Καμένα δάση, πράσινα χαρτοφυλάκια: Όταν η στάχτη γίνεται επενδυτική ευκαιρία
Κάθε καλοκαίρι το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται. Ένα καλώδιο του ηλεκτρικού δικτύου που παρουσίασε βλάβη. Μια αγροτική εργασία που ξέφυγε. Ένας μελισσοκόμος που δεν πήρε τα αναγκαία μέτρα. Ένα αποτσίγαρο που έπεσε πάνω σε ξερή βλάστηση. Έπειτα έρχονται οι άνεμοι, οι υψηλές θερμοκρασίες, οι δύσκολες συνθήκες κατάσβεσης και, στο τέλος της αλυσίδας, η κλιματική αλλαγή.
Οι αιτίες αυτές είναι υπαρκτές και σε πολλές περιπτώσεις αποδεικνύονται από τις έρευνες των αρμόδιων Αρχών. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η δημόσια συζήτηση σταματά εκεί. Όταν κάθε καταστροφή αντιμετωπίζεται σαν ένα μεμονωμένο ατύχημα και όχι σαν μέρος ενός οικονομικού και πολιτικού μοντέλου που, σε πολλές περιοχές του πλανήτη, μετατρέπει τη γη, το δάσος και τους φυσικούς πόρους σε επενδυτικά προϊόντα.
Τα δάση καίγονται και μαζί τους χάνονται οικοσυστήματα, ζώα, περιουσίες, τοπικές οικονομίες και ολόκληρα κομμάτια συλλογικής μνήμης. Λίγο αργότερα, όμως, η συζήτηση μεταφέρεται από τις στάχτες στις «ευκαιρίες ανάπτυξης», στις νέες χρήσεις γης, στις επενδύσεις, στις εξορύξεις, στις ενεργειακές εγκαταστάσεις, στις υποδομές και στην αξιοποίηση εκτάσεων που μέχρι χθες αποτελούσαν φυσικό κεφάλαιο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πυρκαγιά προκαλείται για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο. Μια τέτοια γενίκευση δεν μπορεί να θεωρηθεί τεκμηριωμένο γεγονός. Υπάρχει, όμως, μια άλλη πραγματικότητα που είναι πολύ δυσκολότερο να αγνοηθεί: η καταστροφή των δασών συνδέεται διεθνώς με τεράστια οικονομικά συμφέροντα και με επιχειρηματικούς κλάδους που επωφελούνται από την αλλαγή χρήσης γης.
Όταν η αποψίλωση γίνεται επενδυτικό χαρτοφυλάκιο
Χαρακτηριστική είναι η έκθεση «BlackRock’s Big Deforestation Problem», η οποία δημοσιεύθηκε από τις οργανώσεις Friends of the Earth U.S., Amazon Watch και την ανεξάρτητη ερευνητική εταιρεία Profundo.
Η έρευνα κατέγραψε τη συμμετοχή της BlackRock, ενός από τους μεγαλύτερους διαχειριστές επενδυτικών κεφαλαίων παγκοσμίως, σε εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε τομείς οι οποίοι έχουν συνδεθεί με την αποψίλωση τροπικών δασών: παραγωγή σόγιας, βοδινό κρέας, φοινικέλαιο, ξυλεία, χαρτοβιομηχανία και άλλες δραστηριότητες υψηλής πίεσης πάνω στα οικοσυστήματα.
Το ζήτημα δεν είναι ότι ένας μεγάλος επενδυτικός όμιλος διατηρεί μετοχές σε χιλιάδες επιχειρήσεις. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι τεράστια χρηματοπιστωτικά κεφάλαια μπορούν να έχουν οικονομική έκθεση σε εταιρείες των οποίων η δραστηριότητα συνδέεται με την υποβάθμιση δασικών εκτάσεων, ενώ ταυτόχρονα ο ίδιος χρηματοπιστωτικός κόσμος προβάλλει με ιδιαίτερη ένταση τη βιωσιμότητα, τα ESG κριτήρια και την «πράσινη» οικονομία.
Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της σύγχρονης οικονομίας. Το περιβάλλον μετατρέπεται ταυτόχρονα σε θύμα και σε εμπορικό αφήγημα. Από τη μία πλευρά, χρηματοδοτούνται δραστηριότητες που αυξάνουν την πίεση πάνω στα δάση. Από την άλλη, δημιουργούνται επενδυτικά προϊόντα με πράσινη ταυτότητα, οικολογικές δεσμεύσεις και υποσχέσεις βιώσιμης ανάπτυξης.
Το πράσινο αποκτά έτσι δύο διαφορετικές έννοιες: τη μία του δάσους και την άλλη του χρήματος.
Η περίπτωση του Αμαζονίου είναι χαρακτηριστική. Κατά την περίοδο της προεδρίας του Ζαΐρ Μπολσονάρου καταγράφηκε μεγάλη αύξηση της αποψίλωσης και έντονη πίεση στα συστήματα περιβαλλοντικού ελέγχου. Παράλληλα, ισχυροί κλάδοι της αγροβιομηχανίας συνέχισαν να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους, ενώ μεγάλες διεθνείς επενδυτικές εταιρείες διατηρούσαν συμμετοχές σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνταν σε αυτούς τους τομείς.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα σύστημα στο οποίο η καταστροφή ενός φυσικού οικοσυστήματος μπορούσε να συνυπάρχει με υψηλές οικονομικές αποδόσεις. Το δάσος υποχωρούσε και το κεφάλαιο συνέχιζε να κινείται.
Η ίδια λογική εμφανίζεται σε διαφορετικές μορφές σε πολλές περιοχές του κόσμου. Μετά την αποψίλωση ή την υποβάθμιση μιας έκτασης ακολουθούν συχνά νέες οικονομικές δραστηριότητες: αγροτική εκμετάλλευση μεγάλης κλίμακας, κτηνοτροφία, εξορύξεις, οδικά δίκτυα, τουριστικές εγκαταστάσεις, ενεργειακά έργα, οικιστική ανάπτυξη.
Η φωτιά δεν δημιουργεί από μόνη της αυτό το μοντέλο. Μπορεί όμως, όταν συνδυαστεί με χαλαρή προστασία, ελλιπείς ελέγχους και ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, να λειτουργήσει ως επιταχυντής μιας ήδη υπάρχουσας πίεσης πάνω στη γη.
Η εύκολη ενοχή του πολίτη και η δύσκολη σύγκρουση με το μεγάλο κεφάλαιο
Οι δασικές πυρκαγιές έχουν πολλές και διαφορετικές αιτίες. Υπάρχουν φθαρμένα δίκτυα ηλεκτροδότησης. Υπάρχουν ανθρώπινα λάθη. Υπάρχουν εμπρησμοί από πρόθεση και αμέλεια. Υπάρχουν γεωργικές εργασίες σε ημέρες υψηλού κινδύνου. Υπάρχει η εγκατάλειψη των δασών, η συσσώρευση καύσιμης ύλης, η υποστελέχωση υπηρεσιών, η ελλιπής πρόληψη και η αργή κρατική αντίδραση.
Υπάρχει επίσης η κλιματική αλλαγή, η οποία ενισχύει τις συνθήκες ξηρασίας, αυξάνει τη θερμική πίεση και δημιουργεί πολύ πιο επικίνδυνο περιβάλλον για την εξάπλωση μιας φωτιάς.
Υπάρχει, όμως, και ένας παράγοντας που σπανίως μπαίνει στο επίκεντρο με την ίδια ένταση: το οικονομικό συμφέρον που μπορεί να δημιουργηθεί γύρω από τη γη και τους φυσικούς πόρους.
Οι κυβερνήσεις είναι πολύ πιο πρόθυμες να αναζητήσουν τον απρόσεκτο πολίτη, τον αγρότη, τον μελισσοκόμο ή τον οδηγό που πέταξε ένα τσιγάρο, από το να ανοίξουν μια συνολική συζήτηση για το ποιοι χρηματοδοτούν την αποψίλωση, ποιοι αγοράζουν γη, ποιοι επωφελούνται από νέες χρήσεις και ποια μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα βρίσκονται πίσω από ολόκληρες αλυσίδες παραγωγής.
Ο μικρός ένοχος είναι εύκολος στόχος. Το μεγάλο κεφάλαιο απαιτεί πολιτική σύγκρουση, θεσμικούς ελέγχους, αυστηρούς κανόνες και πραγματική διάθεση περιορισμού της ισχύος του.
Η σύγχρονη «πράσινη οικονομία» έχει επίσης δημιουργήσει μια νέα μορφή αντίφασης. Πολυεθνικοί όμιλοι και επενδυτικά κεφάλαια προβάλλουν προγράμματα βιωσιμότητας, περιβαλλοντικές δεσμεύσεις και στόχους μηδενικών εκπομπών, ενώ παράλληλα διατηρούν συμμετοχές σε κλάδους που καταγράφουν βαρύ περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Η επικοινωνία μπορεί έτσι να είναι πράσινη, ακόμη και όταν ένα τμήμα των επενδυτικών αποδόσεων προέρχεται από δραστηριότητες που ασκούν τεράστια πίεση σε δάση, ποτάμια, γη και κοινότητες.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Όχι η ύπαρξη επενδύσεων. Ούτε η ανάγκη ανάπτυξης ή ενεργειακής μετάβασης. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η φύση αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως οικονομικό απόθεμα που πρέπει να αποδώσει.
Τότε το δέντρο παύει να είναι μέρος ενός οικοσυστήματος και μετατρέπεται σε εμπόδιο για μια νέα χρήση. Το δάσος παύει να είναι κοινός φυσικός πλούτος και αντιμετωπίζεται σαν δεσμευμένο κεφάλαιο. Η γη αποκτά μεγαλύτερη αξία όταν μπορεί να αλλάξει λειτουργία.
Σε αυτό το περιβάλλον, η κοινωνία έχει κάθε λόγο να απαιτεί απόλυτη διαφάνεια. Μετά από κάθε μεγάλη πυρκαγιά πρέπει να είναι δημόσια γνωστό ποιες επενδύσεις είχαν σχεδιαστεί στην περιοχή πριν από την καταστροφή, ποιες αιτήσεις βρίσκονταν σε εξέλιξη, ποιες αλλαγές χρήσεων προωθούνται μετά και ποιοι τελικά αποκτούν οικονομικό όφελος.
Η απάντηση στην καχυποψία δεν είναι η απαξίωση των πολιτών. Είναι τα ανοιχτά δεδομένα, οι καθαροί χάρτες, οι αυστηροί περιβαλλοντικοί κανόνες και η πλήρης ιχνηλασιμότητα κάθε επένδυσης.
Κάθε χρόνο, μετά τις φωτιές, βλέπουμε τις ίδιες τελετουργικές εικόνες. Δηλώσεις για αποκατάσταση. Δενδροφυτεύσεις μπροστά στις κάμερες. Υποσχέσεις ότι το δάσος θα ξαναγεννηθεί. Ανακοινώσεις ότι η επόμενη αντιπυρική περίοδος θα είναι καλύτερα οργανωμένη.
Λίγους μήνες αργότερα το ενδιαφέρον εξασθενεί. Μέχρι να έρθει η επόμενη μεγάλη πυρκαγιά και να επαναληφθεί ο ίδιος κύκλος.
Η ουσιαστική συζήτηση πρέπει να μεταφερθεί από την απλή καταγραφή των καμένων στρεμμάτων στην καταγραφή των οικονομικών συμφερόντων που κινούνται γύρω από τη γη.
Χρειάζεται να εξετάζεται ποιος επενδύει, ποιος χρηματοδοτεί, ποιος αγοράζει, ποιος αποκτά δικαιώματα εκμετάλλευσης και ποιος τελικά ωφελείται όταν ένα οικοσύστημα χάνει την προηγούμενη φυσική και οικονομική του λειτουργία.
Η φωτιά μπορεί να ξεκινήσει από ένα καλώδιο, ένα τσιγάρο ή μια ανθρώπινη αμέλεια. Η καταστροφή, όμως, αποκτά πολύ βαθύτερη πολιτική διάσταση όταν πάνω στις στάχτες δημιουργούνται νέες οικονομικές ευκαιρίες και κανείς δεν ελέγχει με επάρκεια ποιος τις εκμεταλλεύεται.
Τα δάση δεν πρέπει να θεωρούνται αδρανές κεφάλαιο που περιμένει την επόμενη «αξιοποίηση». Είναι φυσική υποδομή, πηγή ζωής, προστασία απέναντι στη διάβρωση και στις πλημμύρες, χώρος βιοποικιλότητας και κοινή περιουσία των επόμενων γενεών.
Όσο η οικονομική αξία της γης μετριέται μόνο με βάση το τι μπορεί να χτιστεί, να εξορυχθεί, να παραχθεί ή να πουληθεί πάνω της, η προστασία του δάσους θα βρίσκεται διαρκώς σε μειονεκτική θέση απέναντι στην απόδοση του κεφαλαίου.
Και τότε το πραγματικό πρόβλημα δεν θα βρίσκεται μόνο στη σπίθα που άναψε τη φωτιά. Θα βρίσκεται σε ένα σύστημα που γνωρίζει πολύ καλά πώς να μετατρέπει ακόμη και τη στάχτη σε επενδυτική ευκαιρία.
Τα δάση καίγονται. Οι κοινωνίες μετρούν απώλειες. Και κάπου μακριά από τον καπνό, κάποιοι συνεχίζουν να υπολογίζουν αποδόσεις.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Το σημείο μηδέν της φωτιάς στη Σίβηρη
Ισχυροί άνεμοι έως 9 μποφόρ το Δεκαπενταύγουστο
Νετανιάχου: Η Βρετανία γίνεται Ισλαμική Δημοκρατία