18 Ιουνίου 2026

ΗΠΑ - Ιράν: Συμφωνία 60 ημερών υπό απειλές

Μια συμφωνία με βαρύ γεωπολιτικό φορτίο και άμεσες επιπτώσεις στη Μέση Ανατολή, στις διεθνείς αγορές ενέργειας και στην περιφερειακή ασφάλεια ήρθε στο προσκήνιο μετά τη δημοσιοποίηση του κειμένου της προσωρινής συνεννόησης που υπέγραψαν οι πρόεδροι των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου.

Το μνημόνιο κατανόησης, που φέρει τις υπογραφές του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και του Ιρανού προέδρου Μασούντ Πεζεσκιάν, καθορίζει ένα πλαίσιο εκεχειρίας και διαπραγματεύσεων διάρκειας 60 ημερών, με τελικό στόχο την επίτευξη οριστικής συμφωνίας. Παράλληλα, ο Τραμπ διατήρησε σκληρή γραμμή απέναντι στην Τεχεράνη, προειδοποιώντας ότι οι αμερικανικές στρατιωτικές επιθέσεις μπορούν να επανεκκινήσουν σε περίπτωση παραβίασης των ιρανικών δεσμεύσεων.

Η υπογραφή πραγματοποιήθηκε στις Βερσαλλίες, παρουσία του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν. Ο Γάλλος ηγέτης ανήρτησε βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κάνοντας λόγο για μια συμφωνία που, όπως είπε, ανοίγει προοπτική διαρκούς ειρήνης. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η συνεννόηση επιτρέπει την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και μπορεί να επηρεάσει πτωτικά τις διεθνείς τιμές ενέργειας.

Λίγο αργότερα, ο Ντόναλντ Τραμπ επιβεβαίωσε προσωπικά την υπογραφή του μνημονίου, δηλώνοντας ότι το υπέγραψε στις Βερσαλλίες. Από την πλευρά της, η Τεχεράνη ανακοίνωσε ότι το κείμενο τέθηκε αμέσως σε ισχύ, δίνοντας στη δημοσιότητα φωτογραφικό υλικό του προέδρου Πεζεσκιάν με τις σελίδες που φέρουν τις υπογραφές των δύο ηγετών.

Τα άρθρα της προσωρινής συμφωνίας

Η συμφωνία περιλαμβάνει 14 άρθρα και καλύπτει κρίσιμα ζητήματα, από την κατάπαυση του πυρός και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα έως το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, τις κυρώσεις και την οικονομική ανασυγκρότηση του Ιράν.

Στον πυρήνα του κειμένου προβλέπεται άμεσος τερματισμός των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα, με ειδική αναφορά και στον Λίβανο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν δεσμεύονται αμοιβαία να αποφύγουν νέες πολεμικές ενέργειες, απειλές χρήσης βίας ή κινήσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναζωπύρωση της σύγκρουσης.

Οι δύο πλευρές συμφώνησαν να εισέλθουν σε διαπραγμάτευση για οριστική συμφωνία μέσα σε 60 ημέρες, με δυνατότητα παράτασης μόνο κατόπιν κοινής συναίνεσης. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη σταδιακή άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, στην αποκατάσταση της εμπορικής ναυσιπλοΐας και στην επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ χωρίς τέλη ή πρόσθετες επιβαρύνσεις για τα εμπορικά πλοία.

Η Ουάσινγκτον αναλαμβάνει ακόμη τη δέσμευση να προχωρήσει σε σταδιακή άρση των κυρώσεων κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας, να επιτρέψει την εξαγωγή ιρανικού πετρελαίου και να ξεμπλοκάρει παγωμένα ιρανικά κεφάλαια που βρίσκονται στο εξωτερικό. Πρόκειται για σκέλος με άμεση οικονομική σημασία, καθώς δίνει στην Τεχεράνη πρόσβαση σε πόρους και αγορές που είχαν περιοριστεί από το καθεστώς κυρώσεων.

Στο οικονομικό πεδίο, το μνημόνιο προβλέπει τη δημιουργία επενδυτικού προγράμματος τουλάχιστον 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την ανοικοδόμηση και την ανάπτυξη της ιρανικής οικονομίας. Το ύψος της πρόβλεψης δείχνει ότι η συμφωνία δεν περιορίζεται σε στρατιωτική αποκλιμάκωση, καθώς εντάσσει την οικονομική ανάκαμψη του Ιράν στον ευρύτερο μηχανισμό σταθεροποίησης.

Πυρηνικά, Τραμπ και ανοιχτά μέτωπα

Κεντρική θέση στη συμφωνία καταλαμβάνει το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Το Ιράν επαναβεβαιώνει ότι δεν θα αποκτήσει και δεν θα αναπτύξει πυρηνικά όπλα, ενώ αποδέχεται διαχείριση του αποθέματος εμπλουτισμένου ουρανίου υπό την εποπτεία του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας.

Το κείμενο προβλέπει ως κατώτατη λύση την αραίωση του εμπλουτισμένου ουρανίου εντός ιρανικού εδάφους. Η ρύθμιση αυτή συνιστά συμβιβασμό σε σχέση με την αρχική θέση της Ουάσινγκτον, η οποία ζητούσε πλήρη καταστροφή ή απομάκρυνση του υλικού από τη χώρα.

Εκτός της παρούσας συμφωνίας παραμένει το ιρανικό πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων. Στο ίδιο πλαίσιο, δεν ρυθμίζεται το ζήτημα της στήριξης που παρέχει η Τεχεράνη σε οργανώσεις της ευρύτερης περιοχής, ανάμεσά τους και η Χεζμπολάχ. Τα δύο αυτά κενά διατηρούν ανοιχτό ένα σημαντικό πεδίο έντασης, ιδίως για το Ισραήλ και τους περιφερειακούς αντιπάλους του Ιράν.

Παρά το κλίμα αισιοδοξίας που επιχειρείται να διαμορφωθεί, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν εγκατέλειψε την απειλητική ρητορική. Από τη Γαλλία προειδοποίησε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα βομβαρδίσουν σκληρά το Ιράν εφόσον παραβιάσει τη συμφωνία, τονίζοντας ότι η Ουάσινγκτον είναι έτοιμη να επιστρέψει στις στρατιωτικές επιχειρήσεις αν η στάση της Τεχεράνης κριθεί ανεπαρκής.

Την ίδια ώρα, ο Αμερικανός πρόεδρος επιχείρησε να κρατήσει ανοιχτό το διπλωματικό κανάλι, χαρακτηρίζοντας τους Ιρανούς έξυπνους ανθρώπους και εκφράζοντας την προσδοκία ότι οι συνομιλίες των επόμενων δύο μηνών θα οδηγήσουν σε σταθερή ειρήνη στην περιοχή.

Ο Λίβανος παραμένει ένα από τα πιο δύσκολα σημεία της εξίσωσης. Το Ισραήλ δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις και εξακολουθεί να εμφανίζεται επιφυλακτικό, κυρίως ως προς τη Χεζμπολάχ και τη στρατιωτική της παρουσία. Ο Τραμπ αποκάλυψε εκ νέου τις διαφωνίες του με τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου, σημειώνοντας ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, αν και «καλός άνθρωπος», κατά καιρούς παρασύρεται από υπερβολικό ενθουσιασμό. Παράλληλα, δήλωσε ότι έχει ζητήσει από το Ισραήλ μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση στις επιχειρήσεις στον Λίβανο.

Οι συγκρούσεις, ωστόσο, δεν έχουν σταματήσει πλήρως. Λιβανικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν νέες ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές και πυρά πυροβολικού στον νότιο Λίβανο, ενώ καταγράφηκαν και επιθέσεις με drones εναντίον ισραηλινών δυνάμεων. Σύμφωνα με την ισραηλινή πλευρά, πέντε στρατιώτες τραυματίστηκαν.

Η πρώτη αντίδραση των αγορών ήταν άμεση. Η προοπτική επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ οδήγησε αρχικά σε πτώση των τιμών του πετρελαίου, με το Brent να υποχωρεί κάτω από τα 80 δολάρια το βαρέλι, στο χαμηλότερο σημείο από την έναρξη του πολέμου.

Η αποκλιμάκωση αποδείχθηκε εύθραυστη. Οι νέες προειδοποιήσεις Τραμπ για πιθανή επανάληψη των αμερικανικών βομβαρδισμών επανέφεραν γρήγορα την αβεβαιότητα, οδηγώντας σε ανάκαμψη των τιμών και επιβεβαιώνοντας ότι οι αγορές αντιμετωπίζουν τη συμφωνία ως σημαντική εξέλιξη, χωρίς να θεωρούν δεδομένη τη σταθερότητά της.