ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΣ: Αναθεώρηση Συντάγματος με ρωγμές: γιατί η υπόθεση Κεφαλογιάννη υπονομεύει την πολιτική αξιοπιστία της κυβέρνησης

Η πρόσφατη ανάρτηση στο X του γνωστού επικοινωνιολόγου Ν. Καραχάλιου δεν είναι απλώς ένα ακόμη στιγμιότυπο «πολιτικού σχολιασμού». Λειτουργεί ως συμπύκνωση μιας ευρύτερης, σιωπηρής –αλλά πλέον εκκωφαντικής– κοινωνικής απαίτησης: πριν ανοίξει ξανά η μεγάλη, υψηλόφωνη συζήτηση για «αναθεώρηση» και «θεσμικές τομές», να αποδειχθεί στην πράξη ότι η κυβέρνηση πιστεύει έστω στοιχειωδώς σε όσα επικαλείται. Γιατί, όπως υπενθύμισε με τρόπο αιχμηρό ο Ευάγγελος Βενιζέλος, προϋπόθεση για να καταστεί το Σύνταγμα «αναθεωρήσιμο» είναι να καταστεί η χώρα «έστω τυπικά διακυβερνήσιμη» – και ακόμη βαθύτερα, να εμπεδωθεί ότι ο σεβασμός του Συντάγματος προηγείται κάθε επίκλησης αναθεώρησής του.

Η φράση «πρώτα διακυβερνήσιμη χώρα, μετά η οποιαδήποτε συζήτηση για αναθεώρηση» δεν είναι ευφυολόγημα· είναι διάγνωση. Και είναι διάγνωση που γίνεται απείρως πιο δηλητηριώδης όταν συνυπάρχει, στο ίδιο πολιτικό κάδρο, με μια υπόθεση που έχει ήδη καταγραφεί στη δημόσια σφαίρα ως δοκιμασία για το κράτος δικαίου: την περιβόητη «τροπολογία Κεφαλογιάννη». Εκεί ακριβώς «κουμπώνει» η προτροπή του Καραχάλιου προς τον Κυριάκος Μητσοτάκης: αν πράγματι ζητάς αλλαγές, δώσε έστω μία μικρή, χειροπιαστή απόδειξη ότι άλλαξες εσύ ο ίδιος πολιτικά – ξεκινώντας από το να αποσύρεις/ανακαλέσεις μια διάταξη που στη συνείδηση μεγάλης μερίδας πολιτών εμφανίστηκε ως ντροπιαστική θεσμική εκτροπή.

Τι είναι όμως αυτή η τροπολογία και γιατί φορτίζει τόσο το ήδη τοξικό κλίμα; Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ και τις περιγραφές που έχουν δημοσιευθεί, πρόκειται για ρύθμιση σχετική με την επιμέλεια/γονική μέριμνα ανηλίκων, η οποία –όπως περιγράφεται– δίνει τη δυνατότητα επαναφοράς της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό, ακόμη και πριν κριθεί μια έφεση, μέσω νέας αγωγής/επανεκδίκασης υπό προϋποθέσεις «μεταβολής συνθηκών». Το πολιτικό πρόβλημα δεν είναι ότι ο οικογενειακός νόμος «δεν πρέπει να αλλάζει»· είναι ο τρόπος, ο χρόνος και –κυρίως– η σύγκρουση συμφέροντος που καταγγέλλεται ότι σκιάζει τη διαδικασία. Η υπουργός Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη έχει δηλώσει ότι η ρύθμιση προτάθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και ότι την ψήφισε μαζί με 179 βουλευτές, ενώ παραδέχθηκε πως έκανε χρήση της, επικαλούμενη «δύσκολη κατάσταση».

Όμως, όταν μια εν ενεργεία υπουργός εμφανίζεται να αξιοποιεί ρύθμιση που ψηφίστηκε εν μέσω γενικευμένης καχυποψίας ως προς τη φωτογραφικότητα, το θέμα μετατρέπεται αυτομάτως από «οικογενειακό» σε θεσμικό. Διότι το κράτος δικαίου δεν κρίνεται στις αφηρημένες διακηρύξεις περί «μεταρρυθμίσεων», αλλά στο αν η πολιτική εξουσία δείχνει αυτοσυγκράτηση ακριβώς εκεί όπου θα μπορούσε να καταχραστεί τη δύναμή της: στη νομοθέτηση, στη διαδικασία, στην εντύπωση προνομιακής μεταχείρισης, στην αποφυγή νομοθετημάτων που μπορούν να διαβαστούν ως εργαλείο παράκαμψης δικαστικών κρίσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι η κριτική που αναπτύχθηκε στον δημόσιο διάλογο εστίασε τόσο στον τρόπο ενσωμάτωσης της διάταξης σε άσχετο νομοσχέδιο (με αναφορές στο νομοσχέδιο για τον ΟΠΕΚΕΠΕ), όσο και στην εικόνα θεσμικής «αυτοεξυπηρέτησης» που –δικαίως ή αδίκως– εκπέμπει η υπόθεση.

Η κυβέρνηση αντέταξε μια γραμμή άμυνας που επίσης έχει τη σημασία της: ότι δεν πρόκειται για φωτογραφική διάταξη, ότι αφορά ευρύτερα τους πολίτες και ότι η διαδικασία ήταν κανονική. Σε αυτή τη γραμμή κινήθηκε δημόσια ο Γιώργος Φλωρίδης, απορρίπτοντας τον χαρακτηρισμό «φωτογραφική» και επιμένοντας πως το μέτρο δεν εξαιρεί κανέναν και εντάσσεται σε θεσμική λογική. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι στην πολιτική –και ειδικά στα ζητήματα δικαιοσύνης– δεν αρκεί να «είσαι» ορθός· πρέπει και να φαίνεσαι. Όταν η διάχυτη κοινωνική αίσθηση είναι πως το πολιτικό σύστημα νομοθετεί με αδιαφάνεια, τότε κάθε υπόνοια εξαίρεσης, κάθε ατυχής χρονισμός, κάθε νομοθετικό «παράθυρο» που μπορεί να ερμηνευθεί ως διαφυγή από δικαστικές κρίσεις, λειτουργεί σαν σπίθα σε ξερόχορτο.

Εδώ επιστρέφουμε στην τοποθέτηση του Ευάγγελου Βενιζέλου, η οποία ήρθε ως σχόλιο στο πρωθυπουργικό άνοιγμα για συνταγματική αναθεώρηση. Ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης δεν άσκησε απλώς κριτική επί της διαδικασίας· έθεσε το θεμελιώδες ζήτημα της πολιτικής και θεσμικής αξιοπιστίας ως προϋπόθεση συναίνεσης, επισημαίνοντας ότι χωρίς εμπιστοσύνη και χωρίς στοιχειώδη συνεννόηση, η αναθεώρηση δεν είναι «εθνικό σχέδιο», αλλά επικοινωνιακό πυροτέχνημα. Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο η «τροπολογία Κεφαλογιάννη» μετατρέπεται από μια μεμονωμένη κρίση σε συμβολικό βαρίδι: υπονομεύει την ίδια τη δυνατότητα του πολιτικού συστήματος να ζητά από την κοινωνία να εμπιστευθεί ότι μια νέα αναθεώρηση θα υπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον και όχι τα συγκυριακά συμφέροντα των ισχυρών.

Διότι ποιος ακριβώς θα πιστέψει σε «θεσμική επανεκκίνηση», όταν το κράτος εμφανίζεται να φλερτάρει –έστω και επικοινωνιακά– με τη λογική «νομοθετώ και μετά βλέπουμε»; Ποιος θα αποδεχθεί την επίκληση «πολιτικού πολιτισμού», όταν η κοινοβουλευτική διαδικασία δίνει καύσιμη ύλη στην κυνική πεποίθηση ότι «οι νόμοι γράφονται για τους λίγους»; Και ποιος θα πειστεί ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι εργαλείο δημοκρατικής ωρίμανσης, όταν η καθημερινή εμπειρία του πολίτη του δείχνει ότι η Δικαιοσύνη και η ισονομία παραμένουν πεδία πολιτικής διαχείρισης, αντιπερισπασμών και –συχνά– αλαζονείας;

Η πρόταση του Καραχάλιου, ακριβώς επειδή είναι «μικρή» και πρακτική, χτυπά σε έναν νευρώνα που πονάει: πριν ζητήσεις από την κοινωνία να σε ακολουθήσει σε μια μεγάλη αφήγηση αλλαγών, κάνε την ελάχιστη κίνηση καλής θέλησης. Απόσυρε μια διάταξη που προκαλεί ρωγμές εμπιστοσύνης. Στείλε το μήνυμα ότι η κυβέρνηση καταλαβαίνει πως η Δικαιοσύνη δεν είναι πεδίο πολιτικού τακτικισμού. Δείξε ότι δεν σε ενδιαφέρει να κερδίσεις τη μάχη της επικοινωνίας, αλλά να κλείσεις –έμπρακτα– μια πληγή θεσμικής αξιοπιστίας. Αυτό, στην ουσία του, δεν είναι επίθεση· είναι ένας τρόπος να τεθεί ο πήχης εκεί όπου πρέπει: στην πολιτική αυτοσυγκράτηση και στη θεσμική συνέπεια.

Το Μέγαρο Μαξίμου μπορεί να απαντήσει ότι η ανάκληση μιας ψηφισμένης διάταξης δεν είναι «απλή υπόθεση», ότι εμπλέκονται τεχνικές λεπτομέρειες, ότι απαιτείται νέα νομοθέτηση και ότι η αντιπολίτευση εργαλειοποιεί το ζήτημα. Όμως, η πραγματική πολιτική ζημία δεν βρίσκεται στο αν η διάταξη είναι τεχνικά ορθή ή όχι· βρίσκεται στο ότι η κυβέρνηση επέτρεψε να δημιουργηθεί η εντύπωση πως η θεσμική τάξη μπορεί να ραφτεί στα μέτρα όσων έχουν ισχύ. Και αυτή η εντύπωση, ακόμη κι όταν δεν στηρίζεται σε τελεσίδικες αποδείξεις δόλου, αρκεί για να δηλητηριάσει κάθε μελλοντική συζήτηση περί αναθεώρησης, συναίνεσης και «νέας μεταπολίτευσης».

Γι’ αυτό και η επικαιρότητα είναι αμείλικτη: μέσα σε λίγες ημέρες, η δημόσια συζήτηση έφερε στο ίδιο τραπέζι το μέγα σχέδιο της συνταγματικής αναθεώρησης και μια τροπολογία που –σε μερίδα του Τύπου και της κοινής γνώμης– καταγράφεται ως παράδειγμα του πώς ακριβώς απαξιώνεται το κράτος δικαίου. Αν η κυβέρνηση θέλει να μιλήσει πειστικά για «αλλαγές», ο δρόμος δεν περνά από ωραίες λέξεις και μεγάλες εξαγγελίες. Περνά από το να πείσει ότι δεν λειτουργεί ως κλειστό σύστημα αυτοπροστασίας. Και αυτό, στην πολιτική, ξεκινά συχνά από μια κίνηση που δείχνει ότι κατάλαβες: πως η εξουσία δεν είναι δικαίωμα να επιβάλλεσαι, αλλά υποχρέωση να αυτοδεσμεύεσαι.

Στο τέλος της ημέρας, το δίλημμα είναι πιο καθαρό απ’ όσο παρουσιάζεται: ή η αναθεώρηση θα είναι κορυφή μιας ήδη κερδισμένης μάχης θεσμικής αξιοπιστίας –όπως προειδοποιεί ο Βενιζέλος– ή θα καταντήσει άλλο ένα σύνθημα πάνω σε σαθρό έδαφος. Και όσο υπάρχουν «τροπολογίες ντροπής» (όπως τις βαφτίζει ένα μέρος της κοινής γνώμης), τόσο το έδαφος θα υποχωρεί. Όχι επειδή οι πολίτες μισούν τις αλλαγές, αλλά επειδή δεν αντέχουν άλλο να τους ζητούν να χειροκροτούν την αλλαγή, την ώρα που βλέπουν το ίδιο το πολιτικό προσωπικό να αρνείται την αυτοδιόρθωση.