12 Αυγούστου 2026

Λέκκας για Κολομβία: Φόβοι για βαριές απώλειες – Η σύγκριση με τον σεισμό της Ρόδου

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των Ελλήνων σεισμολόγων βρέθηκε ο ισχυρός σεισμός που έπληξε την Κολομβία, καθώς τα γεωφυσικά χαρακτηριστικά του παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες με μία μεγάλη σεισμική δόνηση που είχε σημειωθεί στην Ελλάδα πριν από έναν αιώνα.

Ο σεισμολόγος Γεράσιμος Παπαδόπουλος, με ανάρτησή του στα κοινωνικά δίκτυα, υπενθύμισε τον ιστορικό σεισμό της 26ης Ιουνίου 1926, ο οποίος είχε επίκεντρο βορειοδυτικά της Ρόδου και, σύμφωνα με επιστημονική μελέτη των Ambraseys και Adams του 1998, είχε μέγεθος 7,4 και εστιακό βάθος περίπου 115 χιλιομέτρων.

Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά είναι, όπως σημειώνει, ουσιαστικά αντίστοιχα με εκείνα της σεισμικής δόνησης στην Κολομβία.

Ο σεισμός του 1926 έγινε αισθητός σε μια τεράστια γεωγραφική έκταση. Προκάλεσε σημαντικές ζημιές στη Ρόδο, την Κρήτη και τη νοτιοδυτική Τουρκία, ενώ η δόνηση καταγράφηκε αισθητά ακόμη και στην Αλεξάνδρεια, στο Κάιρο και σε άλλες περιοχές της Μέσης Ανατολής.

Παρά την ευρύτατη διάδοση της σεισμικής ενέργειας, οι ανθρώπινες απώλειες ήταν περιορισμένες, με λίγα θύματα να καταγράφονται στην Αίγυπτο, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται ο Γεράσιμος Παπαδόπουλος.

Οι ομοιότητες με τον μεγάλο σεισμό του 1926

Ο Έλληνας σεισμολόγος επισημαίνει ότι η σύγκριση των δύο γεγονότων είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα από γεωφυσική άποψη, καθώς τόσο το μέγεθος όσο και το εστιακό βάθος εμφανίζονται σχεδόν ταυτόσημα.

Ωστόσο, οι συνέπειές τους είναι διαφορετικές, γεγονός που αποδίδεται σε δύο βασικούς παράγοντες.

Ο πρώτος είναι ότι ο σεισμός του 1926 ήταν υποθαλάσσιος. Ο δεύτερος αφορά τις τεράστιες διαφορές στο δομημένο περιβάλλον των περιοχών που επηρεάστηκαν.

Η ένταση ενός σεισμού από μόνη της δεν αρκεί για να προσδιορίσει το μέγεθος μιας καταστροφής. Η θέση της εστίας, το βάθος, η απόσταση των κατοικημένων περιοχών από το επίκεντρο, τα χαρακτηριστικά του εδάφους και κυρίως η ποιότητα και η ανθεκτικότητα των κατασκευών καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις πραγματικές επιπτώσεις.

Ο Παπαδόπουλος υπογραμμίζει ότι ανάλογοι ισχυροί σεισμοί είναι βέβαιο ότι θα σημειωθούν ξανά στο μέλλον και για τον λόγο αυτό θεωρεί καθοριστική την έγκαιρη προετοιμασία.

Η αντισεισμική θωράκιση, η ανθεκτικότητα των κτιρίων και η ενημέρωση του πληθυσμού αποτελούν τους βασικότερους μηχανισμούς περιορισμού των συνεπειών ενός μεγάλου σεισμού.

Στην ανάρτησή του ο σεισμολόγος παρουσίασε επίσης ιστορική καταγραφή του σεισμού του 1926 από σεισμογράφο στη Ζυρίχη, καθώς και χάρτη με τις περιοχές στις οποίες η δόνηση είχε γίνει περισσότερο αισθητή.

Η τεράστια γεωγραφική έκταση μέσα στην οποία καταγράφηκε ο σεισμός αποτελεί χαρακτηριστικό των βαθύτερων σεισμικών γεγονότων, καθώς η ενέργειά τους μπορεί να διαδοθεί σε πολύ μεγαλύτερες αποστάσεις.

Λέκκας: Πολύ βαριές μπορεί να είναι οι συνέπειες στην Κολομβία

Ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για τις επιπτώσεις του σεισμού στην Κολομβία παρουσίασε και ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ, Ευθύμιος Λέκκας.

Μιλώντας το πρωί της Τετάρτης 12 Αυγούστου στο ΕΡΤnews, εκτίμησε ότι ο αριθμός των θυμάτων ενδέχεται να αυξηθεί σημαντικά, σημειώνοντας ότι, με βάση μοντέλα αποτίμησης σεισμικών καταστροφών και τα μέχρι στιγμής δεδομένα, οι ανθρώπινες απώλειες θα μπορούσαν να φτάσουν ακόμη και σε πολύ υψηλά επίπεδα.

Ο ίδιος ανέφερε ως ενδεχόμενο ακόμη και αριθμό της τάξης των 1.000 νεκρών, διευκρινίζοντας ουσιαστικά ότι πρόκειται για εκτίμηση και όχι για επιβεβαιωμένο απολογισμό.

Ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ συνέδεσε τη σοβαρότητα της κατάστασης κυρίως με τον μεγάλο αριθμό κτιρίων που έχουν υποστεί εκτεταμένες βλάβες ή έχουν καταρρεύσει.

Όπως εξήγησε, οι πρώτοι επίσημοι αριθμοί θυμάτων σε μεγάλες σεισμικές καταστροφές συχνά μεταβάλλονται, επειδή τα σωστικά συνεργεία συνεχίζουν τις έρευνες στα ερείπια και η πλήρης εικόνα μπορεί να καθυστερήσει να αποσαφηνιστεί.

Ο Λέκκας αναφέρθηκε επίσης στα μοντέλα που χρησιμοποιούνται διεθνώς για την εκτίμηση των συνεπειών μεγάλων σεισμών. Τα συστήματα αυτά μπορούν να παράγουν προβλέψεις για πιθανές ανθρώπινες απώλειες, αριθμό τραυματιών και οικονομικές ζημιές, με βάση το μέγεθος της δόνησης, το εστιακό βάθος, την έκταση της σεισμικής έντασης και την τρωτότητα των κατασκευών.

Όπως σημείωσε, αντίστοιχα μοντέλα χρησιμοποιούνται και από το Αμερικανικό Γεωλογικό Ινστιτούτο (USGS) και αρκετές φορές οι αρχικές εκτιμήσεις τους προσεγγίζουν την εικόνα που προκύπτει αργότερα από τα πραγματικά δεδομένα.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί ο αριθμός των κτιρίων που έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές, καθώς οι συνέπειες μιας τέτοιας καταστροφής δεν περιορίζονται στις ανθρώπινες απώλειες αλλά επεκτείνονται στις υποδομές και στην οικονομική λειτουργία των πληγεισών περιοχών.

Ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ εξέφρασε παράλληλα την ελπίδα ότι οι επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης θα επιτρέψουν τον εντοπισμό και τον απεγκλωβισμό όσο το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων.

Ο Ευθύμιος Λέκκας έκανε επίσης σύγκριση του σεισμού της Κολομβίας με μεγάλη σεισμική δόνηση που είχε σημειωθεί στη Βενεζουέλα, επισημαίνοντας ότι, παρότι πρόκειται για διαφορετικά γεγονότα, παρουσιάζονται ορισμένες ομοιότητες στον τρόπο με τον οποίο επηρεάστηκαν οι κατασκευές.

Κοινό χαρακτηριστικό, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν η εμφάνιση σοβαρών βλαβών σε ψηλά κτίρια ακόμη και σε σημαντικές αποστάσεις από το επίκεντρο.

Η μεγάλη διαφοροποίηση εντοπίζεται στο εστιακό βάθος. Ο σεισμός της Βενεζουέλας ήταν επιφανειακός, ενώ εκείνος της Κολομβίας χαρακτηρίζεται βαθύς.

Το μεγαλύτερο εστιακό βάθος επιτρέπει στη σεισμική ενέργεια να γίνει αισθητή σε πολύ μεγαλύτερη γεωγραφική περιοχή, ενώ μπορεί να προκαλέσει διαφορετική συμπεριφορά στα ψηλά και περισσότερο ευάλωτα κτίρια.

Ο Λέκκας σημείωσε ακόμη ότι η θέση του σεισμικού γεγονότος κάτω από την ευρύτερη περιοχή του Κάλι αποτελεί σημαντική παράμετρο για την κατανόηση της κατανομής των ζημιών.

Η σύγκριση με τον σεισμό της Ρόδου του 1926 επαναφέρει ένα σταθερό μήνυμα της σεισμολογικής κοινότητας: σεισμοί μεγάλου μεγέθους και μεγάλου εστιακού βάθους έχουν συμβεί στο παρελθόν και θα συμβούν ξανά. Η έκταση μιας καταστροφής εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο ανθεκτικό είναι το δομημένο περιβάλλον και πόσο προετοιμασμένη βρίσκεται μια κοινωνία πριν εκδηλωθεί το φαινόμενο.