Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

ΘΕΟΔΟΥΛΑ

ΚΥΡΙΛΛΟΣ

7 Ιανουαρίου 2025

Η Ελλάδα στην παγίδα της εσχατολογίας: Σωτηρία ή καταστροφή;

Οι θεωρίες του Κοινωνικού Συμβολαίου συνιστούν την πιο ουμανιστική διάσταση της Πολιτικής Θεωρίας, αναδεικνύοντας την έννοια της κοινωνικής συμβίωσης ως μια διαδικασία διαρκούς διαπραγμάτευσης ανάμεσα στον ατομικό και τον συλλογικό παράγοντα, από την προ-βεστφαλιανή εποχή έως και τη σύγχρονη πολιτική σκέψη. Αν ο ερευνητής επιθυμεί να αναλύσει σε βάθος την ουσία και τη λειτουργία της σκέψης περί Κοινωνικού Συμβολαίου, ξεπερνώντας τα αυστηρά νομικά και κανονιστικά πλαίσια που ενσαρκώνονται σε Κώδικες όπως αυτός του Χαμουραμπί, τότε θα πρέπει να εξετάσει τη σύνδεση του Κοινωνικού Συμβολαίου με τις φιλοσοφικές έννοιες που διαμόρφωσε ο Σωκράτης και οι απόψεις του για τις πολιτικές και ηθικές υποχρεώσεις του πολίτη απέναντι στο κράτος, ιδίως όπως αυτές εκφράζονται στον διάλογο του Πλάτωνα, “Κρίτων”.

Αυτός ο διάλογος, με την αποκαλυπτική του καταγραφή της σχέσης μεταξύ πολίτη και κράτους, φωτίζει τα θεμέλια της πολιτειακής εσχατολογίας που επηρεάζει καταλυτικά τις σύγχρονες θεωρίες για το Κοινωνικό Συμβόλαιο. Ο Hobbes, στο έργο του Λεβιάθαν, αναπτύσσει αυτή την έννοια της μετάβασης από την προ-πολιτική στην πολιτική κατάσταση. Στην ουσία, η θεωρία του προσδιορίζει την ανάγκη για μια οργανωμένη συλλογική αυτενέργεια, η οποία στόχο έχει την υπέρβαση του ακραίου φόβου που επικρατεί στην φυσική κατάσταση, την απειλή της αναρχίας και της ανομίας. Η δημιουργία ενός οργανωμένου κράτους λειτουργεί ως τείχος προστασίας από τις συνεχείς απειλές που ανακύπτουν στην απουσία κρατικής εξουσίας, προστατεύοντας έτσι τον πολίτη και διασφαλίζοντας την κοινωνική τάξη.

Οι θεωρίες του Κοινωνικού Συμβολαίου, και ιδίως αυτές που εντάσσονται στον πυρήνα του κλασικού φιλελευθερισμού, επαναστατούν ενάντια σε οποιαδήποτε αντίληψη που υπονοεί ότι η ατομική προστασία ή η κοινωνική ευημερία πρέπει να επιτευχθούν εις βάρος της αστικής ελευθερίας. Αντίθετα, καταδεικνύουν ότι η ελευθερία και η ασφάλεια δεν είναι αντιφατικές έννοιες αλλά, αντίθετα, αλληλένδετες: η κοινωνία μπορεί να επιτύχει την ευημερία των μελών της χωρίς να θυσιάσει τις θεμελιώδεις ελευθερίες του ατόμου. Η μετάβαση από την προ-πολιτική κατάσταση στην πολιτική συνεπάγεται την οργάνωση της κοινωνίας γύρω από την αρχή της ελευθερίας, η οποία έχει πλέον αποκτήσει θεσμική διάσταση και οργανική συνοχή. Ο πολίτης, πλέον, βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής διαδικασίας, αναγνωρίζοντας το ρόλο του ως θεσμικού παράγοντα, ο οποίος όχι μόνο νοηματοδοτεί τις διεργασίες των θεσμών, αλλά είναι και ο κρίσιμος παράγοντας για την αποδοχή ή την απόρριψη των πολιτικών εφαρμογών που προέρχονται από το πεδίο της κρατικής κυριαρχίας.

Στην καρδιά αυτής της σκέψης βρίσκεται η αντίληψη ότι οι πολιτικές αποφάσεις των κυβερνώντων οφείλουν να βασίζονται σε έναν μηχανισμό εσωτερικής νομιμοποίησης, που ξεπερνά την απλή εφαρμογή των νόμων κατά το “dura lex sed lex”. Η νομιμοποίηση δεν είναι απλά η εφαρμογή ενός νομικού κανόνα, αλλά η επίτευξη ευρείας, συλλογικής συναίνεσης που επιτρέπει τη διαβούλευση και τη διαμόρφωση των πολιτικών αποφάσεων μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. Στην ιδεατή αυτή διαδικασία, οι πολιτικοί ηγέτες δεν επιβάλλουν απλά τις αποφάσεις τους, αλλά πρέπει να αναζητούν τη συναίνεση της κοινωνίας και να διασφαλίζουν ότι η απόφαση που τίθεται σε εφαρμογή είναι αποτέλεσμα μιας ευρύτερης κοινωνικής συμφωνίας. Το τελικό αποτέλεσμα της διαβούλευσης, δηλαδή η αποδοχή ή η απόρριψη μιας πολιτικής, δεν προδικάζεται από την αρχική στόχευση αλλά αποτυπώνει την πραγματική βούληση του σώματος των πολιτών.

Η μεθοδολογία και η διαδικασία της επίτευξης συλλογικών συναινέσεων αποτελούν, αναμφίβολα, τον πιο κρίσιμο ποιοτικό δείκτη για το πολιτειακό σύστημα που διέπει ένα κράτος. Ο τρόπος με τον οποίο ένα κράτος καταφέρνει να ενσωματώσει τις απόψεις και τις ανάγκες των πολιτών του στις αποφάσεις που παίρνει, καθώς και η ικανότητά του να εξασφαλίσει την εσωτερική νομιμοποίηση αυτών των αποφάσεων, καθορίζουν το βάθος της δημοκρατίας και της πολιτικής ευθύνης που το χαρακτηρίζουν. Στην εποχή μας, εν έτει 2025, είναι αυτονόητο πως δεν μπορούμε να θεωρούμε το δικαίωμα ψήφου ως την απόλυτη έκφανση της πολιτειακής σχέσης που καθορίζει το κράτος. Η συμμετοχή στις εκλογές, αν και σημαντική, δεν αρκεί για να διασφαλίσει την ποιότητα της πολιτικής διακυβέρνησης και τη συναίνεση των πολιτών σε μια ουσιαστική, συνεχιζόμενη διαδικασία διαλόγου και αποδοχής.

Σε κράτη που κινούνται σε μια κατάσταση προ-Διαφωτισμού, όπως το Ιράν ή η Τουρκία, οι κάλπες ίσως να θεωρούνται σύμβολο δημοκρατικής συμμετοχής. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι αυτές οι διαδικασίες συχνά λειτουργούν περισσότερο ως μηχανισμοί πολιτικής αποσυμπίεσης και λιγότερο ως μέσα ποιοτικής εμβάθυνσης της σχέσης κράτους-πολίτη. Οι εκλογές σε τέτοια κράτη ενδέχεται να λειτουργούν περισσότερο ως συμβολικές πράξεις που αποπροσανατολίζουν τους πολίτες από την πραγματική κατάσταση των θεσμών, χωρίς να προάγουν τη συμμετοχικότητα ή τη διαφάνεια.

Όταν εξετάσουμε όμως το σύγχρονο ελληνικό πλαίσιο, τα συμπεράσματα είναι λιγότερο αισιόδοξα και αναδεικνύουν σοβαρές ανεπάρκειες στο μοντέλο του Κοινωνικού Συμβολαίου. Από την είσοδο της χώρας στην οικονομική κρίση το 2010, το Κοινωνικό Συμβόλαιο στην Ελλάδα φαίνεται να λειτουργεί με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που απέχουν σημαντικά από το δυτικό, αστικό φιλελεύθερο παράδειγμα. Στην Ελλάδα, η διαδικασία εσωτερικής νομιμοποίησης είναι συχνά αναιμική ή ανύπαρκτη. Οι κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως της πολιτικής τους ταυτότητας, λαμβάνουν αποφάσεις οι οποίες είτε δεν τίθενται σε δημόσια διαβούλευση, είτε αγνοούν την ανάγκη για ευρεία κοινωνική στήριξη. Η κυβερνητική πολιτική εμφανίζεται ως αυθαίρετη και αποσπασματική, χωρίς πραγματική προσπάθεια για την εξασφάλιση μιας πλειοψηφικής συναίνεσης.

Από το 2010 και μετά, οι προσπάθειες για εσωτερική νομιμοποίηση περιορίζονται σε ανώφελες δηλώσεις πολιτικών και δημόσιων προσώπων, ενώ η κοινή γνώμη παραμένει στην περιφέρεια των αποφάσεων. Αντί για έναν ουσιαστικό διάλογο ή μια ανοιχτή διαβούλευση, κυριαρχεί η τάση των “εξαγνισμένων” κυβερνητικών αποφάσεων, που επικαλούνται το “γενικό καλό” και την “αναγκαιότητα” των μέτρων χωρίς να προκύπτει από πουθενά η πραγματική θέληση των πολιτών για τέτοιες αποφάσεις. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται μια αποστασιοποιημένη σχέση μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων, όπου οι τελευταίοι βλέπουν τις πολιτικές ως επιβληθείσες και όχι ως προϊόν συλλογικής βούλησης και κοινωνικής συμφωνίας.

Η έλλειψη πραγματικής εσωτερικής νομιμοποίησης καθιστά το πολιτικό σύστημα πιο ευάλωτο σε κρίσεις εμπιστοσύνης, καθώς οι πολίτες αναγκάζονται να αποδεχτούν αποφάσεις που δεν αισθάνονται ως δικές τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός κλίματος πολιτικής αβεβαιότητας και απογοήτευσης, που τελικά αποδυναμώνει τον πυρήνα του Κοινωνικού Συμβολαίου και του πολιτικού συστήματος στο σύνολό του.

Η Ελλάδα φαίνεται να αποτελεί μια μοναδική περίπτωση στην δυτική πολιτική σκηνή, καθώς η συνθήκη της θεσμικής διαβούλευσης είναι τόσο φορτισμένη και πολωμένη, που η επιλογή φαντάζει πάντα ανάμεσα σε δύο ακραία σενάρια: σωτηρία ή καταστροφή. Αυτή η ακραία αντίθεση, που διαπερνά τη συλλογική συνείδηση των Ελλήνων, είναι το αποτέλεσμα των υπερβατικών συνθηκών που επέφεραν οι οικονομικές κρίσεις και οι πολιτικές εξελίξεις από το 2010 και μετά. Η Ελλάδα, ως μέρος του Πρώτου Κόσμου, κλήθηκε να διαχειριστεί συνθήκες που δεν συνάδουν με την εικόνα του “ανεπτυγμένου δυτικού κράτους”, με αποτέλεσμα την εμφάνιση ενός εντελώς διαφορετικού πολιτικού και κοινωνικού τοπίου.

Ακόμη και όταν προβάλλεται το φάντασμα μιας εσχατολογικής εξόδου από την κρίση – μια πορεία που υπόσχεται παράδεισο αλλά εν τέλει καταλήγει είτε στην Κόλαση είτε στο Καθαρτήριο – οι μηχανισμοί εσωτερικής νομιμοποίησης παραμένουν προσκολλημένοι στην αντίληψη του κράτους ως αυταρχικού παρατηρητή. Η κυβέρνηση και οι θεσμοί κουνάνε το δάχτυλο προς την κοινωνία, προσπαθώντας να επιβάλουν τις αποφάσεις τους χωρίς καμία ουσιαστική προσπάθεια για διάλογο ή ενσυναίσθηση. Η εσωτερική νομιμοποίηση δεν επιτυγχάνεται μέσω διαρκούς επικοινωνίας και συνεννόησης, αλλά μέσω της επιβολής και της αποδοχής των πολιτικών με το φόβο του χειρότερου δυνατού σεναρίου. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική διαχείριση της κρίσης είναι περισσότερο αντιδραστική παρά προοδευτική.

Η επιμονή στο μοτίβο της καταστροφολογίας, συνδυασμένη με την εικόνα του Έλληνα ως τον “πιο διεφθαρμένο λαό”, τροφοδοτεί την εσχατολογική διάσταση του πολιτικού λόγου. Ο φόβος της κοινωνικής κατάρρευσης από το 2015 μέχρι σήμερα έχει καταστήσει την ελληνική κοινωνία έναν από τους πιο απαισιόδοξους λαούς της Ευρώπης, αποκομμένο από την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Η συνεχιζόμενη συζήτηση γύρω από τη διάσταση της κρίσης μοιάζει να έχει εξαντληθεί σε παρελθόντα χρόνους, όπου η διαρκής ανασφάλεια των πολιτών ανατροφοδοτεί τον ίδιο φόβο χωρίς να προσφέρει καμία δυναμική προοπτική.

Αυτή η συνθήκη έχει σοβαρές συνέπειες στην πολιτική δυναμική της χώρας. Ειδικότερα, η σύνθεση του πληθυσμού, με την ολοένα αυξανόμενη γήρανση, ενισχύει τη συντηρητική τάση και τις αντιλήψεις που εστιάζουν περισσότερο στην προστασία του υπάρχοντος, παρά στη δυνατότητα μεταρρύθμισης ή εξέλιξης. Οι μεγαλύτερες ηλικίες οδηγούνται από τον φόβο του χάους και της απώλειας, όχι από την προσδοκία ενός καλύτερου αύριο. Ο συντηρητισμός ενισχύεται από την απουσία ουσιαστικής ελπίδας για το μέλλον, καθιστώντας τη χώρα ευάλωτη στην απλουστευτική πολιτική που υποβαθμίζει τη λειτουργία του Πολιτεύματος.

Η ανεπάρκεια των διαδικασιών εσωτερικής νομιμοποίησης, σε συνδυασμό με την έλλειψη πολιτικής ενσυναίσθησης και συστημικής υπευθυνότητας, ενισχύει τη ριζοσπαστικοποίηση της νέας γενιάς. Η αύξηση της εγκληματικότητας, η αδυναμία επίλυσης μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων και η αποτυχία να χαραχθούν κατευθυντήριες πολιτικές αφήνουν κενό χώρο για τη διάδοση ακραίων ιδεολογιών και λαϊκιστικών αφηγήσεων. Η ανασφάλεια που διέπει το σύνολο της κοινωνίας, σε συνδυασμό με την αδυναμία να βρουν απαντήσεις στα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας, προωθεί την αποδοχή ακραίων πολιτικών λύσεων, που είναι συνήθως απλουστευμένες και επικίνδυνες.

Η Ελλάδα, υπό το βάρος αυτών των προβλημάτων, καθίσταται ευάλωτη σε εξωγενείς παράγοντες που επιθυμούν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση αδυναμίας και αποδιοργάνωσης της χώρας. Στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η αποσταθεροποίηση της Ελλάδας μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές γεωπολιτικές ανατροπές και σε μια ανατροπή της ισορροπίας ισχύος, με μακροπρόθεσμες συνέπειες όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για την ευρύτερη περιοχή.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε ένα σημείο καμπής. Η ανάγκη για βαθιές πολιτικές αποφάσεις είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Η αναγκαία ενίσχυση των θεσμών που θα επιτρέψουν την επανασύνδεση της κοινωνίας με το πολιτικό σύστημα είναι ζητούμενο για την Ελλάδα του 2025. Η πραγματική εσωτερική νομιμοποίηση θα πρέπει να επαναξιολογηθεί και να αναδειχθεί ως αναγκαιότητα για την κοινωνική συνοχή και την πολιτική σταθερότητα, χωρίς την οποία η χώρα θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε έναν κύκλο απογοήτευσης και παρακμής.

Ετικέτες: