Σήμερα Γιορτάζουν:

ΘΕΟΔΩΡΟΣ

1 Δεκεμβρίου 2025

Η συνάντηση στο Φανάρι και το αληθινό διακύβευμα για την ενότητα του χριστιανισμού

Σε μια εποχή κατά την οποία ο χριστιανισμός δέχεται πιέσεις και απειλές από πολλές πλευρές – πολιτικές, κοινωνικές, ακόμη και πνευματικές – η ανάγκη για ενότητα μοιάζει πιο επιτακτική από ποτέ. Κι όμως, η ιστορική συνάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου με τον Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ στο Φανάρι δεν προκάλεσε μόνο κύματα συγκίνησης, αλλά και ένα πλήθος αντιδράσεων που μαρτυρούν πως ο δρόμος προς την πραγματική σύγκλιση είναι πιο περίπλοκος από όσο επιφανειακά φαίνεται.

Για πολλούς, η παρουσία του Πάπα στο Φανάρι ήταν μια κίνηση υψηλού συμβολισμού, μια απόπειρα να πέσουν οι τόνοι μεταξύ των δύο μεγάλων χριστιανικών Εκκλησιών. Για άλλους, όμως, αποτέλεσε ένδειξη υποχωρητικότητας, με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο να κατηγορείται ότι ανοίγει επικίνδυνες πόρτες σε ένα ενδεχόμενο θρησκευτικό «ανακάτεμα» εις βάρος της Ορθοδοξίας. Αυτή η διττή αντίδραση, τόσο έντονη και τόσο χαρακτηριστική, δείχνει πως η έννοια της ενότητας εξακολουθεί να ξυπνά παλαιά άγχη και να γεννά νέα ερωτήματα.

Η εικόνα που έστειλε η κοινή δήλωση

Οι δύο προκαθήμενοι έστειλαν ένα καθαρό μήνυμα: Ο διάλογος μεταξύ των Εκκλησιών όχι μόνο συνεχίζεται, αλλά πλέον αποκτά χαρακτήρα πιο συστηματικό και ουσιαστικό. Στην κοινή τους διακήρυξη, Βαρθολομαίος και Λέων ΙΔ΄ τόνισαν ότι η θρησκεία δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για βία. Επισήμαναν επίσης ότι ο διαθρησκειακός διάλογος δεν οδηγεί αναγκαστικά σε σύγχυση — αντιθέτως, αποτελεί κλειδί για τη συνύπαρξη λαών με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές.

Η αναφορά τους στο ότι φέτος το Πάσχα γιορτάστηκε την ίδια ημέρα από όλους τους χριστιανούς δεν ήταν τυχαία. Οι δύο Εκκλησίες έδειξαν καθαρά πως επιθυμούν να καθιερώσουν μια μόνιμη κοινή ημερομηνία για την Ανάσταση. Μια κίνηση που θα αποτελούσε ίσως το μεγαλύτερο σύμβολο συμφιλίωσης εδώ και αιώνες. Η πρωτοβουλία αυτή παρουσιάστηκε ως ο τελικός στόχος ενός μακρού διαλόγου, ένα σημείο στο οποίο η συνύπαρξη θα αποκτούσε χειροπιαστή μορφή.

Οι εικόνες από το Φανάρι δημιούργησαν, σε μεγάλο τμήμα του κόσμου, την εντύπωση ότι οι διαφορές μεταξύ Ανατολής και Δύσης είναι πλέον απλώς μικρολεπτομέρειες. Για πολλούς, ορθόδοξοι και καθολικοί μοιάζουν σαν δύο παραλλαγές της ίδιας πίστης, σαν δύο δρόμοι που καταλήγουν στο ίδιο σημείο. Όμως, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.

Από τον Μεσαίωνα μέχρι σήμερα, Ορθοδοξία και Καθολικισμός εξελίχθηκαν με εντελώς διαφορετικούς τρόπους, όχι μόνο θεολογικά αλλά και θεσμικά. Πριν ακόμη από το Σχίσμα του 1054, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στη Ρώμη και το Βυζάντιο ήταν έντονος. Οι δύο πλευρές διέφεραν σε γλώσσα, σε παράδοση, σε εκκλησιαστική δομή. Και αυτές οι διαφορές δεν εξαφανίστηκαν με τον χρόνο — αντιθέτως, βάθυναν.

Δύο κόσμοι, δύο διαφορετικές πορείες

Η Ορθοδοξία παρέμεινε στενά συνδεδεμένη με την πνευματικότητα της Ανατολής και με τη λειτουργική παράδοση που κρατά αιώνες. Αντίθετα, η Εκκλησία της Ρώμης ακολούθησε μια τροχιά που τη μετέτρεψε σε θεσμό με χαρακτηριστικά κρατικής οντότητας. Η Αγία Έδρα διαθέτει πολιτική, διπλωματική και οικονομική δύναμη αντίστοιχη μικρού κράτους, με διεθνείς σχέσεις που εκτείνονται σε όλον τον κόσμο. Η ισχύς αυτή δεν ήταν χωρίς κόστος: το Βατικανό έχει βρεθεί επανειλημμένα στο επίκεντρο σκανδάλων διαφθοράς και συγκάλυψης, γεγονός που οδήγησε πολλούς καθολικούς πιστούς να χάσουν την εμπιστοσύνη τους.

Αυτή η κοσμική διάσταση του Παπισμού είναι που μεγαλώνει το χάσμα με την Ορθοδοξία. Γιατί η ενότητα, όσο πολύτιμη κι αν είναι, δεν μπορεί να σημαίνει απορρόφηση. Δεν μπορεί να σημαίνει απώλεια ταυτότητας. Ούτε μια βεβιασμένη προσπάθεια εξομάλυνσης των διαφορών για χάρη ενός θετικού επικοινωνιακού κλίματος.

Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας υποστήριξε πως οι διαφορές πρέπει να μείνουν πίσω και οι δύο Εκκλησίες να δώσουν μαζί ένα μήνυμα αγάπης στον σύγχρονο άνθρωπο. Η θέση του αυτή εκφράζει μια διάθεση ανάληψης κοινής ευθύνης απέναντι στα μεγάλα προβλήματα της εποχής. Αλλά για μεγάλο μέρος του ορθόδοξου κόσμου, το αίτημα «να ξεχάσουμε τις διαφορές» μοιάζει ατελές. Διότι η ενότητα, όταν δεν συνοδεύεται από σαφή όρια, κινδυνεύει να εξελιχθεί σε παραχώρηση.

Γι’ αυτό και το ερώτημα παραμένει: Μπορεί η Ορθοδοξία να συμπορευτεί με τον Καθολικισμό χωρίς να χάσει τον χαρακτήρα της; Και, κυρίως, επιθυμούν οι πιστοί μια τέτοια σύνδεση, όταν ο άλλος πόλος λειτουργεί περισσότερο σαν διεθνής θεσμός παρά σαν πνευματική κοινότητα;

Ο δρόμος μπροστά

Όσο εμφανής κι αν είναι η ανάγκη για σύμπνοια απέναντι στις προκλήσεις του 21ου αιώνα, η Ορθοδοξία δεν μπορεί να αγνοήσει τις ιστορικές, θεολογικές και θεσμικές διαφορές που τη χωρίζουν από τον Παπισμό. Η συνάντηση στο Φανάρι είχε σίγουρα αξία. Έστειλε μήνυμα συνεννόησης σε έναν κόσμο γεμάτο συγκρούσεις. Αλλά άνοιξε και μια μεγάλη συζήτηση για το πώς μπορεί να επιτευχθεί η πολυπόθητη ενότητα χωρίς να θυσιαστεί η ταυτότητα της Ανατολικής Εκκλησίας.

Η ουσία είναι απλή: ενότητα ναι, αλλά όχι σύγχυση. Συνεργασία ναι, αλλά όχι συγχώνευση. Διάλογος ναι, αλλά χωρίς να τίθεται υπό αμφισβήτηση η πνευματική, θεσμική και ιστορική αυτοτέλεια της Ορθοδοξίας.

Και αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα — όχι μόνο για τους προκαθήμενους, αλλά για ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο.

Ετικέτες: