Σήμερα Γιορτάζουν:

ΒΑΛΕΝΤΙΝΗ

12 Φεβρουαρίου 2026

ΗΠΑ – Ιράν: Το σενάριο του στοχευμένου πλήγματος αντί για πόλεμο

Η σχέση ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη βρίσκεται σε σημείο έντονης έντασης, χωρίς αυτό να μεταφράζεται αυτομάτως σε πόλεμο με τη συμβατική έννοια. Παρά την αυξημένη στρατιωτική κινητικότητα και τη σκληρή ρητορική, το επικρατέστερο ενδεχόμενο δεν παραπέμπει ούτε σε εισβολή στο Ιράν ούτε σε γενικευμένη περιφερειακή σύγκρουση. Το πιθανότερο αποτέλεσμα του τρέχοντος αδιεξόδου αφορά ένα στοχευμένο και αυστηρά υπολογισμένο πλήγμα, σχεδιασμένο ώστε να αναδιατάξει τους όρους της διαπραγμάτευσης και όχι να τη διακόψει.

Τις τελευταίες εβδομάδες, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενίσχυσαν αισθητά τη στρατιωτική τους παρουσία στη Μέση Ανατολή, την ώρα που Ιρανοί αξιωματούχοι διαμηνύουν ότι δεν προτίθενται να υποχωρήσουν υπό πίεση. Παρ’ όλα αυτά, και οι δύο πλευρές εξακολουθούν να αναφέρονται σε συνομιλίες. Σύμφωνα με ανάλυση των Arash Reisinezhad και Arsham Reisinezhad για το Foreign Policy, αυτή η ταυτόχρονη επίκληση πίεσης και διαλόγου εντάσσεται σε μια γνώριμη λογική της διεθνούς πολιτικής, όπου η απειλή χρήσης βίας λειτουργεί ως μοχλός διαπραγμάτευσης.

Οι παράλληλες επαφές στο Ομάν αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δυναμικής. Οι συνομιλίες δεν κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση από την κλιμάκωση, αλλά συνυπάρχουν με αυτήν. Στο πλαίσιο της πολιτικής συναλλαγής, η διπλωματία και η στρατιωτική πίεση εξελίσσονται ταυτόχρονα, διαμορφώνοντας ένα ενιαίο πεδίο άσκησης ισχύος.

Από την αμερικανική οπτική, το Ιράν εκλαμβάνεται ως πιο ευάλωτο απ’ ό,τι στο παρελθόν. Διαθέτει ακόμη πυραυλικά συστήματα και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, όμως η αποτρεπτική του ισχύς συνδέεται πρωτίστως με την αξιοπιστία του. Η ικανότητα να προκαλεί κόστος σε πολλαπλά μέτωπα εμφανίζεται περιορισμένη, γεγονός που επηρεάζει τους στρατηγικούς υπολογισμούς στην Ουάσινγκτον.

Η εκτίμηση αυτή έχει πυροδοτήσει εσωτερική αντιπαράθεση για το πώς πρέπει να αξιοποιηθεί η συγκυρία. Μία σχολή σκέψης θεωρεί ότι η πίεση πρέπει να ενταθεί, με στόχο τη μέγιστη δυνατή παραχώρηση από την Τεχεράνη σε ζητήματα πυρηνικού προγράμματος, πυραύλων και περιφερειακών δικτύων επιρροής. Μια δεύτερη προσέγγιση υποστηρίζει ότι ακριβώς αυτή η πίεση δημιουργεί προϋποθέσεις επιτυχούς διαπραγμάτευσης και επιτρέπει στην αμερικανική ηγεσία να εμφανίσει απτά αποτελέσματα χωρίς νέα πολεμική εμπλοκή.

Ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με περιορισμούς που προκύπτουν από τις ίδιες του τις δεσμεύσεις. Η δημόσια στήριξη προς Ιρανούς διαδηλωτές και η αμφισβήτηση της νομιμοποίησης της ιρανικής ηγεσίας έχουν ανεβάσει τις προσδοκίες πέρα από το πεδίο της πυρηνικής διπλωματίας. Η αδράνεια ενέχει πολιτικό κόστος, ενώ ένας γενικευμένος πόλεμος θα ερχόταν σε σύγκρουση με τον πυρήνα της πολιτικής του αφήγησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, ένα περιορισμένο στρατιωτικό πλήγμα εμφανίζεται ως η πιο λειτουργική επιλογή. Ένα τέτοιο χτύπημα θα μπορούσε να εκπέμψει μήνυμα αποφασιστικότητας, να ικανοποιήσει εσωτερικές πιέσεις και να μεταβάλει το διαπραγματευτικό περιβάλλον, χωρίς να οδηγεί σε μακρόχρονη εμπλοκή. Η εμπειρία άλλων αμερικανικών επιχειρήσεων έχει ενισχύσει την αντίληψη ότι αυτό το μοντέλο μπορεί να εφαρμοστεί.

Η προοπτική εισβολής στο Ιράν θεωρείται στρατηγικά δυσανάλογη. Το κόστος θα ήταν τεράστιο, οι περιφερειακές επιπτώσεις απρόβλεπτες και η εσωτερική πολιτική στήριξη ασταθής. Το μέγεθος, ο πληθυσμός και η εσωτερική πολυπλοκότητα της χώρας καθιστούν μια τέτοια επιλογή εξαιρετικά δύσκολη στη διαχείριση, με σοβαρό κίνδυνο παρατεταμένης αστάθειας.

Ένας χερσαίος πόλεμος θα απορροφούσε πόρους που η Ουάσινγκτον επιδιώκει να κατευθύνει στον στρατηγικό ανταγωνισμό με την Κίνα. Ακόμη και μια επιτυχής αρχική φάση δεν θα εξασφάλιζε πολιτική κατάρρευση στην Τεχεράνη, ενώ θα εγκλώβιζε τις ΗΠΑ σε μακρόχρονη προσπάθεια σταθεροποίησης. Γι’ αυτό και η συζήτηση μετατοπίζεται προς πιο «χειρουργικές» μορφές χρήσης βίας.

Στο σενάριο που εξετάζεται, το πλήγμα θα επικεντρωνόταν σε περιορισμένους στόχους υψηλής αξίας, όπως ανώτατα στελέχη, κρίσιμες στρατιωτικές και πυρηνικές υποδομές και κέντρα διοίκησης. Η επιχείρηση θα είχε σύντομη διάρκεια, με στόχο να επιβάλει νέο συσχετισμό ισχύος και να ανοίξει τον δρόμο για σοβαρότερες συνομιλίες.

Η αντίδραση της Τεχεράνης παραμένει ο πιο αβέβαιος παράγοντας. Μια ελεγχόμενη και συμβολική απάντηση θα μπορούσε να διατηρήσει το κύρος της στο εσωτερικό, χωρίς ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Εναλλακτικά, μια πιο επιθετική στάση θα μπορούσε να αμφισβητήσει την ικανότητα των ΗΠΑ να ελέγξουν την ένταση, διευρύνοντας σκόπιμα το πεδίο της σύγκρουσης.

Αυτό καθιστά την παρούσα συγκυρία εξαιρετικά εύφλεκτη. Το πιθανό μοτίβο δεν αφορά διαπραγμάτευση πριν από τη βία, αλλά βία που προηγείται της διαπραγμάτευσης. Ένα χτύπημα, μια απάντηση και στη συνέχεια νέες απειλές δημιουργούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο ξεκινούν ουσιαστικές συνομιλίες.

Το παράδοξο αυτής της στρατηγικής έγκειται στο ότι, ενώ επιδιώκει την αποτροπή ενός πολέμου, ενδέχεται να τον φέρει πιο κοντά. Το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά το αν θα χρησιμοποιηθεί ισχύς, αλλά αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς να πυροδοτήσει μια σύγκρουση που καμία πλευρά δεν επιδιώκει, αλλά καμία δεν θα μπορεί εύκολα να περιορίσει.