Σήμερα Γιορτάζουν:

ΥΠΑΤΗΣ

Πίεση στο δολάριο από τις κινήσεις των κεντρικών τραπεζών

Ο πόλεμος στο Ιράν και το σοκ στην ενέργεια προκαλούν αναταράξεις και στις διεθνείς αγορές ομολόγων, με τις κεντρικές τράπεζες να περιορίζουν τις τοποθετήσεις τους σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα την ώρα που προσπαθούν να στηρίξουν τα νομίσματά τους και να καλύψουν αυξημένες ανάγκες ρευστότητας. Τα στοιχεία της Federal Reserve δείχνουν ότι οι τοποθετήσεις επίσημων ξένων φορέων σε αμερικανικά ομόλογα που φυλάσσονται στη New York Fed μειώθηκαν κατά 82 δισ. δολάρια από τις 25 Φεβρουαρίου, στα 2,7 τρισ. δολάρια, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2012. 

Πίεση από ενέργεια και νομίσματα

Η βασική αιτία πίσω από αυτή την κίνηση είναι η εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου μετά την κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή. Χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας βλέπουν το κόστος τους να αυξάνεται, ενώ η ενίσχυση του δολαρίου ασκεί πρόσθετη πίεση στα εθνικά τους νομίσματα. Σε αυτό το περιβάλλον, αρκετές κεντρικές τράπεζες παρεμβαίνουν στις αγορές συναλλάγματος, κάτι που συνήθως σημαίνει πώληση δολαριακών στοιχείων ενεργητικού, μεταξύ των οποίων και αμερικανικών ομολόγων. 

Αναλυτές που μίλησαν στο Reuters εκτιμούν ότι ανάμεσα στις χώρες που έχουν ισχυρό κίνητρο να ρευστοποιήσουν αμερικανικό χρέος συγκαταλέγονται μεγάλες εισαγωγικές οικονομίες όπως η Τουρκία, η Ινδία και η Ταϊλάνδη, ακριβώς επειδή πληρώνουν ακριβότερο πετρέλαιο σε δολάρια. 

Η περίπτωση της Τουρκίας

Στο επίκεντρο των πιέσεων βρίσκεται και η Τουρκία. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Reuters, η κεντρική τράπεζα της χώρας πούλησε 22 δισ. δολάρια σε ξένα κρατικά ομόλογα από τα συναλλαγματικά της αποθέματα από τις 27 Φεβρουαρίου, ενώ παράλληλα προχώρησε και σε σημαντικές πωλήσεις χρυσού και συναλλάγματος για να στηρίξει τη λίρα. 

Πιέσεις στην αμερικανική αγορά ομολόγων

Η υποχώρηση των επίσημων ξένων τοποθετήσεων έρχεται σε μια περίοδο που η αγορά αμερικανικών ομολόγων βρίσκεται ήδη υπό πίεση. Η άνοδος του πετρελαίου έχει ενισχύσει τους φόβους για επίμονο πληθωρισμό, οδηγώντας τις αποδόσεις των αμερικανικών τίτλων υψηλότερα και αυξάνοντας το κόστος δανεισμού για το αμερικανικό Δημόσιο, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Το Reuters σημειώνει ότι οι αποδόσεις των διετών και δεκαετών ομολόγων αυξήθηκαν μέσα στον Μάρτιο με τον ταχύτερο ρυθμό από το 2024, ενώ η μεταβλητότητα στην αγορά Treasuries έχει ενταθεί αισθητά. 

Παράλληλα, ορισμένοι αναλυτές επισημαίνουν ότι ένα μέρος αυτών των κινήσεων μπορεί να μην αφορά μόνο καθαρές πωλήσεις, αλλά και μεταφορά τίτλων σε άλλους θεματοφύλακες εκτός της New York Fed. Ωστόσο, ακόμη και με αυτή την επιφύλαξη, η έκταση της υποχώρησης θεωρείται αξιοσημείωτη. 

Μακριά από το δολάριο

Η πρόσφατη αναταραχή δεν εμφανίζεται σε κενό χρόνου. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση σταδιακής διαφοροποίησης μέρους των συναλλαγματικών αποθεμάτων μακριά από τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα. Όπως επισημαίνουν αναλυτές της αγοράς, οι επίσημοι διαχειριστές αποθεματικών έχουν ήδη αρχίσει εδώ και χρόνια να μειώνουν την έκθεσή τους στα Treasuries, κάτι που κάνει τις πρόσφατες πωλήσεις ακόμη πιο ηχηρές. 

Τι συμβαίνει στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα

Στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η συζήτηση γύρω από τη ρευστότητα και την πρόσβαση σε μετρητά έχει ενταθεί λόγω του πολεμικού κλίματος και της υψηλής εξάρτησης από την ψηφιακή τραπεζική. Εκείνο που έχει δημοσιοποιηθεί μέχρι στιγμής δεν είναι επίσημη κυβερνητική οδηγία προς τους πολίτες να κρατούν μετρητά, αλλά συστάσεις από ιδιώτες συμβούλους και επενδυτικούς παράγοντες, οι οποίοι προτείνουν τη διατήρηση ενός μικρού αποθέματος ρευστού και τη χρήση περισσότερων από μίας τράπεζες για λόγους προληπτικής ασφάλειας. 

Την ίδια ώρα, η Κεντρική Τράπεζα των ΗΑΕ έχει ήδη ανακοινώσει πακέτο στήριξης για το τραπεζικό σύστημα, με πρόσβαση σε πρόσθετη ρευστότητα και προσωρινή χαλάρωση ορισμένων κεφαλαιακών απαιτήσεων, επιχειρώντας να προλάβει αναταράξεις αν η κρίση παραταθεί. 

Η συνολική εικόνα δείχνει ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν πλήττει μόνο την ενέργεια και τον πληθωρισμό, αλλά δοκιμάζει και τη διεθνή νομισματική ισορροπία. Οι κεντρικές τράπεζες κινούνται πλέον πιο αμυντικά, με βασικό στόχο να προστατεύσουν τις οικονομίες και τα νομίσματά τους, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει μεγαλύτερη πίεση στην αγορά αμερικανικού χρέους.