Κυρία Καρυστιανού, άλλο η κοινωνική οργή και άλλο η κομματική προίκα

Η κυρία Μαρία Καρυστιανού προαναγγέλλει κόμμα. Ή, ακριβέστερα, επιχειρεί να μετατρέψει ένα γνήσιο κοινωνικό κύμα οργής, πένθους και απαίτησης για Δικαιοσύνη σε οργανωμένη πολιτική πρόταση. Το δικαίωμα ασφαλώς το έχει. Κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να ιδρύει κόμμα, να ζητά την ψήφο του λαού, να διεκδικεί ρόλο στη δημόσια ζωή. Άλλο όμως το δικαίωμα και άλλο η πολιτική κρίση. Άλλο η κοινωνική συμπαράσταση προς μια μάνα που έχασε το παιδί της στα Τέμπη και άλλο η αυτόματη μετατροπή αυτής της συμπαράστασης σε κομματική εντολή.

Η Μαρία Καρυστιανού ανακοίνωσε την 1η Απριλίου 2026 την ίδρυση πολιτικού κινήματος με το σύνθημα «Ξεκινάμε για την Ελπίδα», ενώ σύμφωνα με τα σχετικά δημοσιεύματα αναμενόταν η γνωστοποίηση της επωνυμίας και της ιδρυτικής διακήρυξης. Λίγες εβδομάδες αργότερα, σε νέο μήνυμά της, εμφανίστηκε να καταγγέλλει προσπάθειες διάσπασης, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Μηχανεύονται τα πάντα για να μας διασπάσουν με βαλτούς και αδύναμους, όσοι φοβούνται τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία».

Εδώ ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα. Διότι η πολιτική δεν οικοδομείται με φαντάσματα. Δεν αρκεί κάθε διαφωνία να βαφτίζεται υπονόμευση. Δεν αρκεί κάθε επιφύλαξη να εμφανίζεται ως προϊόν σκοτεινού σχεδίου. Δεν αρκεί κάθε κριτική να αποδίδεται σε «βαλτούς», «αδύναμους» ή δήθεν εχθρούς της Δικαιοσύνης. Αυτή η ρητορική μπορεί να συγκινεί ένα ήδη πεπεισμένο ακροατήριο, αλλά δεν συνιστά πολιτική ωριμότητα. Συνιστά αδυναμία να αναγνωριστεί ότι άλλο πράγμα είναι η ηθική φόρτιση ενός τραύματος και άλλο η θεσμική συγκρότηση ενός κόμματος.

Κυρία Καρυστιανού, ο κόσμος που στάθηκε δίπλα σας δεν σας έδωσε λευκή πολιτική επιταγή. Στάθηκε δίπλα σας για την αδικία. Για τον χαμό 57 ανθρώπων στο σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, τη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου 2023. Στάθηκε δίπλα σας γιατί είδε στο πρόσωπό σας τον πόνο μιας μάνας και την κραυγή μιας κοινωνίας που δεν αντέχει άλλο τη συγκάλυψη, την ανευθυνότητα και την κρατική αναλγησία. Δεν στάθηκε κατ’ ανάγκην δίπλα σε ένα μελλοντικό ψηφοδέλτιο. Δεν συντάχθηκε αυτομάτως με ένα κομματικό σχέδιο. Δεν έγινε πολιτικός ακόλουθος επειδή συμμετείχε σε μια πορεία ή επειδή συγκινήθηκε από έναν αγώνα για Δικαιοσύνη.

Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο που κάποιοι γύρω σας δείχνουν να μην αντιλαμβάνονται. Οι τεχνικοί σύμβουλοι, οι επικοινωνιολόγοι, οι οργανωτές αφηγήματος και οι πάσης φύσεως πρόθυμοι χειροκροτητές μπορεί να πιστεύουν ότι η κοινωνική στήριξη μεταφράζεται εύκολα σε εκλογικό ποσοστό. Μπορεί να θεωρούν ότι το πένθος γίνεται μηχανισμός, ότι η αγανάκτηση γίνεται κάλπη, ότι η συμπάθεια γίνεται κόμμα. Αμ δε, κυρία Καρυστιανού. Αμ δε.

Η ελληνική κοινωνία έχει ένστικτο. Μπορεί να αργεί, μπορεί να παρασύρεται, μπορεί πολλές φορές να θυμώνει χωρίς να οργανώνει τον θυμό της. Αλλά καταλαβαίνει πότε κάποιος αγωνίζεται για έναν σκοπό και πότε ένας σκοπός αρχίζει να μετατρέπεται σε πολιτικό όχημα. Καταλαβαίνει πότε η μνήμη των νεκρών υπηρετείται με σεμνότητα και πότε κινδυνεύει να γίνει υλικό προεκλογικής κατασκευής. Και κυρίως καταλαβαίνει πότε η Δικαιοσύνη, από αίτημα εθνικής αυτογνωσίας, αρχίζει να χρησιμοποιείται ως σύνθημα πολιτικής στρατολόγησης.

Υπάρχει και κάτι ακόμη. Η δημιουργία κόμματος δεν είναι συναισθηματική χειρονομία. Είναι ευθύνη. Απαιτεί θέσεις. Απαιτεί πρόγραμμα. Απαιτεί απαντήσεις για την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, την παιδεία, την υγεία, τη δημόσια διοίκηση, τη μετανάστευση, την ασφάλεια, την εθνική κυριαρχία. Δεν κυβερνάται μια χώρα μόνο με την επίκληση της κάθαρσης, όσο αναγκαία κι αν είναι αυτή. Δεν θεραπεύεται ένα βαθιά άρρωστο κράτος μόνο με ηθική αγανάκτηση. Η αγανάκτηση είναι αφετηρία. Δεν είναι πολιτικό σχέδιο.

Αν λοιπόν το νέο εγχείρημα θέλει να κριθεί σοβαρά, οφείλει να βγει από τη σκιά του συμβολισμού και να περάσει στο φως της πολιτικής λογοδοσίας. Ποιοι είναι οι άνθρωποί του; Ποιο είναι το πρόγραμμά του; Ποια είναι η ιδεολογική του ταυτότητα; Ποιες είναι οι κόκκινες γραμμές του; Με ποιους θα συνεργαστεί και με ποιους όχι; Τι λέει για τα μεγάλα εθνικά θέματα; Τι λέει για το κράτος που σκότωσε στα Τέμπη, αλλά και για το κράτος που καθημερινά ταπεινώνει τον πολίτη στα νοσοκομεία, στις εφορίες, στα σχολεία, στα δικαστήρια;

Διότι, κυρία Καρυστιανού, άλλο η Δικαιοσύνη και άλλο η πολιτική αξιοποίηση της Δικαιοσύνης. Άλλο η μνήμη των παιδιών και άλλο η κομματική χρήση της μνήμης. Άλλο η κοινωνική συμπόρευση και άλλο η απαίτηση να ακολουθήσουν όλοι, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς επιφυλάξεις, χωρίς κριτική. Η Δημοκρατία δεν λειτουργεί έτσι. Και όποιος επικαλείται τη Δημοκρατία οφείλει πρώτος να αντέχει τη διαφωνία.

Υπάρχει μια παροιμία που λέγεται συχνά στην Κρήτη: «Άλλα λέει η θεια μου κι άλλα ακούν τ’ αυτιά μου». Κάπως έτσι κινδυνεύει να εξελιχθεί και αυτή η υπόθεση. Η κοινωνία είπε: «Θέλουμε Δικαιοσύνη για τα Τέμπη». Κάποιοι άκουσαν: «Θέλουμε νέο κόμμα». Η κοινωνία είπε: «Δεν αντέχουμε άλλο τη συγκάλυψη». Κάποιοι άκουσαν: «Ελάτε να μετατρέψουμε την οργή σε εκλογική δύναμη». Η κοινωνία είπε: «Δεν ξεχνάμε τους 57». Κάποιοι άκουσαν: «Υπάρχει διαθέσιμο πολιτικό ακροατήριο».

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη παρεξήγηση. Και αν δεν διορθωθεί εγκαίρως, θα βλάψει όχι μόνο το νέο πολιτικό εγχείρημα, αλλά και τον ίδιο τον αγώνα για τα Τέμπη. Διότι τίποτε δεν θα ήταν πιο άδικο από το να εγκλωβιστεί η απαίτηση για Δικαιοσύνη μέσα σε κομματικές αντιπαραθέσεις, προσωπικές φιλοδοξίες, εσωτερικές έριδες και επικοινωνιακές σκηνοθεσίες.

Η κυρία Καρυστιανού έχει ήδη κερδίσει μια θέση στη δημόσια συνείδηση ως πρόσωπο πόνου και διεκδίκησης. Αυτό όμως δεν αρκεί για να γίνει πολιτική ηγεσία. Η πολιτική ηγεσία δεν κερδίζεται μόνο με το δίκιο του τραύματος. Κερδίζεται με καθαρό λόγο, με πρόγραμμα, με θεσμική σοβαρότητα, με αντοχή στην κριτική και με σεβασμό στην αλήθεια, ακόμη κι όταν η αλήθεια δεν βολεύει.

Γι’ αυτό η προειδοποίηση πρέπει να ειπωθεί καθαρά: μην μπερδεύετε τη συμπαράσταση με την ψήφο. Μην μπερδεύετε την οργή με την πολιτική στράτευση. Μην μπερδεύετε τη μνήμη των νεκρών με κομματικό κεφάλαιο. Ο λαός που βγήκε στους δρόμους για τα Τέμπη δεν είναι ιδιοκτησία κανενός. Δεν ανήκει σε κανένα επιτελείο, σε κανέναν σύμβουλο, σε κανένα νέο πολιτικό σχήμα. Ανήκει στη συνείδησή του.

Και αυτή η συνείδηση ζητά ένα πράγμα: αλήθεια, Δικαιοσύνη και τιμωρία των υπευθύνων. Όχι νέες αυταπάτες. Όχι νέα σωτηριολογικά αφηγήματα. Όχι άλλη μια απόπειρα να μετατραπεί ο πόνος ενός λαού σε σκάλα πολιτικής ανόδου.