13 Αυγούστου 2026

ΗΠΑ: Ρεκόρ 25ετίας στο κόστος δανεισμού με το 30ετές ομόλογο

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Η απόδοση του νέου 30ετούς ομολόγου αναμένεται να διαμορφωθεί κοντά στο 5,23%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2001.
  • Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ εξετάζει περιορισμό των μακροπρόθεσμων εκδόσεων, ενώ οι επενδυτές παραμένουν επιφυλακτικοί.
  • Το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους έχει αυξηθεί κατά 15% και αποτελεί βασικό παράγοντα διεύρυνσης του ελλείμματος.
  • Η στρατηγική μετατόπισης προς βραχυπρόθεσμους τίτλους έχει όρια, σύμφωνα με αναλυτές.

Η αμερικανική κυβέρνηση προχωρά σε μια κρίσιμη δημοπρασία 30ετών ομολόγων, με τις εκτιμήσεις να δείχνουν ότι το κόστος δανεισμού θα διαμορφωθεί στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 25 ετών. Συγκεκριμένα, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ σχεδιάζει να διαθέσει 25 δισεκατομμύρια δολάρια σε 30ετές χρέος, με την απόδοση στην αγορά when-issued να διαμορφώνεται κοντά στο 5,23%. Εάν επιβεβαιωθεί, αυτό θα αποτελέσει το υψηλότερο κόστος δανεισμού από το 2001, γεγονός που εντείνει τις ανησυχίες για τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο έντονης αβεβαιότητας, καθώς οι επενδυτές παρακολουθούν στενά τις πληθωριστικές πιέσεις και τις πολιτικές εξελίξεις. Το αυξημένο κόστος κρατικής χρηματοδότησης έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει την ευρύτερη οικονομία, μετά από χρόνια υψηλού πληθωρισμού και διευρυμένων δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Η κατάσταση αυτή αποτελεί σοβαρή πρόκληση για τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

Οι ανησυχίες για την πορεία του χρέους ενισχύθηκαν την περασμένη εβδομάδα, όταν το υπουργείο Οικονομικών τροποποίησε την καθοδήγησή του για τις εκδόσεις χρέους, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο περιορισμού της προσφοράς μακροπρόθεσμων ομολόγων. Ωστόσο, οι επενδυτές δεν δείχνουν διάθεση να δεσμευτούν σε αποδόσεις που βρίσκονται σε υψηλά πολλών δεκαετιών, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αγορά παραμένει επιφυλακτική και δεν θεωρεί δεδομένο ότι το κύμα πωλήσεων έχει ολοκληρωθεί.

Ο Τζον Φαθ, managing partner στην BTG Pactual Asset Management US, σημείωσε ότι δεν έχει φτάσει ακόμη το σημείο όπου οι επενδυτές να σπεύδουν να αγοράσουν το 30ετές, προειδοποιώντας ότι αυτό θα πρέπει να αποτελεί ένδειξη για την κατάσταση της αγοράς. Ο ίδιος εξήγησε ότι ο Μπέσεντ ενδέχεται να επιχειρήσει να περιορίσει την προσφορά, αλλά υπάρχει ήδη μεγάλος όγκος 30ετών τίτλων στην αγορά, με αποτέλεσμα οι πιέσεις στις τιμές να μην οφείλονται αποκλειστικά στις νέες εκδόσεις.

Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων έχουν ξεπεράσει το 5% φέτος, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν ότι η άνοδος των τιμών ενέργειας θα ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις, αναγκάζοντας τη Federal Reserve να διατηρήσει τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Στις πιέσεις αυτές προστίθεται η αυξημένη προσφορά κρατικού χρέους, αποτέλεσμα των πολυετών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, η απότομη αύξηση του εταιρικού δανεισμού για τη χρηματοδότηση της έκρηξης των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και η εξασθένηση της ζήτησης από τους παραδοσιακούς αγοραστές ομολόγων μεγάλης διάρκειας.

Την Πέμπτη, πάντως, οι αποδόσεις υποχώρησαν κατά 2 έως 3 μονάδες βάσης σε όλο το φάσμα των λήξεων, μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων για τις τιμές παραγωγού στις ΗΠΑ, τα οποία παρείχαν νέα ένδειξη ότι οι πληθωριστικές πιέσεις υποχωρούν. Οι traders περιόρισαν παράλληλα τις εκτιμήσεις τους για μια αύξηση επιτοκίων από τη Fed τον Σεπτέμβριο, αποτιμώντας πλέον την πιθανότητα μιας τέτοιας κίνησης περίπου στο 35%, έναντι περίπου 50% νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα.

Το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες διεύρυνσης του αμερικανικού δημοσιονομικού ελλείμματος. Από την αρχή του τρέχοντος οικονομικού έτους, οι σχετικές δαπάνες έχουν ανέλθει σε 1,17 τρισ. δολάρια, καταγράφοντας αύξηση 15%, εν μέρει λόγω των υψηλότερων αποδόσεων των κρατικών ομολόγων. Μάλιστα, η δημοπρασία 10ετών ομολόγων που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη κατέγραψε την υψηλότερη απόδοση για τη συγκεκριμένη διάρκεια από το 2007.

Ο Μίχαλ Σταντσίκ, διαχειριστής χαρτοφυλακίου στην ομάδα Global Fixed Income της Allspring Global Investments, ανέφερε ότι αναμένει η σημερινή δημοπρασία του 30ετούς να ολοκληρωθεί χωρίς δυσκολίες, αλλά προειδοποίησε ότι μια επιτυχημένη δημοπρασία δεν πρέπει να συγχέεται με ισχυρή διαρθρωτική ζήτηση για τίτλους μεγάλης διάρκειας.

Εάν οι τιμές παραμείνουν κοντά στα τρέχοντα επίπεδα έως τη δημοπρασία του 30ετούς, η οποία είναι προγραμματισμένη για τη 1 μ.μ. ώρα Νέας Υόρκης, η απόδοση θα είναι η υψηλότερη από τότε που το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών αποφάσισε να καταργήσει την έκδοση 30ετών ομολόγων το 2001. Η απόφαση εκείνη είχε προκαλέσει σάλο, καθώς είχε διαρρεύσει σε χρηματιστές της Goldman Sachs πριν ανακοινωθεί επισήμως. Η έκδοση των 30ετών τίτλων επανήλθε τελικά το 2005.

Εντελώς διαφορετικό το σημερινό περιβάλλον

Οι συνθήκες της σημερινής αγοράς απέχουν δραματικά από εκείνες του 2001. Τότε, οι επενδυτές ομολόγων απολάμβαναν τα οφέλη μιας πολυετούς ανοδικής αγοράς. Μια σειρά δημοσιονομικών πλεονασμάτων στις ΗΠΑ είχε φτάσει, μάλιστα, να προκαλεί ανησυχίες ότι η προσφορά κρατικού χρέους ήταν υπερβολικά περιορισμένη.

Σήμερα, η εικόνα είναι ακριβώς αντίστροφη. Το συνολικό απόθεμα των αμερικανικών κρατικών ομολόγων σε κυκλοφορία είναι περίπου δεκαπλάσιο σε σχέση με τότε και συνεχίζει να αυξάνεται με ταχύ ρυθμό. Από το 2018 έχει διπλασιαστεί και πλέον ανέρχεται σε περίπου 31 τρισ. δολάρια. Παράλληλα, καθώς οι παραδοσιακές πηγές ζήτησης για Treasuries έχουν περιοριστεί, επενδυτές από τις ιδιωτικές αγορές έχουν αναλάβει μεγαλύτερο ρόλο, απαιτώντας υψηλότερες αποδόσεις ως αντάλλαγμα για την τοποθέτησή τους.

Όπως επισημαίνουν αναλυτές της Barclays, με επικεφαλής την Ντέμι Χου, καθώς η αγορά εξαρτάται ολοένα περισσότερο από επενδυτές που είναι ευαίσθητοι στις τιμές, η ίδια ποσότητα προσφοράς κρατικών ομολόγων μπορεί να απαιτεί μεγαλύτερη προσαύξηση απόδοσης προκειμένου να απορροφηθεί.

Αλλαγή στρατηγικής στις εκδόσεις

Το ύψος των μελλοντικών εκδόσεων μακροπρόθεσμου χρέους βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης τις τελευταίες ημέρες, μετά την απροσδόκητη αλλαγή στη διατύπωση της τριμηνιαίας ανακοίνωσης του υπουργείου Οικονομικών για τη δανειακή πολιτική. Ενώ προηγουμένως οι αξιωματούχοι ανέφεραν ότι εξετάζουν το ενδεχόμενο μελλοντικών "αυξήσεων" στις εκδόσεις ομολόγων με τοκομερίδιο και τίτλων κυμαινόμενου επιτοκίου, αυτή τη φορά έκαναν λόγο για πιθανές "αλλαγές".

Οι επενδυτές εξέλαβαν τη διατύπωση ως ένδειξη ότι η κυβέρνηση ενδέχεται να περιορίσει τις εκδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων, τα οποία δέχονται και τις μεγαλύτερες πιέσεις στην αγορά. Ακόμη και αν μια τέτοια μείωση δεν υλοποιηθεί, η επικρατούσα εκτίμηση στην αγορά είναι ότι, όταν το υπουργείο Οικονομικών αποφασίσει να αυξήσει το μέγεθος των δημοπρασιών, πιθανότατα θα προτιμήσει τίτλους μικρότερης διάρκειας, με λήξεις από δύο έως επτά έτη.

Μια τέτοια κίνηση θα αποτελούσε επέκταση της υφιστάμενης στρατηγικής περιορισμού της μέσης διάρκειας του χρέους, στο πλαίσιο της οποίας οι αμερικανικές αρχές έχουν μετατοπίσει μέρος των εκδόσεων προς έντοκα γραμμάτια με διάρκεια έως ενός έτους. Η επιλογή αυτή επιτρέπει στο Δημόσιο να αποφεύγει τις υψηλότερες αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων, αυξάνει όμως τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης, καθώς μεγαλύτερο μέρος του χρέους πρέπει να ανανεώνεται συχνότερα.

Ο Τζον Φαθ υπογράμμισε ότι η μόνη σαφής λύση για τη μείωση του μακροπρόθεσμου κόστους δανεισμού είναι ο περιορισμός του δημοσιονομικού ελλείμματος, ενώ σημείωσε ότι η στρατηγική μετατόπισης των εκδόσεων προς τις βραχυπρόθεσμες διάρκειες έχει όρια. "Μπορείς να το κάνεις μόνο μέχρι ενός σημείου. Μετά, αυτό που προκύπτει είναι, κατά τη γνώμη μου, ανεύθυνη διαχείριση", συμπλήρωσε.