Η πολιτική και οι πρακτικές της κυβέρνησης Μητσοτάκη, με χαρακτηριστικά παραδείγματα όπως η φωτογράφιση ενός πολιτικού αστέρα της Ν.Δ. με 7.000 € και η επιτρεπτικότητα στη δράση εγκληματικών οργανώσεων, εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για τις ομοιότητες μεταξύ κράτους και εγκληματικών οργανώσεων. Και στις δύο περιπτώσεις, κοινός παρονομαστής είναι η επιβολή εξουσίας με καταναγκαστικά μέσα, που προϋποθέτουν και επιδιώκουν την υποταγή των πολιτών μέσω βίας, εκβιασμών ή περιορισμού της ελευθερίας. Η διαφορά έγκειται στην «νομιμότητα» της βίας, καθώς το κράτος τη χρησιμοποιεί μέσω θεσμών, όπως οι νόμοι, τα δικαστήρια και οι φυλακές, ενώ η μαφία την ασκεί με άμεση βία, εκβιασμούς και απειλές.
Το κράτος έχει το μονοπώλιο της «νόμιμης βίας», ενώ η μαφία χρησιμοποιεί «παράνομη» βία για να εδραιώσει την εξουσία της. Το κράτος απαιτεί φόρους από τους πολίτες και δημεύει περιουσίες, ενώ η μαφία εκβιάζει χρήματα από τα θύματά της, προκειμένου να διασφαλίσει την επιβίωσή της. Ουσιαστικά, τα χρήματα των πολιτών, είτε μέσω φόρων είτε μέσω εκβιασμού, αποτελούν τον κινητήριο μοχλό τόσο για το κράτος όσο και για την εγκληματική οργάνωση.
Αμφότερα τα σχήματα, το κράτος και η μαφία, βασίζονται σε δομημένα δίκτυα επιρροής και ιεραρχίας, με σκοπό την αποκόμιση οικονομικού οφέλους εις βάρος εκείνων που δεν ανήκουν στα συστήματα αυτά. Στην περίπτωση του κράτους, μεγάλο μέρος των φόρων διοχετεύεται σε πελατειακές σχέσεις μέσω ενός πολύπλοκου δικτύου διαπλοκής, το οποίο συντηρεί την πολιτική και οικονομική εξουσία. Η μαφία, από την άλλη, διαχειρίζεται τα χρήματα της εντός της οργάνωσης, προκειμένου να ενισχύσει την ιεραρχία της και να επεκτείνει την επιρροή της.
Το θεμελιώδες ερώτημα, λοιπόν, είναι ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια «νόμιμη» εξουσία, όπως αυτή της κυβέρνησης Μητσοτάκη, και μια εγκληματική οργάνωση, όταν οι μέθοδοι επιβολής είναι σχεδόν ταυτόσημες. Παρόλο που η πολιτική εξουσία νομιμοποιείται μέσω της διαδικασίας των εκλογών, η «νομιμότητα» αυτή δεν συνεπάγεται απαραίτητα ηθική ή δικαιοσύνη. Όταν κάποιος ερευνήσει σε βάθος τη δομή της εξουσίας, θα διαπιστώσει ότι πίσω από τις «δημοκρατικές» διαδικασίες κρύβονται παραταξιακά συμφέροντα, πελατειακές σχέσεις, πολιτικός εκβιασμός και προπαγάνδα, παρά τα φαινομενικά δημοκρατικά μέσα μέσω των οποίων ασκείται η εξουσία.
Η κομματική δομή της κυβέρνησης, ειδικότερα, θυμίζει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο λειτουργίας μιας εγκληματικής οργάνωσης, με συγκροτημένη ιεραρχία, κατανομή αρμοδιοτήτων και στόχο τη διατήρηση και επέκταση της ισχύος. Τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη αυτών των στόχων είναι η εξαγορά συνειδήσεων, ο εκφοβισμός, η εξάλειψη πολιτικών αντιπάλων και η διαιώνιση του πολιτικού ελέγχου μέσω διαπλοκών και ευνοϊκών πολιτικών. Αυτή η σφιχτή πολιτική συγκρότηση διασφαλίζει την αναπαραγωγή της εξουσίας και ενισχύει τη διαρκή παρουσία των ιδίων προσώπων στην εξουσία.
Εάν, λοιπόν, ένα κόμμα κερδίσει τις εκλογές, ασκήσει εξουσία προς ίδιον όφελος και εκμεταλλευτεί τους πολίτες μέσω φόρων και άλλων πολιτικών μέτρων, μπορεί να θεωρηθεί εγκληματική οργάνωση που απέκτησε την εξουσία και το δικαίωμα στη βία «νομίμως» μέσω των εκλογών. Στην ουσία, τα κόμματα λειτουργούν σαν συμμορίες που μάχονται για την κατοχή της «μηχανής βίας», δηλαδή του κράτους, το οποίο τους επιτρέπει να επιβάλλουν την εξουσία τους και να προστατεύουν τα συμφέροντά τους.
Αυτό που δεν έχει κατανοηθεί στην Ελλάδα είναι ότι η ψήφος δεν αποτελεί συμβόλαιο ηθικής και δημοκρατίας. Η «νομιμότητα» μέσω εκλογών δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με ηθική και δικαιοσύνη. Στην πραγματικότητα, η πολιτική διαδικασία από την εκλογική νίκη μέχρι τη συγκέντρωση εξουσίας περνάει από τη διαπλοκή, την εξαγορά συνειδήσεων, την προπαγάνδα και τη δημιουργία κλειστών συστημάτων που εξυπηρετούν τα συμφέροντα της εκάστοτε πολιτικής ελίτ.
Η πορεία της κυβέρνησης από την αρχική εκλογική νίκη μέχρι τη διαφθορά και την κατάληψη της εξουσίας θυμίζει έντονα τη μετάβαση από μια ιδανική πολιτική κατάσταση σε μια εγκληματική οργάνωση. Η πολιτική ηγεσία ξεκινά με την εικόνα του «καταλληλότερου», ακολουθεί η εκλογική νίκη και η κατάληψη της εξουσίας, η οποία στη συνέχεια εγκλωβίζει το σύστημα στην ανάγκη προστασίας των προσωπικών και πολιτικών συμφερόντων μέσω διαπλοκής και νομοθεσίας που ενισχύουν την εξουσία της.
Το κράτος, μέσω των φόρων και της «νομιμότητας», καταλήγει να γίνεται μοχλός εκμετάλλευσης και καταπίεσης, ακριβώς όπως μια εγκληματική οργάνωση. Οι πολίτες, είτε λόγω αδιαφορίας είτε λόγω έλλειψης γνώσης, δεν αναγνωρίζουν τις ομοιότητες με τις εγκληματικές οργανώσεις και δεν κατανοούν τις πραγματικές συνέπειες της εξουσίας που τους επιβάλλεται.
Η εξουσία του μητσοτακισμού στην Ελλάδα, όπως και άλλες μορφές πολιτικής εξουσίας, ευδοκιμεί επειδή δεν υπάρχουν πολίτες που αμφισβητούν, που να αναρωτιούνται για την πραγματική φύση της εξουσίας και της πολιτικής. Οι πολίτες της χώρας φαίνεται να έχουν προγραμματιστεί να αποδέχονται την πολιτική ως αναγκαίο κακό και να μην αμφισβητούν τις καταστάσεις εξουσίας, παραμένοντας αδρανείς μπροστά στην αδικία και τις διαρθρωτικές ανισότητες που γεννώνται από αυτήν.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στη χώρα αυτή, τα ερωτήματα για τη φύση της πολιτικής εξουσίας και τα φαινόμενα διαπλοκής δεν έχουν καταφέρει να εισχωρήσουν στην καθημερινή σκέψη και δράση των πολιτών. Το γεγονός ότι η ψήφος και η πολιτική εξουσία θεωρούνται δεδομένα, έχει οδηγήσει σε έναν κυκεώνα όπου η πολιτική νομιμότητα συγχέεται με την ηθική, δημιουργώντας ένα επικίνδυνο μονοπάτι για την κοινωνία και τη δημοκρατία.