Η διάσωση της γερμανικής βιομηχανίας καθοδηγεί τις ευρωπαϊκές επιλογές στον πόλεμο της Ουκρανίας (και όχι μόνο…)
Η απόφαση των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη χορήγηση πακέτου 90 δισεκατομμυρίων ευρώ προς την Ουκρανία δεν αποτελεί απλώς ακόμη έναν κρίκο στην αλυσίδα των ευρωπαϊκών «μέτρων στήριξης», αλλά συμπυκνώνει με εντυπωσιακή σαφήνεια το πραγματικό πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό σχέδιο που υλοποιείται τα τελευταία χρόνια στις Βρυξέλλες.
Όπως ανέλυσε με καυστικό και τεκμηριωμένο τρόπο ο οικονομολόγος και δημοσιογράφος Λεωνίδας Βατικιώτης, πρόκειται για μια απόφαση που φωτίζει ταυτόχρονα τον χαρακτήρα του πολέμου στην Ουκρανία, τον ρόλο της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική, τη μετατροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μηχανισμό πολεμικής χρηματοδότησης και, τελικά, τη βαθιά οργανική σύνδεση αυτών των επιλογών με την επίθεση που δέχεται η ευρωπαϊκή γεωργία και οι αγρότες σε ολόκληρη την ήπειρο.
Το πρώτο στοιχείο που προκαλεί εύλογη απορία και πολιτική οργή είναι η ίδια η μορφή της χρηματοδότησης. Η Ουκρανία θα λάβει άτοκο δάνειο, γεγονός που από μόνο του ανατρέπει όλη τη ρητορική με την οποία δικαιολογήθηκαν τα μνημόνια και η οικονομική καταστροφή της Ελλάδας πριν από δεκαπέντε χρόνια. Τότε, στην ελληνική κοινωνία ειπώθηκε ότι δεν μπορούσε να υπάρξει φθηνός ή άτοκος δανεισμός, διότι κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε «ηθικό κίνδυνο» και θα ενθάρρυνε την ανεύθυνη δημοσιονομική συμπεριφορά. Σήμερα, ο ηθικός κίνδυνος εξαφανίζεται ως έννοια.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση όχι μόνο δεν προβληματίζεται για το προηγούμενο που δημιουργεί, αλλά επιλέγει συνειδητά να αγνοήσει κάθε σύγκριση. Το ερώτημα γιατί η Ελλάδα οδηγήθηκε σε δάνεια με όρους αγοράς, με επιτόκια και μνημονιακές δεσμεύσεις που διέλυσαν το κοινωνικό σώμα, ενώ η Ουκρανία λαμβάνει άτοκη χρηματοδότηση, παραμένει αναπάντητο και αποκαλύπτει ότι τα περί «κανόνων» και «αρχών» ήταν πάντοτε προσχηματικά.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το τι ακριβώς καλύπτει αυτό το πακέτο των 90 δισεκατομμυρίων ευρώ. Επισήμως αναφέρεται ότι θα χρηματοδοτήσει το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ουκρανίας για τα επόμενα δύο χρόνια. Το κρίσιμο όμως ερώτημα, το οποίο αποσιωπάται επιμελώς, είναι αν αυτό το έλλειμμα αφορά μια Ουκρανία σε ειρήνη ή μια Ουκρανία σε πόλεμο. Οι δημοσιονομικές ανάγκες μιας χώρας που ανασυγκροτείται μετά τη λήξη των εχθροπραξιών είναι ποιοτικά και ποσοτικά διαφορετικές από εκείνες μιας χώρας που συνεχίζει να βρίσκεται σε ενεργό πολεμικό μέτωπο. Όλα δείχνουν ότι η χρηματοδότηση αυτή προϋποθέτει τη συνέχιση του πολέμου και λειτουργεί ως εγγύηση ότι η πολεμική προσπάθεια δεν θα διακοπεί λόγω οικονομικής ασφυξίας. Με άλλα λόγια, η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδοτεί τον πόλεμο, όχι την ειρήνη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ουκρανία μετατρέπεται σε εργαλείο, σε όχημα μέσω του οποίου η Ευρωπαϊκή Ένωση σύρεται –ή επιλέγει να συρθεί– σε μια νέα φάση πολεμικής οικονομίας. Δεν πρόκειται απλώς για αλληλεγγύη σε έναν δοκιμαζόμενο λαό, αλλά για ενεργό συμμετοχή σε ένα θέατρο πολέμου που αναδιατάσσει τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες, εκτρέπει δημόσιους πόρους και επιβάλλει μια νέα κανονικότητα στρατιωτικοποίησης. Η απόφαση αυτή έρχεται μάλιστα σε μια στιγμή που, για πρώτη φορά, η συζήτηση περί ειρήνης έχει επανέλθει στο τραπέζι, έστω και με αντιφάσεις, τόσο από τη ρωσική όσο και από την ουκρανική πλευρά. Αντί η Ευρωπαϊκή Ένωση να λειτουργήσει ως δύναμη αποκλιμάκωσης, επιλέγει να παγιώσει τη σύγκρουση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ζήτημα της αμοιβαιοποίησης του δανείου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση συμφώνησε να μοιραστεί το βάρος της χρηματοδότησης μεταξύ των κρατών-μελών, γεγονός που επαναφέρει αναπόφευκτα το ερώτημα γιατί μια τέτοια λύση δεν επιλέχθηκε ποτέ για την Ελλάδα. Γιατί τότε η αμοιβαιοποίηση του ελληνικού χρέους θεωρούνταν αδιανόητη, ενώ σήμερα εμφανίζεται ως αποδεκτή επιλογή; Η απάντηση δεν βρίσκεται σε οικονομικά δεδομένα, αλλά σε πολιτικές σκοπιμότητες. Η Ουκρανία είναι κρίκος σε μια γεωπολιτική στρατηγική, ενώ η Ελλάδα αντιμετωπίστηκε ως πειραματόζωο πειθαρχίας.
Ακόμη και αυτή η απόφαση, ωστόσο, δεν ήταν η χειρότερη δυνατή. Όπως επεσήμανε ο Λεωνίδας Βατικιώτης, αποφεύχθηκε το σχέδιο Α της Γερμανίας, το οποίο προέβλεπε την κατάσχεση των ρωσικών κεφαλαίων που βρίσκονται δεσμευμένα στο Βέλγιο, ύψους περίπου 180 δισεκατομμυρίων ευρώ από τα συνολικά 216 δισεκατομμύρια. Η γερμανική ηγεσία επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει αυτά τα χρήματα για τη χρηματοδότηση της πολεμικής βιομηχανίας, εμφανίζοντάς το ως ενίσχυση της Ουκρανίας. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για μια προσπάθεια οικονομικής αιμοδοσίας της ίδιας της Γερμανίας, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρή βιομηχανική και κοινωνική κρίση.
Το κλείσιμο εργοστασίων της Volkswagen στη Γερμανία, με πρώτο εκείνο που αποτελούσε σύμβολο της ηλεκτροκίνησης, δεν είναι μια μεμονωμένη εξέλιξη αλλά η κορυφή του παγόβουνου. Η γερμανική οικονομία αντιμετωπίζει τεράστιες πιέσεις λόγω της αποτυχημένης ενεργειακής μετάβασης, της πολιτικής ακροβατικής γύρω από τις μηχανές εσωτερικής καύσης και της ανάγκης για νέα δισεκατομμύρια επενδύσεων που δεν υπάρχουν. Σε αυτό το πλαίσιο, τα ρωσικά κεφάλαια εμφανίστηκαν ως εύκολη λύση. Η κατάσχεσή τους όμως θα άνοιγε έναν επικίνδυνο δρόμο, θα τινάξει στον αέρα τις σχέσεις Ευρώπης–Ρωσίας και θα υπονόμευε το ίδιο το κύρος της Ευρώπης ως ασφαλούς οικονομικού χώρου.
Δεν είναι τυχαίο ότι στο σχέδιο αυτό αντιτάχθηκαν χώρες όπως το Βέλγιο, η Ιταλία, η Ουγγαρία, η Σλοβακία και η Τσεχία. Το Βέλγιο αντιλήφθηκε ότι, ως έδρα του συστήματος Euroclear, θα βρισκόταν αντιμέτωπο με τεράστιες αποζημιώσεις και νομικές συνέπειες. Η Ιταλία είχε ήδη αρχίσει να επαναπροσεγγίζει οικονομικά τη Ρωσία. Άλλες χώρες διαφοροποιήθηκαν συνολικά από τη γραμμή της σύγκρουσης. Το γεγονός ότι το γερμανικό σχέδιο δεν πέρασε αποτελεί ανακούφιση, αλλά δεν αναιρεί τον πυρήνα του προβλήματος.
Ακόμη και η τελική απόφαση περιλαμβάνει σκοτεινά σημεία. Προβλέπεται, για παράδειγμα, ότι η Γερμανία θα επιστρέψει τα χρήματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση μόνο αν η Ρωσία καταβάλει πολεμικές επανορθώσεις στην Ουκρανία. Εδώ αναδύεται μια κραυγαλέα αντίφαση. Αν η καταβολή επανορθώσεων αποτελεί ηθικό και νομικό καθήκον, τότε γιατί δεν τίθεται το ίδιο ζήτημα για το Ισραήλ και την καταστροφή στη Γάζα; Γιατί η Γερμανία, που πρωτοστατεί στις απαιτήσεις κατά της Ρωσίας, αρνείται πεισματικά να αναγνωρίσει τις δικές της υποχρεώσεις προς την Ελλάδα και την Πολωνία για τα εγκλήματα και τις καταστροφές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου; Υπενθυμίζεται ότι ακόμη και με βάση εσωτερικά πορίσματα, η Γερμανία οφείλει στην Ελλάδα ποσά που ξεπερνούν τα 160 δισεκατομμύρια ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του κατοχικού δανείου και των επανορθώσεων.
Η επιλεκτική επίκληση της ηθικής αποκαλύπτει ότι δεν πρόκειται για αρχές, αλλά για ωμή ιδιοτέλεια. Το ίδιο ισχύει και για την Τουρκία, η οποία διατηρεί εδώ και πενήντα χρόνια στρατιωτική κατοχή στο 40% της Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς να αντιμετωπίζει καμία σοβαρή απαίτηση επανορθώσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν οι αρχές ίσχυαν πραγματικά, θα ίσχυαν για όλους.
Η συζήτηση αυτή συνδέεται άμεσα με τις κοινωνικές εκρήξεις που σημειώθηκαν τις ίδιες ημέρες στις Βρυξέλλες, με τους αγρότες να καίνε κυριολεκτικά και μεταφορικά το κέντρο της ευρωπαϊκής εξουσίας. Οι κινητοποιήσεις στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ελλάδα, την Πορτογαλία, τη Σλοβακία, ακόμη και στο Λονδίνο, δεν είναι τυχαίες. Αποτελούν αντίδραση σε μια συνειδητή πολιτική που οδηγεί τη γεωργία σε αφανισμό. Η συμφωνία με τη Mercosur, έστω και αν προσωρινά «πάγωσε», εντάσσεται στην ίδια στρατηγική. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να δημιουργήσει τεράστιες ζώνες ελεύθερου εμπορίου ώστε η γερμανική βιομηχανία να εξάγει αυτοκίνητα και βιομηχανικά προϊόντα, ενώ σε αντάλλαγμα ανοίγει τις πύλες για εισαγωγές φθηνών αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων από τη Λατινική Αμερική και άλλες περιοχές.
Αυτή η πολιτική δεν ωφελεί τον Ευρωπαίο καταναλωτή, αλλά συμπιέζει βίαια τους παραγωγούς. Οι Ευρωπαίοι αγρότες αδυνατούν να ανταγωνιστούν προϊόντα που παράγονται με χαμηλότερο εργατικό κόστος και χωρίς τα αυστηρά πρότυπα ποιότητας που επιβάλλει η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση. Το αποτέλεσμα είναι η φτωχοποίηση, η εγκατάλειψη της γης και η συγκέντρωση της παραγωγής σε λίγους μεγάλους παίκτες. Δεν είναι τυχαίο ότι εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπουν πως μέχρι το 2040 θα πρέπει να αποχωρήσει από τη γεωργία το 62% των αγροτών. Αντίστοιχες προβλέψεις είχαν περιληφθεί και στα μνημόνια για την Ελλάδα, όπου από 650.000 αγρότες εκτιμάτο ότι θα έπρεπε να μείνουν λιγότεροι από τους μισούς.
Η εικόνα ολοκληρώνεται με τις μαζικές εισαγωγές αγροτικών προϊόντων από τρίτες χώρες, είτε μέσω των βόρειων συνόρων είτε μέσω των λιμανιών, για λογαριασμό μεγάλων αλυσίδων και της βιομηχανίας τροφίμων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση κάνει τα στραβά μάτια στην ποιότητα, αρκεί να εξασφαλίζεται φθηνή πρώτη ύλη. Η υποκρισία είναι κραυγαλέα: από τη μια διαφημίζονται τα υψηλά ευρωπαϊκά στάνταρ ποιότητας, από την άλλη ανοίγουν οι πύλες σε προϊόντα που υπό άλλες συνθήκες θα θεωρούνταν επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία.
Όλα αυτά συνδέονται σε ένα ενιαίο σχέδιο. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η χρηματοδότησή του, η αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής οικονομίας, η διάσωση της γερμανικής βιομηχανίας και η συστηματική απαξίωση της γεωργίας δεν είναι αποσπασματικές πολιτικές. Είναι όψεις της ίδιας στρατηγικής, που μετατρέπει κοινωνίες σε παράπλευρες απώλειες και βαφτίζει την ιδιοτέλεια «ευρωπαϊκές αξίες». Οι αγρότες το έχουν ήδη καταλάβει. Το ερώτημα είναι πόσο ακόμη θα χρειαστεί για να το καταλάβουν και οι υπόλοιποι.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Κόλαση στη Βόρεια Εύβοια: Τα ντοκουμέντα που εκθέτουν τον κρατικό μηχανισμό
Σφοδρή κόντρα Δένδια με το Μαξίμου για ελληνοτουρκικά και ταξίδι στην Ινδία