Πώς το Πεκίνο απλώνει το δίκτυο επιρροής του στα ΜΜΕ και δοκιμάζει τις αντοχές των δημοκρατιών
Από την οικονομική εξάρτηση και την παροχή «έτοιμου» περιεχομένου μέχρι τα οργανωμένα ταξίδια επιρροής και την πρωτιά στις φυλακίσεις δημοσιογράφων, το κινεζικό μοντέλο ελέγχου της πληροφόρησης ξεπερνά τα εθνικά του όρια και επεκτείνεται σε ευάλωτες δημοκρατίες, ασκώντας πίεση στην ελευθερία του Τύπου και διαμορφώνοντας νέα δεδομένα στο διεθνές περιβάλλον ενημέρωσης.
Την ίδια ώρα, η αυξημένη διεθνής προσοχή που συγκεντρώνει η Μέση Ανατολή φαίνεται να ανοίγει για το Πεκίνο ένα ευνοϊκό στρατηγικό πεδίο κινήσεων. Ενώ η παγκόσμια διπλωματία και η ενημερωτική κάλυψη στρέφονται στις συγκρούσεις και στις ανακατατάξεις της περιοχής, η Κίνα μεταφέρει μεθοδικά το κέντρο βάρους της στον Ινδο-Ειρηνικό, διευρύνοντας την επιρροή της σε ευάλωτα κράτη και εδραιώνοντας την παρουσία της σε κρίσιμους τομείς, ανάμεσά τους και τα μέσα ενημέρωσης. Η μειωμένη ένταση του διεθνούς ελέγχου αφήνει περιθώριο για εντατικότερες πρακτικές επιρροής, όπως εκείνες που καταγράφονται στα Νησιά Σολομώντα, ανατολικά της Αυστραλίας, καθώς και σε άλλα κράτη της ίδιας γεωγραφικής ζώνης. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η Κίνα ενισχύει την περιφερειακή της ισχύ και παράλληλα αναπροσαρμόζει σταδιακά το πληροφοριακό και γεωπολιτικό τοπίο με τρόπο που εξυπηρετεί τις επιδιώξεις της.
Σε αυτό το περιβάλλον, η περίπτωση των Νησιών Σολομώντα, όπως και η εμπλοκή τρίτων χωρών, ανάμεσά τους και η Τουρκία, αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα στην προσπάθεια του Πεκίνου να εμφανίζεται ως αξιόπιστος διεθνής εταίρος, αξιοποιώντας άλλες χώρες και ειδικές περιστάσεις για να αναπαράγονται οι δικές του αφηγήσεις.
Η οικονομική εξάρτηση και τα αυταρχικά πρότυπα ελέγχου μετατρέπουν τα μέσα ενημέρωσης σε χώρο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Τα τελευταία χρόνια, η διεθνής σκακιέρα έχει μετακινηθεί αισθητά προς τον Ινδο-Ειρηνικό, με μικρά κράτη στρατηγικής σημασίας να αποκτούν ρόλο μεγαλύτερο από το μέγεθός τους. Τα Νησιά Σολομώντα αποτελούν χαρακτηριστική περίπτωση για το πώς η οικονομική αδυναμία και η θεσμική ευθραυστότητα μπορούν να καταστήσουν ένα κράτος δεκτικό σε εξωτερικές παρεμβάσεις. Από τη στιγμή που το αρχιπέλαγος εγκαθίδρυσε διπλωματικές σχέσεις με την Κίνα το 2019, εξελίχθηκε σε πεδίο έντονης μάχης επιρροής, με το Πεκίνο να χρησιμοποιεί συστηματικά τον χώρο των ΜΜΕ ως βασικό μοχλό παρέμβασης.
Η κινεζική παρέμβαση στα τοπικά μέσα ενημέρωσης κάθε άλλο παρά συγκυριακή μπορεί να θεωρηθεί. Εντάσσεται σε μια συνολικότερη στρατηγική που συνδυάζει οικονομική διείσδυση, πολιτιστική επιρροή και έλεγχο της πληροφορίας. Η εικόνα στα Νησιά Σολομώντα αποτυπώνει σε μικρή κλίμακα μια ευρύτερη διεθνή τάση: την εξαγωγή ενός αυταρχικού μοντέλου διαχείρισης των ΜΜΕ από μια χώρα που ήδη φέρει ένα από τα πιο ανησυχητικά διεθνή ρεκόρ, εκείνο του μεγαλύτερου αριθμού φυλακισμένων δημοσιογράφων.
Η Κίνα διατηρεί σήμερα μια ιδιαίτερα σκοτεινή πρωτιά, καθώς είναι η χώρα με τους περισσότερους φυλακισμένους δημοσιογράφους παγκοσμίως. Σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς, περισσότεροι από 120 δημοσιογράφοι βρίσκονται υπό κράτηση, συχνά με αόριστες κατηγορίες όπως η «υπονόμευση της κρατικής ασφάλειας» ή η «διασπορά ψευδών ειδήσεων». Στην πράξη, αυτές οι κατηγορίες λειτουργούν ως μηχανισμοί φίμωσης απέναντι σε κάθε ανεξάρτητη φωνή. Η χώρα βρίσκεται στην 178η θέση μεταξύ 180 χωρών και περιοχών στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου 2025 των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα.
Το κινεζικό σύστημα ενημέρωσης λειτουργεί υπό απόλυτα αυστηρή εποπτεία, με το Κομμουνιστικό Κόμμα να διατηρεί πλήρη έλεγχο στο παραγόμενο περιεχόμενο. Οι δημοσιογράφοι υποχρεώνονται να κινούνται εντός της επίσημης γραμμής, ενώ η λογοκρισία αποτελεί πάγια και καθημερινή πρακτική. Το ίδιο ισχύει και για τα ψηφιακά μέσα, τα οποία, παρά την εικόνα μεγαλύτερης ελευθερίας, βρίσκονται υπό εκτεταμένη παρακολούθηση και συστηματικό φιλτράρισμα.
Αυτό το μοντέλο, που συνδυάζει καταστολή και έλεγχο, εξαπλώνεται πλέον και εκτός κινεζικών συνόρων. Η εξαγωγή του προωθείται μέσα από οικονομικές επενδύσεις, συνεργασίες με ξένα μέσα ενημέρωσης και προγράμματα εκπαίδευσης δημοσιογράφων.
Με πληθυσμό μικρότερο από 700.000 κατοίκους και περιορισμένη οικονομική βάση, τα Νησιά Σολομώντα διαθέτουν ένα ιδιαίτερα εύθραυστο μιντιακό περιβάλλον. Η διαφημιστική αγορά είναι περιορισμένη και συρρικνώνεται, ενώ η άνοδος των κοινωνικών δικτύων έχει επιβαρύνει περαιτέρω τη θέση των παραδοσιακών μέσων. Η πανδημία του Covid-19 λειτούργησε ως καταλυτικός παράγοντας, οδηγώντας σε μεγάλη πτώση εσόδων και ενισχύοντας την ανάγκη εξωτερικής χρηματοδότησης.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η κινεζική στήριξη παρουσιάστηκε ως διέξοδος, συνοδευόμενη όμως από σαφείς όρους. Σε αντίθεση με άλλες μορφές διεθνούς βοήθειας, η χρηματοδότηση από την Κίνα συνοδεύεται συχνά από ρητές ή έμμεσες προσδοκίες επιρροής στο περιεχόμενο.
Ενδεικτική θεωρείται η περίπτωση της εφημερίδας Island Sun. Τον Ιανουάριο του 2024, ο εκδότης της φέρεται να δέχθηκε τηλεφώνημα από Κινέζο διπλωμάτη, ο οποίος εξέφρασε δυσαρέσκεια για δημοσίευμα σχετικό με τις εκλογές στην Ταϊβάν. Η παρέμβαση συνοδεύτηκε από αίτημα για δημοσίευση άρθρων που αντανακλούσαν την επίσημη θέση του Πεκίνου.
Ανάλογες πιέσεις καταγράφηκαν και σε άλλα μέσα. Η εφημερίδα Solomon Star δημοσίευσε υλικό που προερχόταν απευθείας από την κινεζική πρεσβεία, γεγονός που θέτει σοβαρά ζητήματα ως προς την ανεξαρτησία της. Έρευνα του Organized Crime and Corruption Reporting Project αποκάλυψε ότι το 2022 η Solomon Star είχε ζητήσει από την Κίνα 1,5 εκατομμύριο δολάρια Σολομώντα, περίπου 140.000 δολάρια ΗΠΑ, για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών της, αναλαμβάνοντας σε αντάλλαγμα να προωθήσει την εικόνα του Πεκίνου ως του πιο γενναιόδωρου και αξιόπιστου εταίρου των Νησιών.
Η οικονομική στήριξη της Κίνας προς τα μέσα ενημέρωσης των Νησιών Σολομώντα δεν εξαντλείται σε αποσπασματικές περιπτώσεις. Υπάρχουν ενδείξεις μιας σταθερής και οργανωμένης προσέγγισης, με χρηματοδότηση, παροχή εξοπλισμού και συμφωνίες συνεργασίας. Σε μία από τις περιπτώσεις που έχουν καταγραφεί, μετά από δωρεά υπολογιστών σε δημοσιογραφικό οργανισμό, φέρεται να τέθηκε ως προϋπόθεση να αποφεύγονται δημοσιεύματα που αφορούν τον πρόεδρο της Ταϊβάν.
Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι και η πρακτική της δωρεάν παροχής περιεχομένου από κινεζικά κρατικά μέσα. Παρουσιάζεται ως μορφή ενίσχυσης, στην πράξη όμως δημιουργεί δεσμούς εξάρτησης και επηρεάζει άμεσα την ενημερωτική ατζέντα. Το περιεχόμενο αυτό είναι πλήρως ελεγχόμενο από το κινεζικό κράτος και μεταφέρει συγκεκριμένα αφηγήματα. Ο Οφανί Ερεμέ, πρόεδρος της Ένωσης Μέσων Ενημέρωσης των Νησιών Σολομώντα, είχε επισημάνει στους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα ότι αρκετά τοπικά μέσα έχουν ήδη υπογράψει συμφωνίες με κινεζικά κρατικά μέσα για δωρεάν χρήση περιεχομένου, το οποίο παραμένει απολύτως ελεγχόμενο από τις κινεζικές αρχές.
Στις αρχές του 2026, το CCTV+, η διεθνής υπηρεσία ειδησεογραφικού βίντεο της Κίνας, πρότεινε επίσης στη MASI και στο Indepth Solomons δωρεάν πρόσβαση σε αμοντάριστο υλικό και ζωντανές μεταδόσεις, καλώντας τους να υπογράψουν συμφωνίες συνεργασίας. Μέχρι τώρα δεν έχει δοθεί απάντηση.
Πέρα από την άμεση παρέμβαση στο περιεχόμενο, η Κίνα επενδύει και στη διαμόρφωση αντιλήψεων. Από το 2019, δεκάδες δημοσιογράφοι από τα Νησιά Σολομώντα έχουν συμμετάσχει σε πλήρως χρηματοδοτούμενα ταξίδια στην Κίνα. Εκεί έρχονται σε επαφή με ένα επιμελημένο αφήγημα που αναδεικνύει την οικονομική πρόοδο της χώρας και το μοντέλο διακυβέρνησής της ως επιτυχημένο.
Τα προγράμματα αυτά λειτουργούν ως εργαλεία επιρροής, με στόχο τη σταδιακή υιοθέτηση της κινεζικής οπτικής από όσους συμμετέχουν. Την ίδια διαδρομή ακολουθούν και προγράμματα που απευθύνονται σε κυβερνητικούς αξιωματούχους, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω τη θεσμική εμβέλεια της κινεζικής επιρροής.
Η ενδυνάμωση των σχέσεων με την Κίνα συνοδεύτηκε από επιδείνωση του κλίματος για την ελευθερία του Τύπου στα Νησιά Σολομώντα. Κατά την περίοδο διακυβέρνησης του πρώην πρωθυπουργού Μανασέχ Σογκαβαρέ, καταγράφηκαν περιστατικά περιορισμών, πιέσεων και απειλών σε βάρος δημοσιογράφων.
Η υπογραφή της συμφωνίας ασφαλείας με την Κίνα το 2022, χωρίς διαφάνεια, αποτέλεσε καθοριστική εξέλιξη. Κατά τη διάρκεια επίσημων επισκέψεων επιβλήθηκαν αυστηροί περιορισμοί στην κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης. Παράλληλα, η κυβέρνηση απείλησε με αποκλεισμό ξένους δημοσιογράφους ύστερα από αποκαλυπτικό ρεπορτάζ για την κινεζική επιρροή.
Ιδιαίτερα ανησυχητική υπήρξε και η μεταρρύθμιση του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα, ο οποίος τέθηκε υπό άμεσο κυβερνητικό έλεγχο. Την ίδια περίοδο δόθηκαν κατευθύνσεις για περιορισμό της κριτικής προς την κυβέρνηση, πλήττοντας ευθέως την ανεξαρτησία του φορέα.
Η περίπτωση των Νησιών Σολομώντα δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη στρατηγική της Κίνας για την ενίσχυση της επιρροής της σε αναπτυσσόμενες χώρες, ιδίως εκεί όπου οι θεσμοί είναι αδύναμοι και η οικονομική εξάρτηση ισχυρή. Η χρήση των μέσων ενημέρωσης ως εργαλείου παρέμβασης εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο. Μέσα από οικονομικά κίνητρα, συνεργασίες και εκπαιδευτικά προγράμματα, το Πεκίνο επιχειρεί να επηρεάσει το διεθνές αφήγημα προς όφελος των στρατηγικών του συμφερόντων.
Η πρακτική αυτή εκτείνεται και πέρα από τον Ειρηνικό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Τουρκία και η κάλυψη του Σιντζιάνγκ, όπου το Πεκίνο εντείνει τις προσπάθειες ελέγχου της διεθνούς εικόνας για τις πολιτικές του στην Αυτόνομη Περιοχή των Ουιγούρων. Η στρατηγική του περιλαμβάνει την πρόσκληση ξένων δημοσιογράφων και influencer στην περιοχή, ώστε να παρουσιάσουν μια πιο ευνοϊκή εικόνα. Στόχος είναι η αποδυνάμωση της δυτικής κυριαρχίας στον διεθνή λόγο και η διαμόρφωση ενός διεθνούς μιντιακού περιβάλλοντος πιο φιλικού προς τον «κινεζικό εκσυγχρονισμό».
Στο πλαίσιο αυτής της τακτικής, Τούρκοι δημοσιογράφοι προσκλήθηκαν σε αυστηρά ελεγχόμενες και προσεκτικά σχεδιασμένες επισκέψεις στην περιοχή των Ουιγούρων. Οι ξεναγήσεις οργανώθηκαν με τρόπο που πρόβαλλε μια εικόνα ενότητας, αρμονίας και ευημερίας, πλήρως εναρμονισμένη με την επίσημη ρητορική του Πεκίνου και προσανατολισμένη στην ανάδειξη ενός «όμορφου Σιντζιάνγκ». Οι συμμετέχοντες εντάχθηκαν σε πρόγραμμα με τον τίτλο «Το ταξίδι των ΜΜΕ στο Σιντζιάνγκ: Πάντα περισσότερα να ανακαλύψετε», το οποίο διοργανώθηκε από την Επιτροπή Υποθέσεων Κυβερνοχώρου του Σιντζιάνγκ και τον κρατικό οργανισμό μέσων ενημέρωσης Guangming Online. Η πρόσβαση που είχαν περιορίστηκε σε συγκεκριμένες τοποθεσίες και σε επιλεγμένες αφηγήσεις, υπό την επίβλεψη των αρχών, γεγονός που περιόρισε ουσιαστικά τη δυνατότητα ανεξάρτητης δημοσιογραφικής έρευνας.
Τα ρεπορτάζ που προέκυψαν από αυτές τις επισκέψεις κινήθηκαν σε μεγάλο βαθμό μέσα στη γραμμή της κινεζικής αφήγησης, δίνοντας έμφαση στην οικονομική ανάπτυξη και στην πολιτιστική πολυμορφία της περιοχής. Ταυτόχρονα, απουσίαζαν σχεδόν ολοκληρωτικά οι αναφορές στις σοβαρές καταγγελίες για μαζική επιτήρηση, καταναγκαστική εργασία, πολιτιστική καταστολή και συστηματικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εις βάρος των Ουιγούρων. Η εικόνα μιας αρμονικής και πολιτισμικά ζωντανής κοινότητας λειτούργησε ως βασικό στοιχείο της επίσημης κινεζικής προπαγάνδας.
Η στάση τουρκικών μέσων ενημέρωσης στην προώθηση της επίσημης κινεζικής εκδοχής για το Σιντζιάνγκ αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία είχε παραδοσιακά εκφράσει στήριξη στα δικαιώματα των Ουιγούρων. Μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένων αντιδυτικών αισθημάτων, αλλά και με δεδομένη την επιρροή της Τουρκίας σε περιοχές της Αφρικής όπου επίσης καταγράφονται αντίστοιχες διαθέσεις, το έδαφος καθίσταται ευνοϊκότερο για την ευρύτερη διάδοση των αφηγημάτων του Πεκίνου.
Η στρατηγική αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο δόγμα του Πεκίνου για την «καλή αφήγηση της ιστορίας της Κίνας», μέσω του οποίου προωθείται η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των δυτικών μέσων και η δημιουργία ενός εναλλακτικού διεθνούς πληροφοριακού περιβάλλοντος. Πρόκειται για μια συστηματική προσπάθεια αναδιαμόρφωσης της πραγματικότητας μέσα από τον έλεγχο της πληροφορίας.
Ιδιαίτερο βάρος έχει και το γεγονός ότι αυτή η επιρροή ενισχύεται από ευρύτερες γεωπολιτικές και οικονομικές σχέσεις. Η προσέγγιση του Πεκίνου, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη δυσπιστία προς τη Δύση, δημιουργεί συνθήκες ευνοϊκές για την αποδοχή αυτών των αφηγήσεων. Έτσι, η κινεζική επιρροή επεκτείνεται πολύ πέρα από τα εσωτερικά της σύνορα, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται κρίσιμα ζητήματα στο διεθνές κοινό.
Επί δεκαετίες, το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας προσκαλεί δημοσιογράφους από όλο τον κόσμο που τηρούν φιλική στάση απέναντί του, προκειμένου να καλύψουν τα επιτεύγματά του. Πλέον, η τακτική αυτή ενισχύεται και με την πρόσκληση ξένων influencer των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Το περιεχόμενο που παράγεται από αυτούς ενισχύεται στις δυτικές πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης από λογαριασμούς που ελέγχονται από φορείς συνδεδεμένους με την κυβέρνηση του Πεκίνου, σύμφωνα με δημοσίευση του Αυστραλιανού Ινστιτούτου ASPI στις 10 Δεκεμβρίου 2021.
Η περίπτωση των Νησιών Σολομώντα, μαζί με παραδείγματα όπως αυτό της Τουρκίας, φωτίζει μια ευρύτερη στρατηγική: την εξαγωγή ενός μοντέλου ελέγχου της πληροφορίας που στηρίζεται στην οικονομική εξάρτηση, στην επιρροή και τελικά στη χειραγώγηση της δημοσιογραφίας.
Πιο Δημοφιλή
Ισραηλινά κεφάλαια «σαρώνουν» τα ακίνητα στην Ελλάδα
Το διατροφικό μας μέλλον επανασχεδιάζεται χωρίς τη συγκατάθεσή μας
Η διαμόρφωση του «καλού άντρα»
Πιο Πρόσφατα