1 Αυγούστου 2025

Η σύνθετη ισορροπία ΗΠΑ–Τουρκίας–Ισραήλ

Ένα πολύπλοκο γεωπολιτικό σκηνικό έχει διαμορφωθεί τον τελευταίο καιρό στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο, με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να υιοθετεί μια εξωτερική πολιτική που συχνά φαινόταν αντιφατική. Από τη μία πλευρά, επέδειξε έντονη προσωπική και διπλωματική στήριξη στον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ενώ από την άλλη διατήρησε την παραδοσιακή στενή συμμαχία με το Ισραήλ και τον Μπενιαμίν Νετανιάχου — δύο χώρες των οποίων τα στρατηγικά συμφέροντα, ειδικά στο συριακό ζήτημα, συγκρούονται ανοιχτά.

Η στενή σχέση Τραμπ–Ερντογάν αποτυπώθηκε συμβολικά αλλά και ουσιαστικά στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη, με θερμές χειραψίες και δημόσιες εκφράσεις φιλίας. Η σύμπλευση αυτή, όπως καταγράφει σε άρθρο του στους Financial Times ο John Paul Rathbone, φαίνεται να έχει αποδώσει αμοιβαία οφέλη. Για την Τουρκία, η προσέγγιση με τον Λευκό Οίκο έφερε ευνοϊκότερη μεταχείριση σε θέματα εμπορικών δασμών, άρση συγκεκριμένων κυρώσεων και σχετική ανοχή στην εσωτερική πολιτική καταστολής της αντιπολίτευσης. Για τις ΗΠΑ, η Άγκυρα λειτουργεί ως ενδιάμεσος συνομιλητής με τη Μόσχα, ενώ έχει προθυμοποιηθεί να καλύψει το στρατηγικό κενό που αφήνει πίσω της η Ουάσινγκτον στη Συρία.

Ωστόσο, αυτή η «αγαστή» συνεργασία μεταξύ των δύο προέδρων βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο σοβαρές δοκιμασίες. Η πρώτη αφορά την κατάσταση στη Συρία, όπου οι στρατηγικοί στόχοι Τουρκίας και Ισραήλ βρίσκονται σε ανοιχτή σύγκρουση. Η Άγκυρα στηρίζει τη συριακή κυβέρνηση Σάρα με απώτερο στόχο τη μετατροπή της Συρίας σε προτεκτοράτο υπό τουρκική επιρροή, ενώ το Τελ Αβίβ επιχειρεί δυναμικά να αποτρέψει κάθε απόπειρα ομοσπονδοποίησης της χώρας που θα επέτρεπε στην Τουρκία να εδραιωθεί στις ακτές της Μεσογείου και να εξαλείψει τις εθνοθρησκευτικές μειονότητες όπως οι Αλαουίτες και οι Κούρδοι.

Παράλληλα, το αμερικανικό σχέδιο, όπως εκφράστηκε μέσα από τον απεσταλμένο Τομ Μπάρακ, φέρεται να προκρίνει ένα συγκεντρωτικό καθεστώς παρόμοιο με του Άσαντ, αλλά υπό την εξουσία εξτρεμιστικών σουνιτικών οργανώσεων, εγείροντας νέους κινδύνους για την ασφάλεια της περιοχής και τις μειονότητες.

Η δεύτερη δοκιμασία είναι καθαρά διμερής και αφορά την επαναφορά της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F-35, από το οποίο είχε αποβληθεί λόγω της αγοράς ρωσικών συστημάτων S-400. Η επιδίωξη της Άγκυρας για άρση των αμερικανικών κυρώσεων στον αμυντικό της τομέα και κατάργηση του νόμου CAATSA βρίσκει πρόσφορο έδαφος στον πρόεδρο Τραμπ, που σύμφωνα με δημοσιεύματα έχει προσφέρει σχετικές εγγυήσεις. Ωστόσο, η διαδικασία δεν είναι απλή: το Κογκρέσο παραμένει επιφυλακτικό, ενώ ισχυρές δυνάμεις όπως το ελληνοαμερικανικό και το ισραηλινό λόμπι αντιτίθενται σθεναρά σε μια τέτοια εξέλιξη.

Ο αναλυτής Άαρον Στάιν από το Foreign Policy Research Institute στην Ουάσινγκτον επισημαίνει ότι η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 θα απαιτήσει αμερικανική στρατιωτική χρηματοδότηση, η οποία περνά υποχρεωτικά από την έγκριση του Κογκρέσου. Η Lockheed Martin, κατασκευάστρια εταιρεία των μαχητικών, εμφανίζεται πρόθυμη να πιέσει προς αυτή την κατεύθυνση, προσδοκώντας νέα πολυδισεκατομμυριούχα συμβόλαια.

Σε αυτό το σύνθετο πλαίσιο, οι ισορροπίες που προσπαθεί να κρατήσει η αμερικανική διοίκηση είναι εξαιρετικά εύθραυστες. Η ταυτόχρονη υποστήριξη σε δύο ανταγωνιστικούς περιφερειακούς παίκτες όπως η Τουρκία και το Ισραήλ προϋποθέτει διπλωματικούς ελιγμούς μεγάλης ακρίβειας και συνεχή πολιτική διαχείριση. Η όποια αποτυχία εξισορρόπησης μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια ελέγχου στο μέτωπο της Συρίας και να επιβαρύνει περαιτέρω τις σχέσεις με σημαντικούς συμμάχους.

Ο γεωπολιτικός σχεδιασμός των ΗΠΑ στην περιοχή παραμένει ρευστός, ενώ η προεδρία Τραμπ είχε καταδείξει πως το προσωπικό ύφος διακυβέρνησης και οι σχέσεις κορυφής υπερτερούν συχνά των θεσμικών ισορροπιών. Το αν η αμερικανική πολιτική θα καταφέρει να διαχειριστεί με επιτυχία τις αντιφάσεις αυτές, παραμένει αβέβαιο.

Ετικέτες: