18 Ιουλίου 2026

Λετονός πρωθυπουργός κατά Ελλάδας: «Χρήματα ή ειρήνη;»

Σφοδρή κριτική κατά των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων που εμποδίζουν την έγκριση του 21ου πακέτου κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Ρωσίας άσκησε ο νέος πρωθυπουργός της Λετονίας, Άντρις Κούλμπεργκς, με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία να βρίσκονται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης.

Ο Κούλμπεργκς ανέλαβε την πρωθυπουργία το 2026, μετά την κατάρρευση του προηγούμενου κυβερνητικού συνασπισμού εξαιτίας των χειρισμών γύρω από αδέσποτα ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη που είχαν εισέλθει στον λετονικό εναέριο χώρο. Η νέα κυβέρνησή του εμφανίζεται ιδιαίτερα σκληρή απέναντι στη Μόσχα και ζητά αυστηρότερη ευρωπαϊκή στάση στο μέτωπο της Ουκρανίας.

Το υπό συζήτηση πακέτο προβλέπει την προσθήκη περίπου 250 προσώπων και οντοτήτων στους καταλόγους κυρώσεων, καθώς και αυστηρότερους περιορισμούς στις ρωσικές εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου και στον λεγόμενο «σκιώδη στόλο» δεξαμενόπλοιων.

Οι διαπραγματεύσεις δεν οδήγησαν σε συμφωνία, καθώς η Ελλάδα, η Αυστρία και άλλα κράτη-μέλη εξέφρασαν αντιρρήσεις για διαφορετικές πτυχές των μέτρων. Οι συνομιλίες μετατέθηκαν για τις 23 Ιουλίου, ενώ προσωρινά διατηρήθηκε αμετάβλητο το ανώτατο όριο τιμής για το ρωσικό πετρέλαιο.

«Θέλετε χρήματα ή ειρήνη;»

Μιλώντας στο Reuters, ο Λετονός πρωθυπουργός υποστήριξε ότι οι χώρες που εξακολουθούν να αποκομίζουν μεγάλα οικονομικά οφέλη από συναλλαγές συνδεδεμένες με τη Ρωσία συμβάλλουν στην τροφοδότηση της πολεμικής της μηχανής.

Ο Κούλμπεργκς χαρακτήρισε την άσκηση βέτο σε τμήματα του πακέτου πράξη που συνεπάγεται πολιτική ευθύνη για τους θανάτους Ουκρανών στρατιωτών και αμάχων. Όπως ανέφερε, η απουσία αποτελεσματικής δράσης απέναντι στα ρωσικά δεξαμενόπλοια και στις πωλήσεις LNG διατηρεί ανοιχτές κρίσιμες πηγές χρηματοδότησης της Μόσχας.

«Θέλετε να βγάλετε χρήματα ή θέλετε ειρήνη; Δεν μπορείτε να έχετε και τα δύο», δήλωσε, ασκώντας ευθεία πίεση στις κυβερνήσεις που επικαλούνται οικονομικές επιπτώσεις για να περιορίσουν το εύρος των κυρώσεων.

Η παρέμβασή του ανέδειξε το βαθύ ρήγμα στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι χώρες της Βαλτικής και της Ανατολικής Ευρώπης ζητούν πλήρη οικονομική απομόνωση της Ρωσίας, ενώ κράτη με σημαντικά ενεργειακά, ναυτιλιακά ή βιομηχανικά συμφέροντα προειδοποιούν ότι ορισμένα μέτρα μπορεί να πλήξουν δυσανάλογα τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.

Οι ελληνικές αντιρρήσεις για το ρωσικό LNG

Η Αθήνα έχει εκφράσει αντιρρήσεις στην προτεινόμενη απαγόρευση μεταφοράς ρωσικού LNG από ευρωπαϊκές επιχειρήσεις προς τρίτες χώρες. Η ελληνική πλευρά υποστηρίζει ότι ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να εκχωρήσει σημαντικό μερίδιο της διεθνούς αγοράς σε ανταγωνιστές εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η Ιαπωνία.

Το ζήτημα αφορά άμεσα την ελληνική ναυτιλία, η οποία κατέχει ισχυρή θέση στην παγκόσμια αγορά μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη Dynagas, εταιρεία ελληνικών συμφερόντων με εξειδικευμένα πλοία που συμμετέχουν στη μεταφορά φορτίων από το ρωσικό έργο Yamal LNG.

Ελληνικές κυβερνητικές πηγές υποστηρίζουν ότι οι κυρώσεις πρέπει να προκαλούν πραγματική οικονομική ζημιά στη Ρωσία, χωρίς να οδηγούν στην απώλεια ολόκληρων κλάδων δραστηριότητας από τις ευρωπαϊκές εταιρείες προς τρίτες χώρες. Η θέση αυτή παρουσιάζεται από την Αθήνα ως προσπάθεια προστασίας της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης.

Η κριτική που δέχεται η ελληνική κυβέρνηση είναι ότι, πίσω από την επίκληση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, προστατεύονται συγκεκριμένα ναυτιλιακά συμφέροντα τα οποία εξακολουθούν να συνδέονται με τη διακίνηση ρωσικής ενέργειας. Η διαφωνία αποκτά έτσι έντονη πολιτική διάσταση, καθώς συγκρούονται η οικονομική προστασία ενός ισχυρού κλάδου και η απαίτηση για ενιαία πίεση προς τη Μόσχα.

Η Βουλγαρία έχει διατυπώσει διαφορετικού χαρακτήρα ενστάσεις. Η κυβέρνησή της έχει ζητήσει εξαιρέσεις που συνδέονται με τη λειτουργία της Lukoil, τον εφοδιασμό καυσίμων, τις προμήθειες ανταλλακτικών για το μετρό της Σόφιας και τις κυρώσεις κατά εκπροσώπων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Στο επίκεντρο των βουλγαρικών αντιρρήσεων βρέθηκαν επίσης πρόσωπα όπως ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος και παράγοντες που συνδέονται με μεγάλα ρωσικά επιχειρηματικά συμφέροντα. Η Σόφια υποστηρίζει ότι ορισμένες κυρώσεις δημιουργούν σοβαρούς οικονομικούς και κοινωνικούς κινδύνους στο εσωτερικό της χώρας.

Για τη Λετονία και τις υπόλοιπες χώρες που συνορεύουν ή βρίσκονται κοντά στη Ρωσία, οι εξαιρέσεις αυτές αποδυναμώνουν τη συνοχή της ευρωπαϊκής πολιτικής. Η θέση τους είναι ότι κάθε οικονομικό κανάλι που παραμένει ανοιχτό προσφέρει στη Μόσχα πρόσθετα έσοδα και περισσότερο χρόνο για τη συνέχιση του πολέμου.

Η σύγκρουση γύρω από το 21ο πακέτο κυρώσεων αποτυπώνει τα όρια της ευρωπαϊκής ενότητας. Οι κυβερνήσεις συμφωνούν στην ανάγκη πίεσης προς τη Ρωσία, συγκρούονται όμως μόλις τα μέτρα αγγίζουν κρίσιμα εθνικά συμφέροντα, ενεργειακές υποδομές και ισχυρούς επιχειρηματικούς κλάδους.

Η Αθήνα καλείται πλέον να εξηγήσει αν η στάση της υπηρετεί μια συνολική ευρωπαϊκή στρατηγική ή αν περιορίζεται στην προστασία συγκεκριμένων ναυτιλιακών συμφερόντων. Η τελική διαπραγμάτευση θα δείξει αν θα υπάρξει συμβιβασμός ή αν το νέο πακέτο θα παραμείνει όμηρος των διαφορετικών οικονομικών προτεραιοτήτων των κρατών-μελών.