Μαξ Μέρτεν: Η ημέρα που ο «Δήμιος της Θεσσαλονίκης» βγήκε από τη φυλακή
Στις 5 Νοεμβρίου 1959, ο Μαξ Μέρτεν εγκατέλειπε την Ελλάδα ως απελαθείς, λίγους μήνες μετά την καταδίκη του σε κάθειρξη 25 ετών για εγκλήματα της ναζιστικής Κατοχής. Η αποφυλάκιση του αποκαλούμενου «Δήμιου της Θεσσαλονίκης» αποτέλεσε κορύφωση μιας υπόθεσης στην οποία η δικαστική λογοδοσία διασταυρώθηκε με τις γερμανικές διπλωματικές πιέσεις και τις οικονομικές επιδιώξεις της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Η υπόθεση απασχόλησε έντονα την ελληνική πολιτική ζωή από το 1957 έως το 1960. Στο επίκεντρό της βρέθηκαν η ευθύνη για τη δίωξη των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, οι χειρισμοί απέναντι σε έναν καταδικασμένο εγκληματία πολέμου και οι καταγγελίες για υποχώρηση της ελληνικής κυβέρνησης στις απαιτήσεις της Δυτικής Γερμανίας.
Η τελική απομάκρυνσή του από τη χώρα, παρά τη βαριά ποινή, άφησε ανοιχτό ένα ζήτημα πολιτικής ευθύνης: τη νομοθετική παρέμβαση που επέτρεψε να διακοπεί η κράτησή του στις ελληνικές φυλακές.
Από τη ναζιστική διοίκηση της Θεσσαλονίκης στην καταδίκη
Γερμανός νομικός και ανώτερο στέλεχος της στρατιωτικής διοίκησης Κατοχής, ο Μαξ Μέρτεν έφτασε στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1942 και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Στις αρμοδιότητές του εντάχθηκε η εποπτεία μέτρων εναντίον του εβραϊκού πληθυσμού και της περιουσίας του.
Η δράση του συνδέθηκε με τη δίωξη και τον εκτοπισμό χιλιάδων Εβραίων προς τα ναζιστικά στρατόπεδα, κυρίως το Άουσβιτς. Στις ευθύνες που του αποδόθηκαν περιλαμβάνονταν επίσης η λεηλασία εβραϊκών περιουσιών και η καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου της Θεσσαλονίκης.
Μετά τη λήξη του πολέμου συνελήφθη στη Γερμανία από τις αμερικανικές αρχές. Η παράδοσή του στην Ελλάδα δεν πραγματοποιήθηκε τότε, παρά τις σχετικές προσπάθειες. Στη μεταπολεμική περίοδο επανήλθε στην επαγγελματική ζωή και εργάστηκε στο γερμανικό υπουργείο Δικαιοσύνης.
Τον Μάιο του 1957 ταξίδεψε στην Αθήνα, θεωρώντας ότι η παρουσία του δεν θα οδηγούσε σε σύλληψη. Εμφανίστηκε στο Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου για να υποστηρίξει ως μάρτυρας τον συμπατριώτη του Άρθουρ Μάισνερ, ο οποίος αντιμετώπιζε κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου.
Σε βάρος του Μέρτεν, ωστόσο, εκκρεμούσε ένταλμα από το 1946. Ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ανδρέας Τούσης, ενημερώθηκε για την παρουσία του και διέταξε τη σύλληψή του.

Κατά την κράτησή του δέχθηκε επισκέψεις Γερμανών διπλωματών και οργάνωσε την υπεράσπισή του. Μεταξύ των προσώπων που επικαλέστηκε ως μάρτυρες ήταν ο τότε υφυπουργός Εθνικής Άμυνας Γεώργιος Θεμελής και η Δοξούλα Μακρή, σύζυγος του υπουργού Εσωτερικών Δημητρίου Μακρή.
Η σύλληψη προκάλεσε άμεση κινητοποίηση της δυτικογερμανικής διπλωματίας. Ο Γερμανός πρέσβης στην Αθήνα πραγματοποίησε επανειλημμένες παρεμβάσεις στα υπουργεία Εξωτερικών και Δικαιοσύνης, επιδιώκοντας την απελευθέρωσή του.
Την ίδια περίοδο, η κυβέρνηση Καραμανλή επένδυε στην ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων με τη Βόννη. Η επίσκεψη του πρωθυπουργού και του υπουργού Εξωτερικών Ευάγγελου Αβέρωφ τον Νοέμβριο του 1958, καθώς και η οικονομική συμφωνία της 13ης Νοεμβρίου, προσέδωσαν πρόσθετη πολιτική βαρύτητα στην υπόθεση.
Η αντιπολίτευση υποστήριξε ότι η κυβέρνηση είχε δεσμευθεί απέναντι στον καγκελάριο Κόνραντ Αντενάουερ να αναστείλει τις διώξεις Γερμανών εγκληματιών πολέμου και να επιτρέψει την επιστροφή του Μέρτεν. Οι καταγγελίες εντάθηκαν όταν, στις αρχές του 1959, συζητήθηκε στη Βουλή νομοσχέδιο για αναστολή διώξεων και ποινών Γερμανών υπηκόων που εμπλέκονταν σε εγκλήματα πολέμου.
Βουλευτές της αντιπολίτευσης, ανάμεσά τους ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο Ηλίας Τσιριμώκος, κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι υποχωρούσε στις γερμανικές απαιτήσεις. Αντιδράσεις εκδηλώθηκαν και σε τόπους που είχαν βιώσει τις ναζιστικές θηριωδίες, όπως τα Καλάβρυτα.
Η δίκη άρχισε στις 11 Φεβρουαρίου 1959, ενώπιον του Ειδικού Στρατοδικείου Εγκλημάτων Πολέμου στην Αθήνα. Η διαδικασία διήρκεσε περισσότερο από είκοσι ημέρες, υπό το βλέμμα ξένων δημοσιογράφων, νομικών και εκπροσώπων της εβραϊκής κοινότητας.
Στις 5 Μαρτίου 1959 το δικαστήριο ανακοίνωσε την καταδίκη του σε συνολική κάθειρξη 25 ετών. Οι πράξεις για τις οποίες κρίθηκε ένοχος περιλάμβαναν παράνομες φυλακίσεις, εγκλεισμούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, φόνους, εκτοπίσεις Εβραίων και καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου της Θεσσαλονίκης.
Η νομοθετική έξοδος από τη φυλακή και η πολιτική συνέχεια
Η καταδικαστική απόφαση δεν έκλεισε την υπόθεση. Το φθινόπωρο του 1959, η κυβέρνηση της ΕΡΕ προώθησε νέα ρύθμιση, η οποία επέτρεπε την αποφυλάκιση και απέλαση καταδικασμένων Γερμανών εγκληματιών πολέμου.
Στη Βουλή, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Παναγιώτης Κανελλόπουλος επικαλέστηκε την εμπιστοσύνη της Ελλάδας στη μεταπολεμική Γερμανία. Υποστήριξε ότι ο Μέρτεν, ο μοναδικός τότε εγκληματίας πολέμου που παρέμενε στις ελληνικές φυλακές, έπρεπε να επιστρέψει στη χώρα του.
Η ρύθμιση ψηφίστηκε και στις 5 Νοεμβρίου 1959 ο Μέρτεν αποφυλακίστηκε και απελάθηκε. Η κυβερνητική επιλογή επέτρεψε την αποχώρησή του από την Ελλάδα χωρίς να εκτίσει εδώ την ποινή των 25 ετών που του είχε επιβληθεί.
Η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε κεντρικό σημείο της κριτικής προς την κυβέρνηση Καραμανλή. Η δικαστική καταδίκη για εγκλήματα της Κατοχής είχε ακολουθηθεί από πολιτική και νομοθετική παρέμβαση που οδήγησε στην απελευθέρωσή του.
Τον Σεπτέμβριο του 1960, η υπόθεση επέστρεψε με οξύτητα στη δημόσια συζήτηση. Η εφημερίδα «Ηχώ του Αμβούργου» και το περιοδικό «Der Spiegel» δημοσίευσαν ισχυρισμούς του Μέρτεν εναντίον του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Δημητρίου Μακρή και της συζύγου του.
Ο Μέρτεν τούς κατηγορούσε για συνεργασία με τις κατοχικές αρχές και για αποκόμιση ανταλλαγμάτων από εβραϊκές περιουσίες που είχαν κατασχεθεί. Οι ισχυρισμοί αυτοί προκάλεσαν σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση και διαψεύστηκαν κατηγορηματικά από την κυβέρνηση.
Η ελληνική πρεσβεία στη Βόννη χαρακτήρισε τις καταγγελίες ψευδείς και συκοφαντικές. Η αντιπολίτευση ζητούσε από τα θιγόμενα πρόσωπα να προσφύγουν στα γερμανικά δικαστήρια, ώστε οι αναφορές να εξεταστούν δικαστικά στη χώρα όπου δημοσιεύθηκαν.
Στις 7 Μαρτίου 1961, ο Μέρτεν αρνήθηκε να καταθέσει στις γερμανικές δικαστικές αρχές, επικαλούμενος έλλειψη εμπιστοσύνης προς αυτές. Στις 10 Νοεμβρίου 1961 καταδικάστηκε ερήμην για συκοφαντική δυσφήμιση σε φυλάκιση τεσσάρων ετών και χρηματική ποινή 70.000 δραχμών.
Η υπόθεση διατήρησε τη θέση της στη μεταπολεμική ιστορία ως σημείο συνάντησης της μνήμης των ναζιστικών εγκλημάτων με τη διπλωματία και τις κυβερνητικές επιλογές. Η αποφυλάκιση της 5ης Νοεμβρίου 1959 παραμένει το καθοριστικό γεγονός: ένας καταδικασμένος εγκληματίας πολέμου επέστρεψε στη Γερμανία, έπειτα από νομοθετική παρέμβαση της ελληνικής κυβέρνησης.
Πιο Δημοφιλή
Πολιτική συνενοχή και υποταγή στις εντολές της κυβέρνησης
Πιο Πρόσφατα
Πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο: Κλείνει ο σταθμός Μετρό «Πανεπιστήμιο»