Κατάθλιψη: Εξέταση αίματος μπορεί να ανοίξει νέο δρόμο στη διάγνωση
Η κατάθλιψη παραμένει μία από τις πιο διαδεδομένες ψυχικές διαταραχές στον σύγχρονο δυτικό κόσμο, με ιδιαίτερα αυξημένο επιπολασμό στις ανεπτυγμένες κοινωνίες. Παρά την πρόοδο της ψυχιατρικής, την ύπαρξη εκατομμυρίων επαγγελματιών ψυχικής υγείας και την ανάπτυξη πολλών φαρμακευτικών θεραπειών, η επιστημονική έρευνα συνεχίζει να αναζητά νέους τρόπους διάγνωσης, πρόληψης και αντιμετώπισης.
Νεότερα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι εξετάσεις αίματος, οι οποίες αποτυπώνουν τη γήρανση συγκεκριμένων λευκών αιμοσφαιρίων, ενδέχεται να συμβάλουν στον εντοπισμό της κατάθλιψης. Η σύνδεση φαίνεται να αφορά κυρίως τα συναισθηματικά και γνωστικά συμπτώματα της νόσου, όπως η απώλεια ευχαρίστησης, η απελπισία και η δυσκολία συγκέντρωσης.
Προς έναν βιολογικό δείκτη για την κατάθλιψη
Η μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Journals of Gerontology Series A, θεωρείται σημαντικό βήμα για την ανάπτυξη ενός αξιόπιστου βιολογικού δείκτη της κατάθλιψης. Πρόκειται για μια ψυχική διαταραχή που επηρεάζει σχεδόν έναν στους πέντε ενήλικες στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μέχρι σήμερα, η διάγνωση της κατάθλιψης βασίζεται κυρίως στην αναφορά των συμπτωμάτων από τον ίδιο τον ασθενή. Οι γιατροί μπορούν να ζητήσουν εργαστηριακές εξετάσεις ώστε να αποκλείσουν άλλες παθολογικές καταστάσεις, όμως δεν υπάρχει ακόμη αντικειμενική βιολογική εξέταση που να επιβεβαιώνει με ακρίβεια την παρουσία της νόσου ή να την ανιχνεύει σε πρώιμο στάδιο.
Ένα βασικό εμπόδιο είναι ότι η κατάθλιψη εκδηλώνεται με διαφορετικό τρόπο από άνθρωπο σε άνθρωπο. Σε ορισμένους κυριαρχούν σωματικά συμπτώματα, όπως κόπωση, αλλαγές στην όρεξη ή ανησυχία. Σε άλλους εμφανίζονται εντονότερα συναισθηματικές και γνωστικές διαταραχές, όπως αίσθημα κενού, απελπισία, δυσκολία καθαρής σκέψης ή ανηδονία, δηλαδή αδυναμία βίωσης χαράς και ενδιαφέροντος για δραστηριότητες που παλαιότερα ήταν ευχάριστες.
Η επικεφαλής ερευνήτρια της μελέτης, Nicole Beaulieu Perez, εξήγησε ότι η κατάθλιψη δεν αποτελεί ενιαία κατάσταση με ίδια εικόνα σε όλους τους ασθενείς. Για αυτόν τον λόγο, οι επιστήμονες θεωρούν αναγκαία την εξέταση των διαφορετικών μορφών της νόσου και των ιδιαίτερων βιολογικών χαρακτηριστικών κάθε ανθρώπου, πέρα από τη γενική διαγνωστική κατηγορία.
Η μελέτη σε γυναίκες με και χωρίς HIV
Η έρευνα εστίασε ιδιαίτερα σε πληθυσμούς με προβλήματα του ανοσοποιητικού συστήματος, όπως οι άνθρωποι που ζουν με HIV. Σε αυτές τις ομάδες, η κατάθλιψη εμφανίζεται συχνότερα, πιθανότατα λόγω χρόνιου φλεγμονώδους στρες, κοινωνικού στιγματισμού και οικονομικών δυσκολιών που συχνά συνοδεύουν τη νόσο.
Οι γυναίκες με HIV φαίνεται να επιβαρύνονται ακόμη περισσότερο, ενώ η κατάθλιψη μπορεί να δυσχεράνει τη σωστή παρακολούθηση της θεραπείας και τη συνεπή λήψη των αντιρετροϊκών φαρμάκων. Για να κατανοήσουν καλύτερα τη βιολογική βάση της κατάθλιψης, οι ερευνητές μελέτησαν δείκτες επιταχυνόμενης βιολογικής γήρανσης.
Η βιολογική ηλικία ενός ανθρώπου δεν ταυτίζεται πάντοτε με τη χρονολογική ηλικία του. Μπορεί να υπολογιστεί με ειδικά εργαλεία που ονομάζονται επιγενετικά ρολόγια και καταγράφουν χημικές μεταβολές στο DNA, οι οποίες συσσωρεύονται με την πάροδο του χρόνου.
Στη μελέτη συμμετείχαν 440 γυναίκες. Από αυτές, οι 261 ζούσαν με HIV και οι 179 δεν είχαν τη νόσο. Τα συμπτώματα κατάθλιψης αξιολογήθηκαν μέσω ειδικού ερωτηματολογίου 20 ερωτήσεων, το οποίο εξέταζε σωματικά και μη σωματικά συμπτώματα. Παράλληλα, αναλύθηκαν δείγματα αίματος ώστε να μετρηθεί η βιολογική γήρανση με δύο διαφορετικά επιγενετικά ρολόγια.
Το πρώτο εργαλείο αξιολογούσε τη γήρανση σε πολλούς τύπους κυττάρων και ιστών. Το δεύτερο επικεντρωνόταν ειδικά στα μονοκύτταρα, έναν τύπο λευκών αιμοσφαιρίων με σημαντικό ρόλο στο ανοσοποιητικό σύστημα και στη φλεγμονώδη απόκριση.
Το εύρημα που ανοίγει νέο δρόμο στην ψυχιατρική
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η γήρανση των μονοκυττάρων συνδεόταν έντονα με τα συναισθηματικά και γνωστικά συμπτώματα της κατάθλιψης, όπως η ανηδονία, η απελπισία και το αίσθημα αποτυχίας. Η σύνδεση αυτή καταγράφηκε τόσο στις γυναίκες με HIV όσο και σε εκείνες χωρίς HIV.
Αντίθετα, το γενικότερο επιγενετικό ρολόι, που μετρούσε τη γήρανση σε πολλούς τύπους κυττάρων, δεν εμφάνισε σημαντική συσχέτιση με τα καταθλιπτικά συμπτώματα. Το στοιχείο αυτό καθιστά τα μονοκύτταρα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα για τη μελλοντική έρευνα γύρω από βιοδείκτες της κατάθλιψης.
Η Perez τόνισε ότι το εύρημα έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή τα άτομα με HIV συχνά εμφανίζουν σωματικά συμπτώματα, όπως κόπωση, τα οποία αποδίδονται συνήθως στη χρόνια νόσο. Η νέα μελέτη δείχνει ότι οι συγκεκριμένοι βιολογικοί δείκτες σχετίζονται περισσότερο με τη διάθεση και τις γνωστικές λειτουργίες παρά με τα σωματικά συμπτώματα.
Παρότι απαιτούνται περισσότερες μελέτες πριν τα ευρήματα περάσουν στην καθημερινή κλινική πράξη, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι στο μέλλον η κατάθλιψη ίσως μπορεί να εντοπίζεται νωρίτερα και με μεγαλύτερη ακρίβεια μέσω απλών εξετάσεων αίματος.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο εξατομικευμένες θεραπείες. Οι γιατροί ενδέχεται να έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν ποια φαρμακευτική αγωγή είναι πιθανότερο να έχει καλύτερη ανταπόκριση σε κάθε ασθενή, περιορίζοντας την αβεβαιότητα που συχνά συνοδεύει τη θεραπευτική διαδικασία.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι ο συνδυασμός της προσωπικής εμπειρίας του ασθενούς με αντικειμενικούς βιολογικούς δείκτες μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τον τρόπο διάγνωσης και αντιμετώπισης των ψυχικών διαταραχών. Το πεδίο αυτό ανοίγει τον δρόμο για μια πιο ακριβή, τεκμηριωμένη και εξατομικευμένη ψυχιατρική φροντίδα.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Siemens: Ασθενέστερα κέρδη, άνοδος παραγγελιών
Ανακατατάξεις στελεχών στην JPMorgan