Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΥΚΡΑΤΗΣ

ΟΥΡΣΟΥΛΑ

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ

Το τουρκολιβυκό μνημόνιο, τα «ήρεμα νερά», οι απαιτήσεις της Άγκυρας και το μεγάλο ερώτημα: μέχρι πού υποχωρεί η αποκλιμάκωση και από πού αρχίζει η άσκηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων;

Γράφει: ο Νίκος Κυριακάκης

Η κύρωση έγινε. Τώρα, κυρώσεις θα δούμε;

Η Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης προχώρησε στις 20 Οκτωβρίου στην έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου του 2019, δίνοντας στην Άγκυρα ένα ακόμη πολιτικό εργαλείο για να επαναφέρει με μεγαλύτερη ένταση τις διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Και κάπου εδώ πρέπει να σταματήσουμε να κοιτάμε μόνο τι μηχανεύεται η Τουρκία και να αρχίσουμε να εξετάζουμε τι ακριβώς κάνει η Ελλάδα.

Διότι για την Άγκυρα τα πράγματα είναι λίγο-πολύ γνωστά. Διεκδικεί. Πιέζει. Αμφισβητεί. Δημιουργεί τετελεσμένα και, όταν δεν μπορεί να τα δημιουργήσει επί του πεδίου, επιχειρεί να τα δημιουργήσει στο επίπεδο της διπλωματίας και της πολιτικής.

Το ερώτημα είναι τι κάνουμε εμείς.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη διατυπώσει εδώ και χρόνια ξεκάθαρη θέση: το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη. Αυτή είναι επίσημη ευρωπαϊκή θέση, όχι ελληνική ερμηνεία.

Η Κάγια Κάλας επανέλαβε και σήμερα, 21 Οκτωβρίου, στον ίδιο τον Χακάν Φιντάν ότι το μνημόνιο παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων χωρών.

Ωραία.

Και λοιπόν;

Οι δηλώσεις στήριξης είναι απαραίτητες. Δεν είναι όμως κυρώσεις. Δεν είναι πολιτικό κόστος για την Άγκυρα. Και, κυρίως, δεν είναι άσκηση ελληνικών δικαιωμάτων επί του πεδίου.

Την ίδια ώρα, ο Χακάν Φιντάν μάς λέει ότι η Τουρκία δεν έχει, λέει, αντίρρηση για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, αλλά θέλει γραπτή ενημέρωση για τις έρευνες και τις συντεταγμένες, ώστε να μη μεταβληθεί το υφιστάμενο «status quo».

Συγγνώμη, αλλά εδώ αρχίζουν τα σοβαρά ερωτήματα.

Από πότε η Ελλάδα οφείλει να ζητεί την πολιτική έγκριση της Τουρκίας προκειμένου να προχωρήσει ένα ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ενεργειακό έργο;

Από πότε η Άγκυρα απέκτησε δικαίωμα να καθορίζει ποιο «status quo» επιτρέπεται να μεταβληθεί και ποιο όχι;

Και κυρίως: εάν η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι ελληνικές θέσεις εδράζονται στο Διεθνές Δίκαιο, τότε γιατί εμφανίζεται τόσο φοβισμένη απέναντι στην πιθανότητα τουρκικής αντίδρασης;

Δεν λέει κανείς να οδηγηθεί η χώρα σε θερμό επεισόδιο. Δεν λέει κανείς ότι η εξωτερική πολιτική ασκείται με κραυγές και λεονταρισμούς.

Αλλά άλλο πράγμα η ψυχραιμία και άλλο η αυτοσυγκράτηση που καταλήγει σε ακινησία.

Άλλο η διπλωματία και άλλο να αρχίζεις να συμπεριφέρεσαι σαν να χρειάζεσαι την άδεια εκείνου που αμφισβητεί τα δικαιώματά σου.

Τα περί «ήρεμων νερών» έχουν κάποια στιγμή και ένα όριο.

Γιατί ήρεμα νερά δεν σημαίνει να είναι ήρεμος μόνο εκείνος που διεκδικεί και ακίνητος εκείνος που αμύνεται.

Η Τουρκία έχει κάθε δικαίωμα να λέει ό,τι θέλει. Να καταθέτει τις θέσεις της. Να διεκδικεί. Να απειλεί πολιτικά. Να προσπαθεί να δημιουργήσει συμμαχίες.

Το ίδιο όμως δικαίωμα —και πολύ περισσότερο την υποχρέωση— έχει και η Ελλάδα να υπερασπίζεται στην πράξη όσα υποστηρίζει ότι της ανήκουν.

Προχώρα λοιπόν το καλώδιο, κύριε Μητσοτάκη.

Με την απαραίτητη διπλωματική προετοιμασία. Με ευρωπαϊκή κάλυψη. Με σοβαρότητα. Με σχέδιο. Με αποτροπή.

Αλλά προχώρα.

Διότι υπάρχει και μία απλή ερώτηση:

Αν κάθε φορά που η Τουρκία εκφράζει αντίρρηση η Ελλάδα σταματά, αναβάλλει ή επανασχεδιάζει, τότε ποιος τελικά δημιουργεί τετελεσμένα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο;

Η Ελλάδα ή η Τουρκία;

Και υπάρχει ακόμη ένα ζήτημα, το οποίο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ούτε συνωμοσιολογικά ούτε αφελώς.

Οι συναντήσεις Μητσοτάκη–Ερντογάν πίσω από κλειστές πόρτες δεν αποτελούν από μόνες τους κάτι ύποπτο. Η διπλωματία συχνά απαιτεί ιδιωτικές συνομιλίες. Ήδη από το 2019 ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωνε ότι επιδίωκε τον διάλογο με τον Τούρκο Πρόεδρο, ενώ μετά τη συνάντησή τους τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους είχε ανακοινώσει ότι καταγράφηκαν οι διαφωνίες και συμφωνήθηκε η συνέχιση του διαλόγου για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης.

Από αυτό όμως μέχρι να μιλήσει κάποιος για «μυστικές συμφωνίες» ή ακόμη περισσότερο για «προδοσία» υπάρχει τεράστια απόσταση.

Χρειάζονται αποδείξεις.

Και τέτοιες αποδείξεις, μέχρι σήμερα, δεν έχουν παρουσιαστεί δημόσια.

Υπάρχει όμως ένα απολύτως θεμιτό πολιτικό και δημοσιογραφικό ερώτημα:

Τι ακριβώς έχει συμφωνηθεί ως πλαίσιο διαχείρισης των ελληνοτουρκικών διαφορών;

Ποιες δεσμεύσεις έχουν αναληφθεί;

Υπάρχουν κόκκινες γραμμές;

Και, κυρίως, μέχρι πού φτάνει η πολιτική των «ήρεμων νερών»;

Γιατί η διαφάνεια στα εθνικά ζητήματα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι υποχρέωση.

Ο ελληνικός λαός έχει αποδείξει πολλές φορές ότι έχει ψυχή.

Το πραγματικό ερώτημα σήμερα είναι διαφορετικό:

Η πολιτική ηγεσία έχει την πολιτική βούληση να χρησιμοποιήσει όλα τα διπλωματικά, νομικά και ευρωπαϊκά εργαλεία που διαθέτει;

Και αφού η Ευρώπη δηλώνει ότι είναι στο πλευρό μας, μήπως ήρθε η ώρα να το αποδείξει όχι μόνο με ανακοινώσεις αλλά και με πράξεις;

Γιατί την κύρωση την είδαμε.

Τις κυρώσεις θα τις δούμε;