Καποδίστριας: Η ηγεσία του απέναντι σε ένα ανύπαρκτο κράτος και πεινασμένους πολίτες
Ο Ιωάννης Καποδίστριας καταλαμβάνει μια μοναδική θέση στην ιστορία του νεότερου Ελληνισμού, όχι ως ιδεατή μορφή υπεράνω λαθών, αλλά ως ηγέτης που λειτούργησε σε μια περίοδο σφοδρών αναταράξεων και ανασφάλειας.
Η κατανόηση της δράσης του απαιτεί επιστροφή στο φαντασιακό και στις ιστορικές συνθήκες του 19ου αιώνα, εποχή όπου τα πολιτειακά συστήματα μεταβάλλονταν βίαια, οι αυτοκρατορίες ακόμη κυριαρχούσαν και οι νεοπαγείς εθνικές οντότητες πασχίζαν να αποκρυσταλλωθούν. Οι μεταπολεμικές βεβαιότητες των σημερινών δημοκρατιών δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε ένα τοπίο όπου η πολιτική σταθερότητα ήταν ζητούμενο και όχι δεδομένο.
Η γένεση του ελληνικού κράτους, μετά από μακρά περίοδο υποδούλωσης, υπήρξε ιστορικό επίτευγμα που διαμορφώθηκε μέσα από ιδέες, θυσίες και οργανωμένες προσπάθειες. Ο Ρήγας Βελεστινλής διατύπωσε πρώιμο πολιτικό και επαναστατικό όραμα, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έθεσε σε κίνηση τη σπίθα της εξέγερσης, η Φιλική Εταιρεία ανέλαβε την προετοιμασία ενός κινήματος με μυστικότητα και πειθαρχία.
Οι αγωνιστές του 1821 διαμόρφωσαν το σώμα της επανάστασης και οι Φιλέλληνες πρόσθεσαν διεθνή υποστήριξη σε ένα εγχείρημα που ξεπερνούσε το μέτρο μιας περιφερειακής εξέγερσης. Σε αυτήν τη συγκυρία εμφανίζεται ο Καποδίστριας, μέχρι τότε κορυφαίος διπλωμάτης της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, με εμπειρία στη διαχείριση διεθνών κρίσεων, στη χαρτογράφηση συνόρων και στη σύναψη συμφωνιών που αφορούσαν την ευρωπαϊκή ισορροπία δυνάμεων. Η απόφασή του να παραιτηθεί από αξιώματα και να δεχθεί την πρόταση των Ελλήνων Συνέδρων να αναλάβει τη διακυβέρνηση μιας χώρας υπό συγκρότηση υπήρξε επιλογή προσωπικού ρίσκου και βαθιάς αίσθησης χρέους.
Παρά τις προσδοκίες, η Ελλάδα που τον υποδέχθηκε δεν είχε χαρακτηριστικά οργανωμένης πολιτείας. Για μεγάλα διαστήματα η χώρα προχωρούσε χωρίς ενιαία κατεύθυνση, με τοπικούς συσχετισμούς ισχύος, με εμφυλιακές συγκρούσεις και με απουσία διοικητικών μηχανισμών. Η δολοφονία του Καποδίστρια αποτελεί ενδεικτική στιγμή ενός εθνικού τραύματος που φανερώνει πόσο εύθραυστη ήταν η συλλογικότητα του νεοσύστατου κράτους.
Η κριτική που ασκείται ακόμη και σήμερα για την αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας δεν λαμβάνει υπόψη το κρίσιμο δεδομένο ότι η χώρα δεν διέθετε εκείνη τη στιγμή στοιχειώδη θεσμική συνοχή. Οι περιοχές βρίσκονταν σε κατάσταση διοικητικής διάλυσης, τα έσοδα ήταν ανύπαρκτα, οι ένοπλες ομάδες λειτουργούσαν χωρίς κεντρικό συντονισμό και η έννοια της κρατικής κυριαρχίας παρέμενε ρευστή.
Η εικόνα της εποχής αποτυπώνει μια κοινωνία καταπονημένη από πολέμους, εσωτερικές έριδες και οικονομική εξαθλίωση. Η χώρα δεν διέθετε ενιαία αγορά, εκπαιδευτικές δομές, αξιόπιστο φορολογικό μηχανισμό ή δικαστική οργάνωση. Ο Καποδίστριας επιδίωξε να καλύψει αυτό το κενό με πρωτοβουλίες που αφορούσαν την καθημερινότητα των πολιτών. Η εισαγωγή της πατάτας, συχνά αναφερόμενη ως συμβολική λεπτομέρεια, αποτελούσε πρακτική λύση σε συνθήκες πείνας.
Η ίδρυση σχολείων και ορφανοτροφείων επιδίωκε να δώσει μορφή σε ένα μέλλον που δεν θα στηριζόταν μόνο στην ένοπλη ανδρεία. Η καθιέρωση νομίσματος, η οργάνωση τακτικών δημόσιων υπηρεσιών και η θεμελίωση της Σχολής Ευελπίδων κατέδειξαν μια προσπάθεια θεσμικής συγκρότησης με μακροχρόνιο ορίζοντα. Το έργο του συνιστούσε συστηματική προσπάθεια δημιουργίας κράτους από μηδενική βάση.
Η αναφορά σε ηγέτες όπως ο George Washington, ο Franklin D. Roosevelt ή ο Winston Churchill δεν αποσκοπεί σε εξισώσεις αλλά σε αναγνώριση ιστορικού βάρους. Πρόκειται για προσωπικότητες που ανέλαβαν ευθύνη σε κρίσιμες καμπές, όταν οι πολιτικές επιλογές καθόριζαν το μέλλον των κοινωνιών τους. Ο Καποδίστριας ανήκει σε αυτήν την κατηγορία λόγω του τρόπου με τον οποίο αντιμετώπισε ένα εγχείρημα που δεν είχε προηγούμενο στην ελληνική εμπειρία. Η πρόσφατη κινηματογραφική ταινία, παρά τις καλλιτεχνικές συζητήσεις που προκάλεσε, επαναφέρει στο δημόσιο διάλογο την έννοια της πολιτικής προσφοράς χωρίς ιδιοτέλεια και υπογραμμίζει τον χαρακτήρα της πατρίδας ως πεδίου ευθύνης και όχι ως αντικειμένου προσωπικής επιδίωξης.
Η σύγχρονη Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με προκλήσεις διαφορετικού τύπου, αλλά εξίσου απαιτητικές. Ο κοινωνικός ιστός πιέζεται από το κόστος ζωής, την ενεργειακή ανασφάλεια, τις δυσκολίες στέγασης και τα αυξημένα βάρη καθημερινότητας. Η αναφορά στον Καποδίστρια δεν λειτουργεί ως άσκηση νοσταλγίας.
Παρέχει ένα παράδειγμα συνοχής, συνέπειας και προσανατολισμού, που μπορεί να προσφέρει γόνιμα ερεθίσματα σε μια εποχή όπου η δημόσια συζήτηση κυριαρχείται συχνά από αποσπασματικότητα και βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Η επανεξέταση της πορείας του λειτουργεί ως αφετηρία αυτογνωσίας και υπενθύμιση ότι η κρατική οργάνωση δεν είναι δεδομένη αλλά αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας.
Η ταινία απευθύνεται σε ένα κοινό που βιώνει τις οικονομικές πιέσεις με τρόπο άμεσο. Ο τίτλος της, με την αναφορά στον «πεινασμένο λαό», συναντά τις εμπειρίες όσων αντιμετωπίζουν την ακριβή διαβίωση, τα υψηλά τιμολόγια ενέργειας και το δυσβάστακτο κόστος στέγασης.
Η θέασή της μπορεί να λειτουργήσει ως πρόσκληση για μια βαθύτερη κατανόηση του ιστορικού υπόβαθρου της χώρας και των μορφών που άφησαν αποτύπωμα στη δημόσια ζωή. Η μνήμη του Καποδίστρια παραμένει επίκαιρη επειδή υπενθυμίζει ότι η πολιτική ηγεσία συνδέεται με ευθύνη, συνέπεια και αφοσίωση σε ένα συλλογικό σκοπό που υπερβαίνει το άθροισμα ατομικών προσδοκιών.
Πιο Δημοφιλή
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
Πιο Πρόσφατα
Η συμφωνία Χαφτάρ-Πακιστάν απειλεί την ελληνική εθνική ασφάλεια