Κρίση στη Μέση Ανατολή: Η πραγματική απειλή για Ελλάδα και Κύπρο πίσω από τις υπερβολές
Η δημόσια συζήτηση των τελευταίων ημερών κατακλύστηκε από θορυβώδεις αναφορές περί «μη εμπλοκής» της Ελλάδας στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής. Η συζήτηση αυτή αναπτύχθηκε σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, με ιδιαίτερη ένταση από την πλευρά της αντιπολίτευσης και κυρίως από κύκλους της Αριστεράς. Η πραγματικότητα της διεθνούς πολιτικής επιβάλλει ορισμένες βασικές διευκρινίσεις, οι οποίες απομακρύνουν τη συζήτηση από τις υπεραπλουστεύσεις και την επαναφέρουν στο πεδίο της στρατηγικής λογικής.
Κατ’ αρχάς, η Ελλάδα δεν συμμετέχει σε κάποιον πόλεμο. Η χώρα βρίσκεται εκτός πολεμικών επιχειρήσεων, διατηρώντας τον ρόλο της ως κράτος-μέλος συμμαχιών που λειτουργούν βάσει συγκεκριμένων συμβατικών υποχρεώσεων. Η γεωπολιτική πραγματικότητα της περιοχής επιβάλλει την κατανόηση ότι η παρουσία στρατιωτικών υποδομών στο ελληνικό έδαφος αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου συμμαχικού πλαισίου που λειτουργεί εδώ και δεκαετίες.
Στο ελληνικό έδαφος λειτουργούν αμερικανικές βάσεις, με κυριότερη εκείνη της Σούδας, ενώ στην Κύπρο υφίστανται βρετανικές βάσεις. Η ύπαρξη αυτών των εγκαταστάσεων αποτελεί γνωστό στοιχείο της στρατηγικής αρχιτεκτονικής της Ανατολικής Μεσογείου. Το Ιράν έχει επανειλημμένως διακηρύξει ότι αυτές οι εγκαταστάσεις περιλαμβάνονται στους στόχους των πυραύλων και των μη επανδρωμένων αεροσκαφών του. Σε μια τέτοια συνθήκη η άμυνα στρατιωτικών υποδομών που βρίσκονται στο ελληνικό ή κυπριακό έδαφος συνιστά στοιχειώδη υποχρέωση κρατικής κυριαρχίας και δεν αποτελεί πράξη συμμετοχής σε πολεμική σύγκρουση.
Ο θόρυβος που δημιουργήθηκε γύρω από την πιθανότητα ελληνικής εμπλοκής αποδείχθηκε δυσανάλογος προς τα πραγματικά γεγονότα. Η ένταση της δημόσιας συζήτησης πυροδοτήθηκε κυρίως από την αναφορά σε ένα ιρανικό drone που έπληξε βρετανική βάση στο Ακρωτήρι προκαλώντας περιορισμένες υλικές ζημίες, καθώς και από πληροφορίες για τρία ή τέσσερα ιρανικά drones που καταρρίφθηκαν από ελληνικά F-16 και βρετανικά αεροσκάφη πάνω από τον Λίβανο. Οι βρετανικές αρχές διέψευσαν την τελευταία πληροφορία, γεγονός που αναδεικνύει το μέγεθος της υπερβολής που κυριάρχησε στον δημόσιο διάλογο.
Η διάσταση της κυπριακής ασφάλειας προσθέτει έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα στη συζήτηση. Από τη στιγμή που σημειώθηκε επίθεση στην Κύπρο, ακόμη κι αν αυτή αφορούσε βρετανικές βάσεις που δεν αποτελούν τυπικά κυπριακή ή ευρωπαϊκή επικράτεια, η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει συμβατική υποχρέωση συνδρομής προς ένα κράτος-μέλος που δέχεται επίθεση. Η Ελλάδα διαθέτει επιπλέον έναν ιδιαίτερο θεσμικό ρόλο ως εγγυήτρια δύναμη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η έννοια της συμμαχικής αλληλεγγύης χάνει κάθε νόημα όταν επικαλείται κανείς την ανάγκη στήριξης της Κύπρου απέναντι στην Τουρκία και ταυτόχρονα αρνείται κάθε μορφή συνδρομής όταν η απειλή προέρχεται από διαφορετική κατεύθυνση.
Η ρητορική περί «μη εμπλοκής» εμφανίζεται με ιδιαίτερη ένταση από την πλευρά της Τουρκίας, μιας χώρας που τα τελευταία χρόνια έχει αναπτύξει ενεργό στρατιωτική παρουσία σε πολλαπλά μέτωπα. Η τουρκική εμπλοκή στη Συρία, στη Λιβύη, στη Σομαλία και σε άλλες περιοχές συνιστά μια πραγματικότητα που δεν επιτρέπει την παρουσίαση της Άγκυρας ως υπέρμαχου της αποχής από στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η αντίδραση της τουρκικής ηγεσίας σχετίζεται με τη μεταβολή των συσχετισμών ισχύος στην περιοχή και με την ενίσχυση του ρόλου του Ισραήλ μετά τις επιχειρήσεις εναντίον του ιρανικού καθεστώτος.
Η ευρωπαϊκή στάση απέναντι στις εξελίξεις αποκάλυψε για ακόμη μία φορά τις αδυναμίες της ευρωπαϊκής στρατηγικής συνοχής. Οι κυβερνήσεις των μεγάλων κρατών κινήθηκαν μέσα σε ένα κλίμα αντιφατικών δηλώσεων και δισταγμών. Η Γερμανία εξέφρασε αρχικά στήριξη προς το Ισραήλ, ακολούθησαν επικρίσεις προς τον Ντόναλντ Τραμπ, επανήλθε η αναφορά στη συμμαχική υποχρέωση του ΝΑΤΟ και τελικά αποφασίστηκε η αποστολή πολεμικού πλοίου στην περιοχή. Η Γαλλία κινήθηκε σε παρόμοια κατεύθυνση με μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα, ενώ η Ιταλία διατήρησε χαμηλότερους τόνους χωρίς να αποφεύγει τη συμμετοχή. Η Ισπανία επέλεξε την οδό της δημόσιας αντιπαράθεσης με την Ουάσιγκτον, πριν προχωρήσει επίσης σε αποστολή ναυτικής μονάδας, δημιουργώντας ένα σκηνικό ευρωπαϊκής αμηχανίας που θυμίζει περισσότερο πολιτικό νηπιαγωγείο παρά στρατηγική ένωση κρατών.
Την ίδια στιγμή τα δυτικά μέσα ενημέρωσης πλημμύρισαν από προβλέψεις για γενικευμένη σύγκρουση, ενεργειακή κρίση και κατάρρευση των διεθνών αγορών. Η πραγματικότητα των πρώτων ημερών των συγκρούσεων κινήθηκε σε διαφορετική κατεύθυνση. Τα διεθνή χρηματιστήρια κατέγραψαν περιορισμένες μεταβολές, με τον Dow Jones και τον S&P-500 να σημειώνουν μικρή πτώση και τον Nasdaq να επανέρχεται σε θετικό έδαφος. Η τιμή του πετρελαίου κινήθηκε ανοδικά κατά περίπου δέκα έως δεκαπέντε δολάρια, ενώ ο χρυσός, που ήδη βρισκόταν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, κατέγραψε μικρή άνοδο πριν υποχωρήσει.
Οι στρατιωτικές απώλειες στις χώρες της συμμαχικής πλευράς παραμένουν περιορισμένες. Μέχρι στιγμής έχουν καταγραφεί 27 νεκροί σε δέκα διαφορετικές χώρες. Στο Ιράν οι απώλειες είναι σημαντικά μεγαλύτερες και επικεντρώνονται κυρίως στην πολιτικοστρατιωτική ηγεσία του καθεστώτος. Οι ιρανικές επιθέσεις με πυραύλους και drones αποδείχθηκαν λιγότερο καταστροφικές από τις αρχικές εκτιμήσεις. Τέσσερα τάνκερ υπέστησαν ζημιές χωρίς να βυθιστεί κανένα, ενεργειακές εγκαταστάσεις επλήγησαν σε περιορισμένη κλίμακα και ορισμένες αμερικανικές βάσεις στον Περσικό Κόλπο δέχθηκαν πλήγματα χωρίς σοβαρές συνέπειες για τις συμμαχικές δυνάμεις. Αντίθετα σημαντικό μέρος του ιρανικού ναυτικού, της αντιαεροπορικής άμυνας και των συστημάτων εκτόξευσης πυραύλων έχει καταστραφεί.
Η ένταση των ιρανικών επιθέσεων εμφανίζει ήδη φθίνουσα πορεία τόσο στον αριθμό πυραύλων όσο και στη χρήση drones, στοιχείο που ενισχύει την εκτίμηση ότι η διάρκεια της σύγκρουσης ενδέχεται να αποδειχθεί περιορισμένη. Στο γεωπολιτικό επίπεδο παρατηρείται ένα πρωτοφανές φαινόμενο: πολλές αραβικές χώρες της περιοχής εμφανίζονται να συντάσσονται με το Ισραήλ. Τα κράτη του Κόλπου αντιμετωπίζουν το ιρανικό καθεστώς ως μεγαλύτερη απειλή για τη δική τους ασφάλεια και βλέπουν ευνοϊκά την προοπτική μιας βαθιάς αποδυνάμωσής του.
Η αμερικανική στρατηγική υπό τον Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να έχει προκαλέσει ρήγματα στο μπλοκ του ευρασιατισμού που μέχρι πρόσφατα προβαλλόταν ως αντίβαρο στη Δύση. Πολλές χώρες της περιοχής έχουν στραφεί εναντίον της Τεχεράνης, ενώ η Ρωσία και η Κίνα περιορίζονται σε τυπικές διπλωματικές αντιδράσεις χωρίς ουσιαστική παρέμβαση. Η Κίνα βρίσκεται αντιμέτωπη με την απώλεια δύο βασικών πηγών ενεργειακού εφοδιασμού, του Ιράν και της Βενεζουέλας, γεγονός που αυξάνει τη σημασία της Ρωσίας ως κύριου προμηθευτή.
Το βασικό ερώτημα που παραμένει αφορά τη δυνατότητα μεταβολής του ιρανικού καθεστώτος χωρίς στρατιωτική εισβολή. Η Ουάσιγκτον δεν εμφανίζεται να επιδιώκει πρωτίστως μια βίαιη ανατροπή, ενώ μια σταδιακή μετατόπιση του καθεστώτος προς πιο μετριοπαθείς θέσεις θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τους βασικούς στόχους της αμερικανικής πολιτικής: την εγκατάλειψη του πυρηνικού προγράμματος και τη μείωση του πυραυλικού οπλοστασίου. Η εσωτερική αποσταθεροποίηση του καθεστώτος, η οποία έχει ήδη προκαλέσει μεγάλες εξεγέρσεις τα τελευταία χρόνια, ενδέχεται να συνδυαστεί με εξωτερικές πιέσεις και να δημιουργήσει συνθήκες βαθύτερης πολιτικής μεταβολής.
Στο παρασκήνιο αναφέρονται ήδη συζητήσεις για πιθανή κινητοποίηση κουρδικών δυνάμεων στο βορειοδυτικό Ιράν, σε συνεργασία με Κούρδους του Ιράκ. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο προκαλεί έντονη ανησυχία στην Τουρκία, η οποία φοβάται την ενίσχυση του κουρδικού παράγοντα στην ευρύτερη περιοχή.
Στο ελληνικό πεδίο η κρίση προκάλεσε κινήσεις στρατιωτικής παρουσίας με την αποστολή των φρεγατών «Κίμων» και «Ψαρά» καθώς και έξι μαχητικών F-16 στην Κύπρο, μαζί με την ανάπτυξη συστημάτων Patriot στην Κάρπαθο. Οι κινήσεις αυτές εντάσσονται στο πλαίσιο μιας προσωρινής ενίσχυσης της αποτρεπτικής ισχύος όσο διαρκεί η ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η πραγματική πρόκληση για την ελληνική στρατηγική θα εμφανιστεί την επόμενη ημέρα της κρίσης. Η ελληνική πολιτική οφείλει να απαντήσει σε θεμελιώδη ερωτήματα που σχετίζονται με την αποδοχή ή την αμφισβήτηση των τουρκικών τετελεσμένων στο Αιγαίο, με την απαγόρευση πόντισης ενεργειακών καλωδίων νότια της Κάσου και με τη συνολική στρατηγική απέναντι στη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα συχνά κινείται ανάμεσα σε δύο αντίθετες στάσεις: από τη μία πλευρά εμφανίζονται φωνές που ζητούν πλήρη αποχή από κάθε διεθνή εμπλοκή, ενώ από την άλλη καλλιεργείται ένας επιφανειακός πατριωτισμός που εκδηλώνεται μόνο όταν οι κρίσεις εκτυλίσσονται μακριά από την ελληνική επικράτεια. Η πολιτική πραγματικότητα δείχνει ότι ένα κράτος που επιθυμεί να απουσιάζει από κάθε συμμαχία και από κάθε διεθνή ευθύνη οδηγείται τελικά σε στρατηγική ανυπαρξία. Η εικόνα θυμίζει τη στρουθοκάμηλο που κρύβει το κεφάλι της στο έδαφος πιστεύοντας ότι ο κίνδυνος παύει να υπάρχει.
Κι όσοι “προστατεύουν” την Κύπρο από το μακρινό Ιράν, ενώ δεν μπορούν να προστατέψουν την Κύπρο – ούτε την Κάσο – από τη διπλανή Τουρκία, θυμίζουν ακριβώς το ίδιο.
Ίσως και χειρότερο.
Πιο Δημοφιλή
CovidJustice.org: Γιατί ζητείται τώρα επίσημη καταδίκη της εποχής των lockdown
Η «κληρονομική δημοκρατία» και η σκιά μιας οικογένειας πάνω στους θεσμούς
Aλυτρωτικό παραλήρημα στα σχολικά βιβλία της Aλβανίας
Πιο Πρόσφατα