Στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, μια μικρή ομάδα κρατών, μεταξύ των οποίων η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς και άλλες δυτικές χώρες, προχώρησε σε μια θεαματική αλλά ουσιαστικά ανώδυνη διπλωματική ενέργεια: την αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους. Η κίνηση αυτή συνοδεύτηκε από δηλώσεις με βαρύγδουπο συμβολισμό, αλλά καμία αναφορά στις κρίσιμες παραμέτρους που ορίζουν ένα πραγματικό και βιώσιμο κράτος.
Παραμένει αδιευκρίνιστο ποια είναι τα διεθνώς αναγνωρισμένα σύνορα του παλαιστινιακού κράτους που υποτίθεται ότι αναγνωρίζεται, αλλά και με ποια παλαιστινιακή αρχή προτίθενται τα εν λόγω κράτη να συνάψουν επίσημες συμφωνίες. Το ερώτημα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς δεν είναι σαφές αν το μελλοντικό κυβερνητικό σχήμα του παλαιστινιακού κράτους θα περιλαμβάνει τη Χαμάς, μια οργάνωση με στρατιωτικό σκέλος, η δράση της οποίας έχει προκαλέσει διεθνή κατακραυγή.
Η επίσπευση μιας αναγνώρισης χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα εγείρει σοβαρά πολιτικά και ηθικά ζητήματα, ενισχύοντας την εντύπωση ότι ηγεσίες δυτικών κρατών, σε μια περίοδο κρίσιμων γεωπολιτικών εξελίξεων, λειτουργούν κατώτερα των περιστάσεων, αδυνατώντας να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της διεθνούς δικαιοσύνης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η απουσία οποιουδήποτε όρου σχετικά με την άμεση και χωρίς ανταλλάγματα απελευθέρωση των 48 Ισραηλινών ομήρων της Χαμάς, οι οποίοι κρατούνται σε απάνθρωπες συνθήκες εδώ και τρία χρόνια, δημιουργεί έντονο προβληματισμό. Πρόκειται για αθώους πολίτες που συνεχίζουν να ζουν σε καθεστώς απόλυτης καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με αρκετούς εξ αυτών να έχουν χάσει τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της κράτησης.
Η ομηρία αυτών των ανθρώπων συνιστά πράξη που, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, μπορεί να χαρακτηριστεί έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Ωστόσο, η διεθνής κοινότητα, στην περίπτωση της Χαμάς, έχει επιλέξει τη σιωπή ή την επιλεκτική ευαισθησία. Το συγκεκριμένο έγκλημα δεν μπορεί να συμψηφιστεί ούτε να εξισωθεί με οποιαδήποτε στρατιωτική ή πολιτική ενέργεια του Ισραήλ. Παρ’ όλα αυτά, η σιωπή για την τύχη των ομήρων συνοδεύει τις επίσημες ανακοινώσεις αναγνώρισης του παλαιστινιακού κράτους, στερώντας από την κίνηση αυτή το ηθικό της υπόβαθρο.
Με την τακτική αυτή, οι χώρες που σπεύδουν να αναγνωρίσουν ένα κράτος χωρίς σαφή γεωγραφικά όρια και χωρίς ενιαία κυβερνητική αρχή, ουσιαστικά εμπαίζουν τους ίδιους τους Παλαιστίνιους. Εκατομμύρια άνθρωποι που επιβιώνουν σε ακραίες συνθήκες στη Λωρίδα της Γάζας, περιμένουν απαντήσεις και χειροπιαστή στήριξη, όχι γενικόλογες εξαγγελίες και συμβολικές κινήσεις που στερούνται εφαρμοστέου πλαισίου. Οι δήθεν «ευαίσθητες» χώρες της Δύσης αφήνουν εκτεθειμένους τους πληθυσμούς αυτούς στην ανασφάλεια, ενώ επιχειρούν να εμφανιστούν ως προστάτες χωρίς να προσφέρουν ουσιαστική λύση.
Καμία διπλωματική ενέργεια δεν εκδηλώνεται χωρίς την πρόβλεψη μελλοντικών πολιτικών ή οικονομικών απολαβών. Η πρόωρη και χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους, τοποθετεί αυτόματα τις χώρες αυτές σε πλεονεκτική θέση ως προς τη μελλοντική ανοικοδόμηση της Γάζας και των παλαιστινιακών περιοχών. Η πρόσβαση σε διεθνή χρηματοδοτικά εργαλεία, η συμμετοχή σε μεγάλα έργα υποδομής και η πολιτική επιρροή στην περιοχή διακυβεύονται σε μια συγκυρία όπου οι Παλαιστίνιοι εξακολουθούν να μην συμμετέχουν ουσιαστικά στις διαδικασίες που τους αφορούν.
Παράλληλα, η αναγνώριση αυτή αποσκοπεί στην ενίσχυση των διπλωματικών σχέσεων με τις πλούσιες πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Κόλπου. Η προσέγγιση με τις μουσουλμανικές χώρες της περιοχής και η εξασφάλιση ενεργειακών συμφωνιών σε ευνοϊκές τιμές αποτελούν βασικό στόχο των δυτικών κυβερνήσεων, οι οποίες επιδιώκουν να σταθεροποιήσουν τις σχέσεις τους με τον αραβικό κόσμο.
Τέλος, σε εσωτερικό επίπεδο, η πολιτική αυτή εξυπηρετεί μικροκομματικά και κοινωνικά συμφέροντα, καθώς πολλές από τις χώρες αυτές επιδιώκουν να καθησυχάσουν τις μουσουλμανικές κοινότητες που διαβιούν εντός των συνόρων τους. Η κίνηση αναγνώρισης ενός παλαιστινιακού κράτους μπορεί να λειτουργήσει ως «κατευναστικό» εργαλείο για εν δυνάμει εξεγέρσεις ή μαζικές διαμαρτυρίες, χωρίς όμως να συνδέεται ουσιαστικά με την επίλυση των αιτημάτων των ίδιων των διαμαρτυρομένων.
Σε τελική ανάλυση, η πολιτική αυτή αναγνώριση, στερούμενη νομικού πλαισίου και λειτουργικού περιεχομένου, κινδυνεύει να αποτελέσει όχημα για πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα τρίτων. Το παλαιστινιακό κράτος χρησιμοποιείται έτσι ως πρόσχημα για πλιάτσικο σε μια περιοχή που παραμένει εγκλωβισμένη σε χρόνια αδιέξοδα, ενώ ο παλαιστινιακός λαός συνεχίζει να βιώνει τον ξεριζωμό και την αβεβαιότητα.