26 Οκτωβρίου 2026

Κόκκινα δάνεια: Η κυβέρνηση παραδέχεται τα κενά – 91,3 δισ. ευρώ στους servicers

Σοβαρές αδυναμίες στο σύστημα διαχείρισης των κόκκινων δανείων αναγνωρίζει το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, την ώρα που οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων ελέγχουν χαρτοφυλάκια συνολικής αξίας 91,3 δισεκατομμυρίων ευρώ και χιλιάδες οφειλέτες εξακολουθούν να αναζητούν βιώσιμες λύσεις για τις υποχρεώσεις τους.

Τα προβλήματα καταγράφονται στην Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης που συνοδεύει το νέο νομοσχέδιο, μετά την ολοκλήρωση της δημόσιας διαβούλευσης. Το υπουργείο εντοπίζει ελλείψεις στη διαδικασία διαπραγμάτευσης μεταξύ δανειοληπτών και πιστωτών, στην αιτιολόγηση των αποφάσεων και στις προθεσμίες εξέτασης των αιτημάτων ρύθμισης.

Η παραδοχή αυτή αναδεικνύει ένα κρίσιμο ζήτημα για τη λειτουργία της αγοράς προβληματικών δανείων: οι οφειλέτες εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωποι με διαδικασίες που δεν εξασφαλίζουν πάντοτε σαφή ενημέρωση, προβλέψιμο χρονοδιάγραμμα και τεκμηριωμένη απάντηση από τους πιστωτές.

Την ίδια περίοδο, η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος για τον Οκτώβριο 2026 επισημαίνει την ανάγκη αποτελεσματικότερων αναδιαρθρώσεων, ιδιαίτερα για επιχειρήσεις που διαθέτουν προοπτικές συνέχισης της δραστηριότητάς τους.

Τα στοιχεία της κεντρικής τράπεζας αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος. Τον Ιούνιο του 2026, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, γνωστές ως servicers, είχαν υπό τη διαχείρισή τους δάνεια και απαιτήσεις ύψους 91,3 δισ. ευρώ, από τα οποία το 84,7% χαρακτηριζόταν μη εξυπηρετούμενο.

Νέοι κανόνες για τους servicers – Υποχρεωτικές απαντήσεις και αιτιολόγηση απορρίψεων

Το νομοσχέδιο επιχειρεί να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες της υφιστάμενης διαδικασίας, θεσπίζοντας ειδικό πλαίσιο διμερούς διαπραγμάτευσης μεταξύ οφειλετών και πιστωτών.

Στόχος των προτεινόμενων διατάξεων είναι να αποκτήσει η διαδικασία συγκεκριμένα στάδια, σαφείς υποχρεώσεις ενημέρωσης και προβλέψιμους κανόνες για την εξέταση των αιτημάτων.

Μία από τις σημαντικότερες προβλέψεις αφορά την υποχρέωση του πιστωτή να απαντά τεκμηριωμένα στην πρόταση ρύθμισης του δανειολήπτη και να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ενδεχομένως την απορρίπτει.

Η παρέμβαση αυτή επιχειρεί να περιορίσει την αδιαφάνεια που μπορεί να δημιουργείται όταν ο οφειλέτης υποβάλλει αίτημα διευθέτησης, χωρίς να γνωρίζει με σαφήνεια τα κριτήρια με τα οποία εξετάζεται ή απορρίπτεται.

Παράλληλα, προβλέπονται κανόνες για το ύψος και τις προϋποθέσεις προκαταβολής που μπορεί να ζητηθεί στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης, καθώς και περιορισμοί στη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης όσο διαρκεί η διαδικασία, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Οι διατάξεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για δανειολήπτες που επιδιώκουν συναινετική ρύθμιση ενώ αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο κατασχέσεων ή πλειστηριασμών.

Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά τους θα εξαρτηθεί από το τελικό περιεχόμενο του νόμου, τις εξαιρέσεις που θα προβλέπονται και τη δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου της συμμόρφωσης των πιστωτών.

Το ίδιο το υπουργείο αναγνωρίζει ότι υπάρχουν ελλείμματα διαφάνειας και λογοδοσίας στη λειτουργία των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων. Η περιορισμένη δημοσιοποίηση πληροφοριών και η απουσία εξειδικευμένων διαδικασιών συνεχούς αξιολόγησης δυσχεραίνουν, όπως επισημαίνεται, την αποτελεσματική εποπτεία τους.

Για τον λόγο αυτό, το νέο πλαίσιο περιλαμβάνει υποχρεώσεις δημοσιοποίησης στοιχείων σχετικά με τα χαρτοφυλάκια που διαχειρίζονται οι servicers, τα οικονομικά αποτελέσματά τους, τις επενδύσεις σε τεχνολογικά συστήματα και προσωπικό και την αποτελεσματικότητα των ενεργειών διαχείρισης.

Ειδική πρόβλεψη αφορά την καταγραφή και αντιμετώπιση παραπόνων των δανειοληπτών, ώστε οι εποπτικές αρχές να αποκτήσουν πληρέστερη εικόνα για τις πρακτικές που ακολουθούνται.

Προβλέπεται επίσης η υποβολή ετήσιου σχεδίου στρατηγικής διαχείρισης απαιτήσεων, με σκοπό τη συστηματικότερη παρακολούθηση της δραστηριότητας των εταιρειών.

Η ανάγκη αυτών των αλλαγών δείχνει ότι η μεταφορά προβληματικών δανείων από τις τράπεζες σε επενδυτικά κεφάλαια και εταιρείες διαχείρισης δεν έχει αντιμετωπίσει αυτομάτως τις δυσκολίες που συναντούν οι οφειλέτες κατά τη διαπραγμάτευση των χρεών τους.

Χαρτοφυλάκια 91,3 δισ. ευρώ – Ελάχιστη αξιοποίηση της αναχρηματοδότησης

Η Τράπεζα της Ελλάδος εστιάζει ιδιαίτερα στη δυνατότητα αναχρηματοδότησης επιχειρηματικών απαιτήσεων, επισημαίνοντας ότι μια οικονομικά βιώσιμη επιχείρηση μπορεί να χρειάζεται πρόσθετη ρευστότητα προκειμένου να συνεχίσει τη λειτουργία της.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η χορήγηση κεφαλαίου κίνησης σε μια επιχείρηση που διαθέτει παραγωγική δραστηριότητα και προοπτικές ανάκαμψης, αλλά δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις υφιστάμενες υποχρεώσεις της.

Η παροχή χρηματοδότησης σε τέτοιες περιπτώσεις θα μπορούσε να ενισχύσει τη δυνατότητα αποπληρωμής και να περιορίσει τον κίνδυνο οριστικής διακοπής της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Ωστόσο, η κεντρική τράπεζα καταγράφει ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο: μέχρι σήμερα κανένας διαχειριστής πιστώσεων δεν έχει υποβάλει αίτηση για άδεια παροχής υπηρεσιών αναχρηματοδότησης απαιτήσεων.

Η συγκεκριμένη δυνατότητα παραμένει επομένως αναξιοποίητη, παρά τη σημασία που θα μπορούσε να έχει για την εξυγίανση επιχειρηματικών δανείων και την προστασία οικονομικά βιώσιμων δραστηριοτήτων.

Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ακόμη τις καθυστερήσεις που παρατηρούνται στις νομικές διαδικασίες, όταν έχει εξαντληθεί η δυνατότητα εξεύρεσης λύσης μέσω διαπραγμάτευσης ή αναδιάρθρωσης.

Η ταχύτερη ολοκλήρωση αυτών των ενεργειών θεωρείται απαραίτητη για την αποτελεσματικότερη διαχείριση των απαιτήσεων. Παράλληλα, αναδεικνύεται η ανάγκη οι διαδικασίες ρύθμισης να λειτουργούν έγκαιρα, πριν η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη επιδεινωθεί περαιτέρω.

Τα προβληματικά δάνεια παραμένουν συγκεντρωμένα σε χαρτοφυλάκια δισεκατομμυρίων ευρώ. Από τα 91,3 δισ. ευρώ που διαχειρίζονταν συνολικά οι servicers τον Ιούνιο του 2026, το μεγαλύτερο μέρος αφορούσε μη εξυπηρετούμενες απαιτήσεις.

Ειδικότερα, τα χαρτοφυλάκια που διαχειρίζονταν οι εταιρείες για λογαριασμό funds και άλλων αγοραστών δανείων ανέρχονταν σε 81,5 δισ. ευρώ, παραμένοντας σχεδόν αμετάβλητα σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025.

Από αυτά, το 89,5% αφορούσε μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα, στοιχείο που αποτυπώνει το υψηλό ποσοστό προβληματικών απαιτήσεων στα συγκεκριμένα χαρτοφυλάκια.

Η αναλυτική κατανομή δείχνει ότι το 78,7% των μη εξυπηρετούμενων απαιτήσεων αφορά δάνεια των οποίων οι συμβάσεις έχουν καταγγελθεί.

Ακολουθούν οι οφειλές με καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών, με ποσοστό 15,9%, και τα ανοίγματα αβέβαιης είσπραξης, τα οποία αντιπροσωπεύουν το 5,4%.

Ως προς το είδος των χρηματοδοτήσεων, τα επιχειρηματικά δάνεια αποτελούν το 49,2% του χαρτοφυλακίου των αγοραστών απαιτήσεων, ενώ τα στεγαστικά αντιστοιχούν στο 30,9% και τα καταναλωτικά στο 19,9%.

Η σύνθεση αυτή αναδεικνύει την έκταση του προβλήματος τόσο για τον παραγωγικό τομέα όσο και για τα νοικοκυριά που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικές οικονομικές υποχρεώσεις.

Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, οι αποπληρωμές δανείων, οι ρευστοποιήσεις εξασφαλίσεων και οι διαγραφές απαιτήσεων ανήλθαν συνολικά σε 1,8 δισ. ευρώ στα χαρτοφυλάκια που διαχειρίζονται οι servicers για λογαριασμό αγοραστών δανείων.

Από το ποσό αυτό, το 1 δισ. ευρώ προήλθε από αποπληρωμές. Επιπλέον 400 εκατ. ευρώ αντιστοιχούσαν σε ρευστοποιήσεις εξασφαλίσεων και άλλα 400 εκατ. ευρώ σε διαγραφές οφειλών.

Οι τρεις αυτές κατηγορίες εμφανίζουν σημαντικές διαφορές. Η αποπληρωμή συνεπάγεται καταβολή χρημάτων, η ρευστοποίηση συνδέεται με την αξιοποίηση εξασφαλίσεων, ενώ η διαγραφή μειώνει την απαίτηση χωρίς να σημαίνει υποχρεωτικά ότι ο δανειολήπτης έχει καταβάλει το αντίστοιχο ποσό.

Την ίδια περίοδο, οι ρυθμίσεις που είχαν πραγματοποιηθεί έως τον Ιούνιο αντιπροσώπευαν μόλις το 22,1% της συνολικής αξίας των συγκεκριμένων χαρτοφυλακίων.

Στο ποσοστό περιλαμβάνονται βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες διευθετήσεις, καθώς και διαδικασίες οριστικής τακτοποίησης των οφειλών.

Το στοιχείο αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη να εξεταστεί όχι μόνο πόσες απαιτήσεις έχουν υπαχθεί σε ρυθμίσεις, αλλά και κατά πόσο οι συμφωνίες μπορούν να τηρηθούν σε βάθος χρόνου από τους οφειλέτες.

Η μεταβίβαση ενός κόκκινου δανείου από την τράπεζα σε εταιρεία ή επενδυτικό κεφάλαιο δεν συνεπάγεται την εξαφάνιση του χρέους. Ο δανειολήπτης εξακολουθεί να οφείλει το ποσό που προβλέπεται από τη σύμβαση και τις τυχόν μεταγενέστερες ρυθμίσεις, μέχρι την αποπληρωμή, τη διαγραφή ή την οριστική διευθέτησή του.

Το νέο νομοσχέδιο επιχειρεί να καλύψει θεσμικά κενά που αναγνωρίζονται πλέον και από την ίδια την κυβέρνηση. Το ουσιαστικό αποτέλεσμα των παρεμβάσεων θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή των υποχρεώσεων των πιστωτών, τη διαφάνεια των servicers και τη δυνατότητα των οφειλετών να επιτυγχάνουν πραγματικά βιώσιμες συμφωνίες.

Με προβληματικές απαιτήσεις δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ να παραμένουν υπό διαχείριση, η αποτελεσματική αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για την οικονομία, τις επιχειρήσεις και την προστασία της περιουσίας των νοικοκυριών.