήσει τις απαιτούμενες αγορές και πληρωμές με ηλεκτρονικά μέσα.

Η φορολογική νομοθεσία προβλέπει ότι οι ηλεκτρονικές δαπάνες πρέπει να αντιστοιχούν στο 30% του ετήσιου πραγματικού εισοδήματος, με ανώτατο απαιτούμενο ποσό δαπανών τις 20.000 ευρώ. Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος δεν συγκεντρώσει το προβλεπόμενο ποσό, επιβάλλεται πρόσθετος φόρος ίσος με το 22% της διαφοράς.

Η υποχρέωση αφορά περίπου 4,5 εκατομμύρια φορολογούμενους που αποκτούν εισοδήματα από μισθούς, συντάξεις, επιχειρηματική και αγροτική δραστηριότητα ή ακίνητη περιουσία.

Για την κάλυψη του ορίου αναγνωρίζονται πληρωμές μέσω χρεωστικών, πιστωτικών και προπληρωμένων καρτών, ηλεκτρονικής τραπεζικής, καθώς και υπηρεσιών άμεσων πληρωμών, όπως το IRIS.

Πώς προκύπτει ο πρόσθετος φόρος 22% – Παραδείγματα υπολογισμού

Για φορολογούμενο με ετήσιο εισόδημα 20.000 ευρώ, το απαιτούμενο ποσό ηλεκτρονικών αποδείξεων διαμορφώνεται στις 6.000 ευρώ.

Εάν οι επιλέξιμες δαπάνες του φτάσουν μόνο τις 5.000 ευρώ, δημιουργείται έλλειμμα 1.000 ευρώ. Επί αυτού του ποσού υπολογίζεται η πρόσθετη επιβάρυνση 22%, με αποτέλεσμα να προκύπτει επιπλέον φόρος 220 ευρώ.

Αντίστοιχα, για εισόδημα 15.000 ευρώ απαιτούνται ηλεκτρονικές δαπάνες 4.500 ευρώ. Εφόσον έχουν συγκεντρωθεί μόνο 3.000 ευρώ, ο πρόσθετος φόρος ανέρχεται σε 330 ευρώ.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στον προσδιορισμό του εισοδήματος που λαμβάνεται υπόψη. Για συγκεκριμένες περιπτώσεις επιχειρηματικής δραστηριότητας εφαρμόζονται οι ειδικοί κανόνες του ελάχιστου εισοδήματος, οι οποίοι μπορεί να επηρεάσουν το απαιτούμενο ύψος ηλεκτρονικών δαπανών.

Η επιβάρυνση δεν είναι αμελητέα. Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ δείχνουν ότι ο πρόσθετος φόρος λόγω ανεπαρκών ηλεκτρονικών αποδείξεων έφτασε τα 87 εκατομμύρια ευρώ για το 2024, έναντι περίπου 55 εκατομμυρίων ευρώ το 2023, παρουσιάζοντας αύξηση σχεδόν 60%.

Ποιες αποδείξεις αναγνωρίζονται και ποιοι εξαιρούνται

Στις επιλέξιμες ηλεκτρονικές δαπάνες περιλαμβάνονται οι αγορές τροφίμων, ποτών, ειδών ένδυσης και υπόδησης, προϊόντων προσωπικής φροντίδας και οικιακού εξοπλισμού.

Συνυπολογίζονται επίσης αγορές ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, επισκευές, υπηρεσίες συντήρησης, λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, καθώς και αναγνωριζόμενες δαπάνες εκπαίδευσης, υγείας και ασφάλισης, σύμφωνα με τις ισχύουσες φορολογικές προϋποθέσεις.

Ειδική πρόβλεψη ισχύει για ορισμένες ιατρικές δαπάνες, όπως οι αμοιβές γιατρών, οφθαλμιάτρων και κτηνιάτρων, οι οποίες προσμετρώνται στο διπλάσιο για την επίτευξη του απαιτούμενου ορίου.

Παράλληλα, για συγκεκριμένες υπηρεσίες επαγγελματιών, μεταξύ των οποίων υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, οδηγοί ταξί και κομμωτές, έχουν προβλεφθεί ιδιαίτερα φορολογικά κίνητρα, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Αντίθετα, οι πληρωμές ενοικίων, δανείων και φόρων δεν προσμετρώνται ως ηλεκτρονικές αποδείξεις για την κάλυψη του 30%, αν και λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή συγκεκριμένων εξαιρέσεων και μειώσεων του απαιτούμενου ποσοστού.

Ειδικότερα, το όριο περιορίζεται στο 20% του εισοδήματος όταν οι ηλεκτρονικές πληρωμές για φόρο εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ, ενοίκια και δανειακές υποχρεώσεις ξεπερνούν συνολικά το 60% του ετήσιου πραγματικού εισοδήματος.

Για πολίτες με κατασχεμένους τραπεζικούς λογαριασμούς προβλέπεται ανώτατο απαιτούμενο ποσό ηλεκτρονικών δαπανών 5.000 ευρώ.

Στις κοινές φορολογικές δηλώσεις συζύγων ή μερών συμφώνου συμβίωσης, οι δαπάνες υπολογίζονται ατομικά. Ωστόσο, όταν ο ένας έχει συγκεντρώσει περισσότερες αποδείξεις από όσες απαιτούνται, το πλεόνασμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να καλύψει έλλειμμα του άλλου.

Από την υποχρέωση εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, οι φορολογούμενοι που έχουν συμπληρώσει το 70ό έτος της ηλικίας τους, οι μόνιμοι κάτοικοι μικρών χωριών έως 500 κατοίκους ή νησιών έως 3.100 κατοίκους, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις για τουριστικές περιοχές, καθώς και όσοι υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία.

Οι φορολογούμενοι καλούνται να ελέγχουν εγκαίρως το ύψος των ηλεκτρονικών συναλλαγών τους, ώστε να διαπιστώνουν εάν καλύπτουν το απαιτούμενο ποσοστό και να αποφεύγουν την πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση κατά την εκκαθάριση της δήλωσής τους.