Κόλαφος Ρούμπιν στο Κογκρέσο για την τουρκική κατοχή στην Κύπρο
Με βαρύτατες καταγγελίες κατά της Τουρκίας και με σαφές αίτημα αλλαγής της αμερικανικής στάσης στο Κυπριακό, ο Μάικλ Ρούμπιν, διευθυντής ανάλυσης πολιτικής του Middle East Forum, παρενέβη ενώπιον του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών, θέτοντας στο επίκεντρο τη συνεχιζόμενη κατοχή στο βόρειο τμήμα της Κύπρου.
Η τοποθέτησή του δεν περιορίστηκε σε μια γενική αναφορά στην ιστορική εκκρεμότητα του Κυπριακού. Αντίθετα, παρουσίασε την τουρκική παρουσία στο νησί ως ενεργή, κλιμακούμενη και επικίνδυνη στρατηγική παγίωσης τετελεσμένων, με δημογραφική αλλοίωση, στρατιωτικοποίηση, παράνομες οικονομικές δραστηριότητες και συστηματική υπονόμευση της διεθνούς νομιμότητας.
Ο Ρούμπιν κάλεσε την Ουάσινγκτον να εγκαταλείψει τη διπλωματική ασάφεια που, όπως υποστήριξε, λειτουργεί υπέρ της Άγκυρας. Ζήτησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες να δηλώσουν καθαρά ότι η Τουρκία κατέχει παράνομα έδαφος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να αντιμετωπίσουν το ζήτημα όχι ως μια «παγωμένη σύγκρουση», αλλά ως υπόθεση κατοχής, παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και περιφερειακής αποσταθεροποίησης.
Στην κατάθεσή του, ο Αμερικανός αναλυτής απέρριψε ευθέως το επιχείρημα ότι η τουρκική εισβολή του 1974 είχε ως κίνητρο την προστασία των Τουρκοκυπρίων. Περιέγραψε τη συγκεκριμένη αφήγηση ως ιστορικά αβάσιμη και τη συνέκρινε με επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν για να δικαιολογήσουν αρπαγές εδαφών, από την Ευρώπη του Μεσοπολέμου έως την Κριμαία.
Κατά τον Ρούμπιν, η Τουρκία αξιοποίησε την κρίση του 1974 για να επιβάλει στρατιωτικά μια νέα πραγματικότητα στην Κύπρο. Υπενθύμισε ότι μετά την κατάρρευση της ελληνικής χούντας στις 24 Ιουλίου 1974 και ενώ η Ελλάδα είχε επιστρέψει στη δημοκρατία, η Άγκυρα προχώρησε σε νέα εισβολή, οδηγώντας σε κατάληψη και εθνοκάθαρση μεγάλου τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η αιχμή του ήταν σαφής: η Τουρκία, αντί να αποκαταστήσει τη συνταγματική τάξη όπως προέβλεπε η Συνθήκη Εγγύησης, εγκαθίδρυσε μια κατοχή που διαρκεί πάνω από μισό αιώνα. Αυτή η πραγματικότητα, κατά τον ίδιο, δεν μπορεί να καλύπτεται πίσω από διπλωματικές διατυπώσεις, ούτε να αντιμετωπίζεται ως απλή διακοινοτική διαφορά.
Η κριτική στις ΗΠΑ και η σκιά του Κίσινγκερ
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε ο Ρούμπιν στον ρόλο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Αναφέρθηκε στη στάση του Χένρι Κίσινγκερ το 1974, καταγγέλλοντας μια κυνική λογική ανοχής απέναντι στην τουρκική αρπαγή εδάφους. Κατά την ανάγνωσή του, εκείνη η επιλογή δεν ζημίωσε μόνο την Κύπρο και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά υπονόμευσε και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Αμερικανός αναλυτής υποστήριξε ότι η ιστορική πορεία δικαίωσε την ανάγκη πιο καθαρής στάσης. Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία, όπως τόνισε, αναδείχθηκαν σε αξιόπιστους συμμάχους των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η Τουρκία εμφανίζεται πλέον ως παράγοντας αστάθειας σε μέτωπα που εκτείνονται από τη Λιβύη και τη Συρία έως τη Γάζα και τη Σομαλία.
Η κριτική του προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ήταν ευθεία. Κατηγόρησε την αμερικανική διπλωματία ότι αποφεύγει να χαρακτηρίσει τη βόρεια Κύπρο ως κατεχόμενη, με αποτέλεσμα να θολώνει το νομικό και πολιτικό πλαίσιο. Για τον Ρούμπιν, η αποφυγή καθαρών λέξεων δεν διευκολύνει την ειρήνη. Αντίθετα, επιβραβεύει τον επιτιθέμενο και δίνει χρόνο στην κατοχική δύναμη να εμπεδώσει τα τετελεσμένα.
Στο ίδιο πλαίσιο, ζήτησε από τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ να δώσει σαφή οδηγία προς όλους τους Αμερικανούς διπλωμάτες που χειρίζονται το Κυπριακό: να αναγνωρίζουν ρητά ότι η Τουρκία κατέχει παράνομα τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρόκειται για θέση που μεταφέρει το ζήτημα από τη γλώσσα των ίσων αποστάσεων στη γλώσσα του διεθνούς δικαίου.
Ο Ρούμπιν στάθηκε και στη δημογραφική διάσταση της κατοχής. Κατηγόρησε την Άγκυρα ότι, μετά την εισβολή, μετέφερε συστηματικά εποίκους από την Τουρκία στο κατεχόμενο τμήμα του νησιού, αλλοιώνοντας τη σύνθεση του πληθυσμού και ασκώντας πίεση ακόμη και στους γηγενείς Τουρκοκύπριους.
Υποστήριξε ότι οι Τουρκοκύπριοι δεν προστατεύονται από την Τουρκία, αλλά απειλούνται πολιτιστικά από την πολιτική της. Περιέγραψε τους γηγενείς Κύπριους Μουσουλμάνους ως μια παραδοσιακά κοσμοπολίτικη και ανεκτική κοινότητα, η οποία σταδιακά περιθωριοποιείται από τη μαζική εγκατάσταση πληθυσμών με διαφορετικό κοινωνικό και θρησκευτικό προσανατολισμό.
Κατά την εκτίμησή του, οι έποικοι και οι απόγονοί τους πιθανότατα έχουν πλέον ξεπεράσει αριθμητικά τους πραγματικούς Τουρκοκύπριους. Επικαλέστηκε στοιχεία που τοποθετούν τον πληθυσμό της κατεχόμενης ζώνης κοντά στις 500.000, ενώ οι Κύπριοι Μουσουλμάνοι με οικογενειακή παρουσία στο νησί πριν από το 1974 υπολογίζονται περίπου στις 230.000.
Η καταγγελία αυτή συνδέθηκε με ευρύτερο μοτίβο τουρκικής πολιτικής. Ο Ρούμπιν συνέκρινε τη δημογραφική αλλοίωση στην Κύπρο με κινήσεις της Άγκυρας στη βόρεια Συρία, όπου, όπως υποστήριξε, οι τουρκικές δυνάμεις και οι σύμμαχοί τους προχώρησαν σε εκτοπισμούς, αλλαγές πληθυσμιακής σύνθεσης και έλεγχο περιουσιών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα Βαρώσια, τα οποία χαρακτήρισε κεντρικό παράδειγμα υπονόμευσης του status quo. Η περιοχή της Αμμοχώστου, που πριν από το 1974 αποτελούσε σημαντικό τουριστικό κέντρο της Ανατολικής Μεσογείου, μετατράπηκε μετά την τουρκική εισβολή σε πόλη-φάντασμα, με τους νόμιμους κατοίκους της αποκλεισμένους από τις περιουσίες τους.
Ο Ρούμπιν προειδοποίησε ότι οι τουρκικές κινήσεις για άνοιγμα και πιθανή ανακατασκευή της περιοχής δεν αποτελούν απλή τουριστική ή οικονομική πρωτοβουλία. Τις περιέγραψε ως προσπάθεια μονομερούς αξιοποίησης περιουσιών που ανήκουν σε εκτοπισμένους Κυπρίους, κατά παράβαση ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Κατά τον ίδιο, η ανάπτυξη θέρετρων και παραλιακών ακινήτων στα Βαρώσια μπορεί να αποφέρει τεράστια κέρδη σε ορισμένους κύκλους, όμως θα συνιστά βαρύ πλήγμα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ειρήνη στην Κύπρο και τη διεθνή εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών, εφόσον η Ουάσινγκτον δείξει ανοχή σε μια τέτοια εξέλιξη.
Στρατιωτικοποίηση, drones και μαύρο χρήμα στα κατεχόμενα
Ο δεύτερος μεγάλος άξονας της κατάθεσης αφορούσε τη στρατιωτικοποίηση των κατεχομένων. Ο Ρούμπιν υποστήριξε ότι η Τουρκία δεν περιορίζεται πλέον στη διατήρηση κατοχικών στρατευμάτων, αλλά μετατρέπει το βόρειο τμήμα της Κύπρου σε ενεργό στρατιωτικό προγεφύρωμα.
Εστίασε στη μετατροπή του αεροδρομίου στο Λευκόνοικο σε βάση μη επανδρωμένων αεροσκαφών, την οποία παρουσίασε ως μία από τις μεγαλύτερες υποδομές drones στην Ανατολική Μεσόγειο. Κατά την άποψή του, η εγκατάσταση αυτή άλλαξε την ισορροπία ασφαλείας και έδωσε στην Άγκυρα δυνατότητες επιτήρησης και πίεσης σε μια ευρύτερη περιοχή.
Ο Ρούμπιν ανέφερε ότι η Τουρκία χρησιμοποίησε drones από τη βάση αυτή για παρακολούθηση ερευνών υδρογονανθράκων και για παρενόχληση πλοίων, ακόμη και κρατών που ανήκουν στο ΝΑΤΟ. Στη συνέχεια, όπως υποστήριξε, η Άγκυρα μετέφερε και οπλισμένα συστήματα, όπως τα Bayraktar TB2, ενισχύοντας την απειλή για χώρες και θαλάσσιες ζώνες από τη Λιβύη έως το Ισραήλ.
Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η αναφορά του στα τουρκικά F-16. Κατήγγειλε ότι η ανάπτυξη αμερικανικής προέλευσης μαχητικών στην κατεχόμενη βόρεια Κύπρο συνιστά ευθεία προσπάθεια αλλαγής του status quo και απόδειξη ότι η Τουρκία δεν ζητά δυτικό αμυντικό υλικό για τις ανάγκες του ΝΑΤΟ, αλλά για την ενίσχυση της δικής της αναθεωρητικής στρατηγικής.
Η προειδοποίησή του προς το Κογκρέσο ήταν σαφής: οποιαδήποτε νέα πώληση ή τεχνολογική ενίσχυση της Τουρκίας στον τομέα των μαχητικών αεροσκαφών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της συμπεριφοράς της στην Κύπρο. Κατά τον Ρούμπιν, η επιστροφή της Άγκυρας σε προγράμματα όπως τα F-35 ή η μεταφορά κρίσιμης τεχνολογίας θα μπορούσαν να ενισχύσουν μια δύναμη που ήδη καταπατά διεθνείς δεσμεύσεις.
Στην κατάθεσή του συνέδεσε τη στρατιωτική διάσταση με το οργανωμένο οικονομικό σκοτάδι στα κατεχόμενα. Περιέγραψε τη βόρεια Κύπρο ως περιοχή όπου ανθούν το ξέπλυμα χρήματος, τα ανεξέλεγκτα καζίνο, οι αδιαφανείς χρηματοδοτικές ροές και δραστηριότητες που απειλούν όχι μόνο την Κύπρο, αλλά και την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Κατά τον Ρούμπιν, τα καζίνο και ορισμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα στα κατεχόμενα λειτουργούν ως κόμβοι αδιαφάνειας. Υποστήριξε ότι η απουσία διεθνούς αναγνώρισης και ουσιαστικού ελέγχου δημιουργεί περιβάλλον όπου μπορούν να κινηθούν εγκληματικά δίκτυα, κυκλώματα διακίνησης και παράνομοι χρηματοδοτικοί μηχανισμοί.
Ο Αμερικανός αναλυτής υποστήριξε ότι η κατεχόμενη ζώνη λειτουργεί με χαρακτηριστικά άλλων μη αναγνωρισμένων οντοτήτων, οι οποίες χρησιμοποιούνται ως γκρίζες ζώνες για δραστηριότητες που δεν αντέχουν σε διεθνή εποπτεία. Στο πλαίσιο αυτό ζήτησε αυστηρότερη στάση των ΗΠΑ και ενεργοποίηση οικονομικών εργαλείων πίεσης.
Συγκεκριμένα, κάλεσε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών να στηρίξουν την ένταξη της Τουρκίας στη μαύρη λίστα της FATF, εφόσον συνεχίζεται η εμπλοκή της σε αδιαφανείς οικονομικές δραστηριότητες στην κατεχόμενη Κύπρο. Κατά την άποψή του, η Ουάσινγκτον οφείλει να εφαρμόζει αντικειμενικά κριτήρια και να μην χαμηλώνει τον πήχη επειδή η Τουρκία παραμένει τυπικά σύμμαχος στο ΝΑΤΟ.
Παράλληλα, πρότεινε αλλαγές και στο επίπεδο των θεωρήσεων εισόδου. Ζήτησε οι Τουρκοκύπριοι που ταξιδεύουν στις ΗΠΑ να λαμβάνουν βίζα μόνο με κυπριακά διαβατήρια, ώστε να μην υπονομεύεται εμμέσως η κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσα από την αποδοχή τουρκικών εγγράφων για εκπροσώπους του κατοχικού καθεστώτος.
Πρότεινε επίσης το κλείσιμο γραφείων που συνδέονται με το ψευδοκράτος στις Ηνωμένες Πολιτείες, απορρίπτοντας κάθε μορφή έμμεσης νομιμοποίησης. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και η αναφορά του σε ευρωπαϊκές αεροπορικές και τουριστικές δραστηριότητες προς τα κατεχόμενα, τις οποίες χαρακτήρισε πρακτική που τροφοδοτεί τον κατοχικό μηχανισμό.
Στο πιο ριζοσπαστικό τμήμα της παρέμβασής του, ο Ρούμπιν έθεσε ακόμη και το ζήτημα των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο. Υποστήριξε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο διατήρησε κυρίαρχες περιοχές βάσεων μετά την ανεξαρτησία του 1960, επικαλούμενο λόγους προστασίας της Κύπρου, όμως η τουρκική εισβολή και η συνεχιζόμενη κατοχή απέδειξαν, κατά τη διατύπωσή του, την αποτυχία αυτής της δικαιολόγησης.
Ο ίδιος πρότεινε να πιέσουν οι ΗΠΑ τη Βρετανία ώστε να αποδώσει πλήρως την κυριαρχία των βάσεων στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στη συνέχεια, όπως ανέφερε, η Λευκωσία θα μπορούσε να εκμισθώσει μικρό στρατιωτικό τμήμα τους στις Ηνωμένες Πολιτείες, δημιουργώντας έναν νέο μηχανισμό αποτροπής απέναντι στην Τουρκία και μειώνοντας την αμερικανική εξάρτηση από το Ιντσιρλίκ.
Η πρόταση αυτή συνοδεύτηκε από το επιχείρημα ότι η Τουρκία χρησιμοποιεί διαχρονικά τη γεωγραφική της θέση και τις στρατιωτικές υποδομές της ως μοχλό πίεσης προς την Ουάσινγκτον. Για τον Ρούμπιν, μια ισχυρή αμερικανική παρουσία στην Κυπριακή Δημοκρατία θα άλλαζε το περιφερειακό ισοζύγιο και θα έστελνε μήνυμα ότι η πολιτική της σταδιακής επιβολής τετελεσμένων δεν θα γίνει ανεκτή.
Στο κλείσιμο της κατάθεσής του, ο Μάικλ Ρούμπιν ζήτησε από τις ΗΠΑ να εντάξουν τον τερματισμό της τουρκικής κατοχής στην Κύπρο στον πυρήνα της εξωτερικής τους πολιτικής. Συνέδεσε το Κυπριακό με την τουρκική παρουσία σε τμήματα της Συρίας και του Ιράκ, παρουσιάζοντας την Άγκυρα ως δύναμη που επεκτείνει την επιρροή της μέσα από στρατιωτική κατοχή, δημογραφική αλλοίωση και διεθνή ατιμωρησία.
Το μήνυμά του προς το Κογκρέσο ήταν καθαρό: η ανοχή απέναντι στην Τουρκία δεν παράγει σταθερότητα. Παράγει νέα τετελεσμένα. Η διεθνής νομιμότητα, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο απαιτούν πλέον σαφή θέση, πολιτική πίεση και τερματισμό της πρακτικής που αντιμετωπίζει την κατοχή ως διαχειρίσιμη εκκρεμότητα.
Η παρέμβαση Ρούμπιν καταγράφεται ως μία από τις πιο σκληρές και ευθείες τοποθετήσεις που έχουν ακουστεί το τελευταίο διάστημα στην Ουάσινγκτον για την Κύπρο. Η ουσία της είναι πολιτικά φορτισμένη, αλλά απολύτως συγκεκριμένη: η Τουρκία δεν μπορεί να εμφανίζεται ως σύμμαχος όταν, την ίδια ώρα, διατηρεί στρατεύματα κατοχής σε ευρωπαϊκό έδαφος, αλλοιώνει πληθυσμούς, στρατιωτικοποιεί την περιοχή και αξιοποιεί τη διπλωματική σιωπή για να μονιμοποιήσει την παρανομία.
Πιο Δημοφιλή
ΕΛ.Α.Σ. εναντίον σιωπής: Το παιχνίδι ανοίγει
Σκάνδαλο με τη μεταφορά του Καζίνου Πάρνηθας στο Μαρούσι
Πιο Πρόσφατα
Ευρωβαρόμετρο: Αβεβαιότητα και άγχος στην Ελλάδα
ΕΒΕΠ: Νέο κοινωνικό συμβόλαιο για τις τιμές