Η ένταξη της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική και οι προκλήσεις για την Ελλάδα
Η έναρξη του προγράμματος Rearm EU, που αποσκοπεί στην ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της άμυνας, συνοδεύεται από την σταδιακή απεμπλοκή του ΝΑΤΟ από τη ρωσο-ουκρανική σύγκρουση. Το πλαίσιο αυτό εντείνει τις απαιτήσεις για αυξημένες αμυντικές δαπάνες από τα κράτη μέλη της Συμμαχίας.
Η Τουρκία, αξιοποιώντας τη γεωπολιτική της θέση, επιδιώκει να διαδραματίσει ρόλο διαμεσολαβητή στον πόλεμο στην Ουκρανία, ενώ ταυτόχρονα προωθεί την ενσωμάτωσή της στη νέα ευρωπαϊκή αμυντική δομή. Η τουρκική αμυντική βιομηχανία εμφανίζεται ως πιθανός εταίρος για την ΕΕ, γεγονός που προκαλεί ανησυχία στην Αθήνα, καθώς εγείρονται ερωτήματα για τον ρόλο της Τουρκίας σε ενδεχόμενη ελληνοτουρκική κρίση, υπό το νέο αυτό καθεστώς.
Επισημαίνεται πως η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ διατηρεί στρατιωτική παρουσία στο βόρειο τμήμα της Κύπρου από το 1974. Παράλληλα, εξακολουθεί να εκφράζει απειλές κατά της Ελλάδας, όπως για την ενδεχόμενη επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο. Αυτές οι θέσεις έρχονται σε αντίθεση με τις βασικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί σεβασμού του διεθνούς δικαίου και της κυριαρχίας των κρατών μελών.
Σημειώνεται επίσης ότι ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, προχωρούν σε στρατιωτική συνεργασία και εξοπλιστικά προγράμματα με την Τουρκία, ενισχύοντας περαιτέρω τη θέση της τελευταίας στην ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική.
Σύμφωνα με την ελληνική πλευρά, επιβάλλεται η ανάδειξη στα ευρωπαϊκά και διεθνή φόρα της θέσης ότι η Τουρκία, όπως και η Ρωσία, εφαρμόζει αναθεωρητική πολιτική. Επισημαίνεται ότι η κατάσταση στην Κύπρο συνιστά διαρκή παραβίαση του διεθνούς δικαίου, καθώς συνεχίζεται η κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους επί πέντε δεκαετίες, με αδιάλειπτες συνέπειες, όπως η ύπαρξη αγνοουμένων και η μη αποκατάσταση της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η Αθήνα υπογραμμίζει την ανάγκη να τεθούν κυρώσεις και κατά της Τουρκίας, παρόμοιες με εκείνες που έχουν επιβληθεί στη Ρωσία, εφόσον επιδιώκεται ενιαία ευρωπαϊκή στάση υπέρ του διεθνούς δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό, τίθεται και το ζήτημα της ανάγκης η Ελλάδα να διεκδικεί έμπρακτα ανταλλάγματα για τη στήριξη της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας, καθώς και για τη συμβολή της στην άμυνα της ΕΕ.
Στο πεδίο των ελληνοτουρκικών, προβληματισμό προκαλούν η μη ανακήρυξη ΑΟΖ στο Αιγαίο, η διατήρηση του τουρκικού casus belli, καθώς και η απουσία επίσημης καταγγελίας του τουρκο-λιβυκού μνημονίου, το οποίο επηρεάζει τμήμα της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Παράλληλα, οι τουρκικές αντιδράσεις στους ελληνικούς χάρτες θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού καταδεικνύουν την ευαισθησία της Άγκυρας σε θέματα θαλάσσιας δικαιοδοσίας.
Η ενεργειακή διάσταση προστίθεται στα γεωστρατηγικά δεδομένα της Ανατολικής Μεσογείου, με έμφαση στην ανάγκη υλοποίησης του ηλεκτρικού καλωδίου διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, καθώς και του αγωγού EastMed. Η επαναφορά του σχεδίου από την κυβέρνηση Τραμπ στις ΗΠΑ δημιουργεί ευκαιρίες για εμβάθυνση των συνεργασιών μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και Αιγύπτου στον ενεργειακό τομέα.
Η Τουρκία, έχοντας υιοθετήσει επικριτική στάση έναντι του Ισραήλ και υποστηρίζοντας οργανώσεις όπως η Χαμάς, ενισχύει τον προβληματισμό για τη στρατηγική της τοποθέτηση στην περιοχή. Η Αθήνα θεωρεί ότι η σύναψη ισχυρών περιφερειακών συμμαχιών μπορεί να συμβάλει στην αναβάθμιση του ρόλου της Ελλάδας και στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης.
Σε ό,τι αφορά τον πόλεμο στην Ουκρανία, αναγνωρίζεται το υψηλό κόστος του σε ανθρώπινες ζωές και οικονομικές επιπτώσεις. Η πρωτοβουλία προσέγγισης της Μόσχας από τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, προβάλλεται ως πιθανή επιλογή αποκλιμάκωσης. Εν τω μεταξύ, η συζήτηση για την αμυντική αυτονόμηση της ΕΕ τίθεται με προσοχή, προκειμένου να αποφευχθούν ανισορροπίες εντός της Ένωσης, ειδικά με τη Γερμανία.
Η ελληνική πλευρά διαμηνύει ότι η Τουρκία δεν μπορεί να έχει ενεργό ρόλο στην ευρωπαϊκή άμυνα όσο δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και δεν σέβεται τις ευρωπαϊκές αξίες. Επισημαίνεται η σημασία της Ελλάδας ως θεματοφύλακα των ευρωπαϊκών συνόρων, όπως αποδείχθηκε κατά την κρίση στον Έβρο το 2020.
Τέλος, η Ελλάδα επιδιώκει πιο ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της κοινής ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής, τόσο μέσω της αξιοποίησης της θέσης της όσο και μέσω της ενίσχυσης της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Προωθεί επίσης τις στρατηγικές συνεργασίες, όπως αυτή με τη Γαλλία, που κατοχυρώθηκε με την αμυντική συμφωνία του 2022, ως μέσο ενίσχυσης της εθνικής και ευρωπαϊκής ασφάλειας.