Κομισιόν: Μόνο 1 στις 4 εταιρείες εμπιστεύεται την προστασία επενδύσεων στην Ελλάδα
Βαρύ πλήγμα στην εικόνα της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού καταγράφουν τα στοιχεία της Κομισιόν, καθώς μόλις μία στις τέσσερις εταιρείες δηλώνει εμπιστοσύνη στην αποτελεσματική προστασία των επενδύσεων από τον νόμο και τα δικαστήρια. Το ποσοστό περιορίζεται στο 25%, υποχωρώντας από το 28% που είχε καταγραφεί το 2025, γεγονός που αποτυπώνει μια επιδείνωση σε έναν κρίσιμο δείκτη για την οικονομία, την επιχειρηματικότητα και το κράτος δικαίου.
Η εικόνα αυτή περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο για την Ελλάδα της ετήσιας έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου. Πέρα από τις γενικές συστάσεις για την εκδίκαση υποθέσεων διαφθοράς, τη διαφάνεια στο lobbying, την προστασία των δημοσιογράφων και την υπόθεση των παρακολουθήσεων, η έκθεση αναδεικνύει και την οικονομική διάσταση της θεσμικής κρίσης.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη δημόσια εικόνα της χώρας. Αγγίζει την ίδια τη λειτουργία της αγοράς. Όταν οι επιχειρήσεις θεωρούν ότι οι επενδύσεις τους δεν προστατεύονται επαρκώς, η αβεβαιότητα αυξάνεται, το ρίσκο μεγαλώνει και η αναπτυξιακή προοπτική αποδυναμώνεται. Η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη, στους ελεγκτικούς μηχανισμούς και στη σταθερότητα της νομοθεσίας αποτελεί θεμέλιο για κάθε σοβαρή επενδυτική απόφαση.
Ένας από τους βασικούς λόγους για την έλλειψη εμπιστοσύνης είναι η ανησυχία για την ποιότητα, την αποδοτικότητα και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Το 38% των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα δηλώνει προβληματισμό για το συγκεκριμένο πεδίο. Πρόκειται για ποσοστό που δεν μπορεί να προσπεραστεί ως τεχνική λεπτομέρεια, καθώς αφορά τον πυρήνα της θεσμικής ασφάλειας στη χώρα.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα για την ανεξαρτησία των Αρχών που σχετίζονται με την οικονομική δραστηριότητα. Μόλις το 24% των εταιρειών θεωρεί πολύ καλό ή αρκετά καλό το επίπεδο ανεξαρτησίας της Εθνικής Αρχής Ανταγωνισμού. Το ποσοστό αυτό έχει σημειώσει μεγάλη πτώση σε σχέση με το 2025, όταν βρισκόταν στο 41%.
Η μείωση αυτή δείχνει ότι η εμπιστοσύνη στους θεσμούς της αγοράς υποχωρεί. Για μια κυβέρνηση που προβάλλει σταθερά το αφήγημα της επενδυτικής ανάκαμψης και της οικονομικής κανονικότητας, τα ευρωπαϊκά στοιχεία λειτουργούν ως ψυχρή υπενθύμιση: η ανάπτυξη δεν χτίζεται με επικοινωνιακή αισιοδοξία, όταν οι ίδιοι οι οικονομικοί φορείς βλέπουν αδυναμίες στη θεσμική προστασία.
Δημόσιες συμβάσεις και διαφθορά στο επίκεντρο
Η έκθεση της Κομισιόν είναι ιδιαίτερα αιχμηρή στο ζήτημα των δημόσιων συμβάσεων και των μεγάλων έργων υποδομής. Τα χαρακτηρίζει ευάλωτα στη διαφθορά, επισημαίνοντας ότι ο κίνδυνος δεν περιορίζεται σε έναν στενό τομέα της κρατικής λειτουργίας. Ως πεδία αυξημένης ευαλωτότητας καταγράφονται επίσης η Τοπική Αυτοδιοίκηση, η κοινωνική ασφάλιση, οι κοινωνικές παροχές, η υγειονομική περίθαλψη και τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η διαπίστωση αυτή είναι εξαιρετικά βαριά. Τα πεδία που αναφέρονται αφορούν τεράστιους δημόσιους πόρους, υπηρεσίες πρώτης γραμμής και κρίσιμες λειτουργίες του κράτους. Όταν οι δημόσιες συμβάσεις, οι παροχές, η Υγεία και τα ευρωπαϊκά κονδύλια εμφανίζονται ως ευάλωτες ζώνες διαφθοράς, το πρόβλημα δεν είναι αποσπασματικό. Είναι δομικό.
Η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι έχουν υπάρξει πρόσφατες μεταρρυθμίσεις για τον περιορισμό των κινδύνων. Τα ίδια στοιχεία, όμως, δείχνουν ότι η πραγματική εικόνα παραμένει βαριά. Το 45% των εταιρειών στην Ελλάδα δηλώνει ότι η διαφθορά τις εμπόδισε στην πράξη να κερδίσουν δημόσιο διαγωνισμό την τελευταία τριετία. Ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι 30%.
Η απόκλιση αυτή καταγράφει μια ελληνική παθογένεια που επιμένει. Σχεδόν μία στις δύο επιχειρήσεις θεωρεί ότι δεν έχασε απλώς έναν διαγωνισμό για λόγους ανταγωνισμού, τιμής ή ποιότητας, αλλά επειδή η διαφθορά στάθηκε εμπόδιο. Για την αγορά, αυτό σημαίνει αθέμιτο ανταγωνισμό. Για το Δημόσιο, σημαίνει χαμηλότερη ποιότητα, υψηλότερο κόστος και απώλεια εμπιστοσύνης.
Ανάλογη είναι η εικόνα και για την Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων. Μόλις το 23% των επιχειρήσεων θεωρεί πολύ καλό ή αρκετά καλό το επίπεδο ανεξαρτησίας του φορέα ελέγχου των δημόσιων συμβάσεων, ποσοστό που έχει υποχωρήσει αισθητά από το 39% του 2025. Η πτώση αυτή δείχνει ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί δεν πείθουν την αγορά στον βαθμό που απαιτείται.
Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο αφορά την έλλειψη πραγματικού ανταγωνισμού στους διαγωνισμούς. Το 2025, στο 58% των συμβάσεων που ανατέθηκαν στην Ελλάδα υποβλήθηκε μόνο μία προσφορά, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 27%. Η διαφορά είναι τεράστια και δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο προκηρύσσονται, οργανώνονται και καταλήγουν οι δημόσιες συμβάσεις.
Όταν πάνω από τις μισές συμβάσεις καταλήγουν με μία μόνο προσφορά, η έννοια του ανταγωνισμού αδειάζει από περιεχόμενο. Το Δημόσιο εμφανίζεται να αγοράζει υπηρεσίες και έργα σε περιβάλλον περιορισμένης πίεσης προς τους αναδόχους. Αυτό μπορεί να σημαίνει λιγότερες ευκαιρίες για μικρότερες επιχειρήσεις, μικρότερη διαφάνεια και ασθενέστερο έλεγχο στη σχέση κόστους και αποτελέσματος.
Η ΕΑΔΗΣΥ φέρεται να έχει δεχθεί κυρίως καταγγελίες για απευθείας αναθέσεις χωρίς την ενδεδειγμένη έρευνα αγοράς. Μεγάλο μέρος των καταγγελιών αφορά δημόσιους διαγωνισμούς για ενδύματα και υποδήματα του Στρατού, παραδόσεις αναλώσιμων αγαθών σε νοσοκομεία, καθώς και συμβάσεις για δημόσιο οδικό φωτισμό.
Οι τομείς αυτοί δεν είναι δευτερεύοντες. Αφορούν την άμυνα, τη δημόσια υγεία και βασικές υποδομές των πόλεων. Η συσσώρευση καταγγελιών σε τόσο κρίσιμα πεδία επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα των συμβάσεων δεν είναι απλώς διοικητικό. Είναι ζήτημα διακυβέρνησης, λογοδοσίας και δημόσιου χρήματος.
Νομοθεσία σε διαρκή αστάθεια
Η Κομισιόν αναδεικνύει και ένα δεύτερο μεγάλο πρόβλημα: την αστάθεια του νομοθετικού πλαισίου. Η ταχύτατη μεταβολή της νομοθεσίας εμφανίζεται ως βασική πρόκληση για την επιχειρηματική δραστηριότητα και ως κύριος λόγος έλλειψης εμπιστοσύνης στην προστασία των επενδύσεων.
Το 40% των επενδυτών που συμμετείχαν στην έρευνα αναφέρθηκε στις συχνές αλλαγές στη νομοθεσία. Το ποσοστό είναι χαμηλότερο από το 58% του 2025, παραμένει όμως ιδιαίτερα υψηλό. Η εικόνα μιας νομοθεσίας που αλλάζει διαρκώς δημιουργεί περιβάλλον αβεβαιότητας, το οποίο λειτουργεί αποτρεπτικά για σοβαρές επενδυτικές αποφάσεις.
Η έκθεση καταγράφει ότι τουλάχιστον 15 νόμοι που θεσπίστηκαν το 2025 περιλάμβαναν διατάξεις που τροποποιούσαν νομοθεσία θεσπισμένη μέσα στο ίδιο έτος. Πρόκειται για πρακτική που αποτυπώνει προχειρότητα, έλλειψη σχεδιασμού και νομοθέτηση με τη λογική της διαρκούς διόρθωσης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος από τον Ιούλιο του 2025 τροποποιήθηκε αρκετές φορές. Τον Φεβρουάριο του 2026 εισήχθησαν νέες εκτεταμένες αλλαγές για τη διόρθωση σφαλμάτων και τη συμπλήρωση διατάξεων του νόμου 5221/2025. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι κρίσιμες ρυθμίσεις ψηφίζονται και στη συνέχεια επισκευάζονται σχεδόν αμέσως.
Η ποιότητα της νομοθέτησης επηρεάζεται αρνητικά από αυτή τη διαρκή κινητικότητα. Οι επιχειρήσεις, οι πολίτες, οι δικηγόροι, οι δικαστές και η διοίκηση καλούνται να λειτουργήσουν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου οι κανόνες αλλάζουν συχνά, ακόμη και λίγο μετά τη θέσπισή τους. Αυτό δεν παράγει ασφάλεια δικαίου. Παράγει σύγχυση.
Θετικό στοιχείο αποτελεί η μείωση των άρθρων που εντάχθηκαν σε νόμους χωρίς προηγούμενη δημόσια διαβούλευση. Το 2025 το ποσοστό έπεσε στο 9%, από 16,5% το 2024 και 34% την περίοδο 2020-2022. Η πρόοδος αυτή, όμως, δεν αναιρεί το βασικό πρόβλημα της συχνής και αποσπασματικής νομοθέτησης.
Η Κομισιόν επισημαίνει ότι οι εκτιμήσεις επιπτώσεων στη σύνταξη των νόμων επικεντρώνονται κυρίως στις δημοσιονομικές πτυχές. Μελέτη του ΟΟΣΑ αναφέρει ότι οι κανονιστικές εκτιμήσεις δεν αξιολογούν επαρκώς το κόστος και τα οφέλη για επιχειρήσεις και πολίτες, ενώ δεν παρέχουν σαφή καθοδήγηση για την εφαρμογή των ρυθμίσεων.
Η αδυναμία αυτή εξηγεί γιατί αρκετοί νόμοι χρειάζονται γρήγορες διορθώσεις μετά την ψήφισή τους. Όταν το κράτος δεν υπολογίζει επαρκώς τις συνέπειες των ρυθμίσεων στην πραγματική οικονομία και στην καθημερινότητα, η νομοθεσία μετατρέπεται σε κινούμενη άμμο. Κανείς δεν μπορεί να σχεδιάσει με ασφάλεια πάνω σε κανόνες που αλλάζουν πριν προλάβουν να εφαρμοστούν.
Παράλληλα, η έκθεση σημειώνει ότι συνεχίζεται η πρακτική εισαγωγής πρόσθετων διατάξεων στη Βουλή ως τροπολογιών την παραμονή της ψηφοφορίας στην Ολομέλεια. Πολλές από αυτές δεν σχετίζονται με το αντικείμενο του νόμου. Τον τελευταίο χρόνο, 29 από τις 36 τροπολογίες υποβλήθηκαν την παραμονή της συζήτησης στην Ολομέλεια, έναντι 44 από τις 48 που είχαν καταγραφεί στην έκθεση του 2025.
Η εικόνα είναι σαφής. Παρότι ο αριθμός μειώνεται, η πρακτική παραμένει. Και όσο παραμένει, υπονομεύει τη διαφάνεια, τη δημόσια διαβούλευση και τον ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο. Η κατάθεση τροπολογιών την τελευταία στιγμή δημιουργεί νομοθεσία χωρίς επαρκή έλεγχο, χωρίς ουσιαστικό χρόνο μελέτης και χωρίς πραγματική λογοδοσία.
Η έκθεση της Κομισιόν αποδομεί με αριθμούς το κυβερνητικό αφήγημα περί σταθερότητας, θεσμικής κανονικότητας και επενδυτικής εμπιστοσύνης. Μόνο το 25% των εταιρειών αισθάνεται σιγουριά για την προστασία των επενδύσεων. Το 45% θεωρεί ότι η διαφθορά το εμπόδισε σε δημόσιο διαγωνισμό. Το 58% των συμβάσεων ανατέθηκε με μία μόνο προσφορά. Οι αριθμοί αυτοί δεν είναι αντιπολιτευτικά συνθήματα. Είναι ευρωπαϊκή αποτύπωση μιας χώρας που εξακολουθεί να πληρώνει ακριβά τη θεσμική της αδυναμία.
Το συμπέρασμα είναι πολιτικά βαρύ. Η ανάπτυξη δεν μπορεί να στηριχθεί σε διαφημιστικές καμπάνιες, επενδυτικά συνέδρια και κυβερνητικές δηλώσεις αυτοθαυμασμού. Χρειάζεται Δικαιοσύνη που λειτουργεί γρήγορα και ανεξάρτητα, Αρχές που εμπνέουν εμπιστοσύνη, δημόσιες συμβάσεις με πραγματικό ανταγωνισμό και νομοθεσία σταθερή, καθαρή και προβλέψιμη. Χωρίς αυτά, η Ελλάδα θα συνεχίσει να εμφανίζεται ως χώρα ευκαιριών στις παρουσιάσεις και ως χώρα ρίσκου στα στοιχεία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Πιο Δημοφιλή
Καταβολές 2,5 δισ. ευρώ σε 4,3 εκατ. δικαιούχους
Στουρνάρας: Οικονομικό θαύμα η Ελλάδα
Πιο Πρόσφατα
Φωτιά σε ράγες στο Μενίδι σταμάτησε τρένα
Βουτιά 5% στο πετρέλαιο λόγω ελπίδων για εκεχειρία