Μαξίμου: Ψυχραιμία απέναντι σε Τσίπρα, Καρυστιανού και Σαμαρά με στόχο την αυτοδυναμία
Σύνοψη Άρθρου
Το Μέγαρο Μαξίμου παρακολουθεί τη νέα πολιτική αναδιάταξη με Τσίπρα, Καρυστιανού και Σαμαρά να διαμορφώνουν νέους πόλους πίεσης.
Η κυβέρνηση επιλέγει να επενδύσει στο αφήγημα της σταθερότητας, των περιοδειών και της υλοποίησης δεσμεύσεων ενόψει 2027.
Η Νέα Δημοκρατία βλέπει κατακερματισμένη αντιπολίτευση και θέτει ως μοναδικό στόχο την αυτοδυναμία, αποκλείοντας σενάρια συνεργασιών.
Με προσεκτική ψυχραιμία, αλλά και με πλήρη επίγνωση των νέων δυσκολιών, παρακολουθεί το Μέγαρο Μαξίμου τη ραγδαία αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού. Η παρουσίαση της ΕΛ.Α.Σ. από τον Αλέξη Τσίπρα, η ίδρυση του κόμματος της Μαρίας Καρυστιανού με την ονομασία «Ελπίδα για Δημοκρατία» και οι κινήσεις του Αντώνη Σαμαρά προς τη δημιουργία δικού του πολιτικού σχηματισμού διαμορφώνουν ένα περιβάλλον μεγαλύτερης ρευστότητας, το οποίο η κυβέρνηση δεν υποτιμά.
Σύμφωνα με συνεργάτες του πρωθυπουργού, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει αποφασίσει να μην παρασυρθεί σε αντιπαράθεση υψηλής τοξικότητας, όπως τη χαρακτηρίζουν στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Αντίθετα, επιλέγει να επενδύσει στη γραμμή «το είπαμε, το κάναμε και θα κάνουμε ακόμη περισσότερα», συνεχίζοντας τις περιοδείες σε όλη τη χώρα και παρουσιάζοντας το κυβερνητικό σχέδιο για την επόμενη ημέρα.
Στο Μαξίμου θεωρούν ότι η Νέα Δημοκρατία διατηρεί την πολιτική της υπεροχή όταν η δημόσια ατζέντα μεταφέρεται από τη σκανδαλολογία και τις δικαστικές υποθέσεις στα ζητήματα διακυβέρνησης, οικονομίας και σταθερότητας. Σε αυτό το πλαίσιο διαβάζουν και τη δημοσκόπηση της Real Polls, σύμφωνα με την οποία η Ν.Δ. εμφανίζεται να ανακτά δυνάμεις, ανεβαίνοντας στην πρόθεση ψήφου από το 24,6% του Απριλίου στο 27,5% τον Μάιο.
Ο Απρίλιος χαρακτηρίζεται από κυβερνητικά στελέχη ως δύσκολος μήνας για την πλειοψηφία, λόγω της δικογραφίας του ΟΠΕΚΕΠΕ και της υπόθεσης Λαζαρίδη. Η ανάκαμψη σχεδόν τριών μονάδων στη μέτρηση του Μαΐου αντιμετωπίζεται στην Πειραιώς ως ένδειξη ότι το κυβερνητικό ακροατήριο δεν έχει αποσυντεθεί και ότι η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρό πυρήνα πολιτικής κυριαρχίας.
Η ανάγνωση για Καρυστιανού, Τσίπρα και Σαμαρά
Στο νέο σκηνικό, η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να αντιμετωπίζει κάθε νέο πόλο με διαφορετική στρατηγική. Για το εγχείρημα της Μαρίας Καρυστιανού, οι γαλάζιες αναλύσεις εντοπίζουν την κύρια εκλογική δεξαμενή δεξιότερα της Ν.Δ., σε ψηφοφόρους της Ελληνικής Λύσης και της Νίκης. Παράλληλα, καταγράφονται ερείσματα σε δυσαρεστημένους της Κεντροαριστεράς και σε τμήματα του εκλογικού σώματος που αναζητούν αντισυστημική έκφραση.
Συνεργάτες του πρωθυπουργού αναγνωρίζουν ότι η κ. Καρυστιανού αναδείχθηκε συναισθηματικά μέσα από μια εθνική τραγωδία. Ωστόσο, υπογραμμίζουν ότι από τη στιγμή που περνά στην ενεργό πολιτική, θα πρέπει να αξιολογηθεί πλέον με όρους πολιτικού φορέα. Δηλαδή με βάση τις θέσεις της, το πρόγραμμα, την οικονομική τεκμηρίωση, τους συνεργάτες της και τα ερωτήματα που διατυπώνονται για πιθανές επαφές με τη Μόσχα.
Η εκτίμηση του Μαξίμου είναι ότι ο χρόνος μέχρι τις εκλογές του 2027 θα λειτουργήσει ως πραγματικός κριτής. Στην κυβέρνηση θεωρούν πως άλλο πράγμα είναι η ηθική και συναισθηματική απήχηση ενός προσώπου και άλλο η αντοχή ενός κόμματος μέσα στη σκληρή καθημερινότητα της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Για τον Αλέξη Τσίπρα, η κυβερνητική ανάγνωση είναι διαφορετική. Στο Μαξίμου θεωρούν ότι η εμφάνιση του πρώην πρωθυπουργού δεν αποτέλεσε άνοιγμα στο μέλλον, αλλά επιστροφή στο παρελθόν. Η ΕΛ.Α.Σ. αντιμετωπίζεται από τη γαλάζια πλευρά ως απόπειρα rebranding, η οποία άλλαξε το περιτύλιγμα χωρίς να αλλάξει την πολιτική ουσία.
Κυβερνητικά στελέχη υποστηρίζουν ότι ο κ. Τσίπρας επανήλθε με την ίδια, ίσως και πιο έντονη, ρητορική των διχαστικών συνθημάτων προηγούμενων ετών. Ο πρωθυπουργός σχολίασε σκωπτικά την επιλογή του ονόματος, λέγοντας ότι «το ΕΑΜ φαντάζομαι το άφησε στον κ. Πολάκη», σπεύδοντας πάντως να προσθέσει ότι σέβεται όλους τους πολιτικούς του αντιπάλους.
Στη Νέα Δημοκρατία θεωρούν ότι ο Αλέξης Τσίπρας έχει ήδη κριθεί δύο φορές: ως πρωθυπουργός και ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης στις εκλογές του 2023. Η επιστροφή του, κατά την κυβερνητική εκτίμηση, προκαλεί περισσότερο εσωτερική αναστάτωση στον χώρο της Αριστεράς παρά πραγματική απειλή για τη Ν.Δ., καθώς εντείνει τον κατακερματισμό μιας αντιπολίτευσης που ήδη δυσκολεύεται να συγκροτήσει ενιαίο αφήγημα.
Η περίπτωση του Αντώνη Σαμαρά αντιμετωπίζεται με διαφορετική προσοχή. Παρότι το κείμενο των κυβερνητικών διαρροών δεν δείχνει διάθεση δραματοποίησης, στο Μαξίμου γνωρίζουν ότι ένας πιθανός σχηματισμός στα δεξιά της Ν.Δ., με την υπογραφή πρώην πρωθυπουργού, θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετη πίεση στο συντηρητικό ακροατήριο. Γι’ αυτό και η κυβερνητική στρατηγική επιδιώκει να κρατήσει τον βασικό κορμό της παράταξης γύρω από το αίτημα της σταθερότητας.
ΠΑΣΟΚ, δεύτερη θέση και ο στόχος της αυτοδυναμίας
Ιδιαίτερη θέση στη γαλάζια στρατηγική έχει το ΠΑΣΟΚ. Στην Πειραιώς επιχειρούν μια διπλή ανάγνωση της διαδρομής του. Από τη μία πλευρά, αναγνωρίζουν ότι στις περιόδους του Ευάγγελου Βενιζέλου και της αείμνηστης Φώφης Γεννηματά το κόμμα κινήθηκε, όπως λένε, «στη σωστή πλευρά της ιστορίας», όταν η χώρα χρειάστηκε σοβαρότητα, ευθύνη και ευρωπαϊκό προσανατολισμό.
Από την άλλη, καταλογίζουν στη σημερινή ηγεσία του ΠΑΣΟΚ ότι στερείται ολοκληρωμένου προγραμματικού λόγου και κοστολογημένων προτάσεων. Κυβερνητικά στελέχη υποστηρίζουν ότι η Χαριλάου Τρικούπη υιοθετεί μέρος της ρητορικής περί συγκάλυψης και «ξυλολίων», συνυπογράφει προτάσεις δυσπιστίας μαζί με την Πλεύση Ελευθερίας και αρνείται να ψηφίσει τον Γιάννη Στουρνάρα, πρόσωπο που η Ν.Δ. συνδέει με την περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα απέφυγε την κατάρρευση.
Στο κυβερνητικό επιτελείο θεωρούν ότι η μάχη για τη δεύτερη θέση μπορεί να εξελιχθεί σε καθοριστικό παράγοντα για το μέλλον του ΠΑΣΟΚ. Εάν ο Νίκος Ανδρουλάκης χάσει τη δεύτερη θέση από έναν εκ των νέων σχηματισμών, εκτιμάται ότι η Χαριλάου Τρικούπη θα εισέλθει σε περίοδο εσωτερικής περιδίνησης, με φυγόκεντρες τάσεις και αναζήτηση νέας στρατηγικής.
Το σενάριο αυτό δεν θεωρείται απίθανο από κυβερνητικά στελέχη. Αντίθετα, εντάσσεται στην ευρύτερη εκτίμηση ότι η αντιπολίτευση, αντί να συγκροτεί έναν πειστικό εναλλακτικό πόλο εξουσίας, πολυδιασπάται σε ανταγωνιστικά εγχειρήματα που διεκδικούν διαφορετικά τμήματα της διαμαρτυρίας, της Κεντροαριστεράς, της Αριστεράς και της αντισυστημικής ψήφου.
Πάνω σε αυτό το σκηνικό στηρίζεται και η κεντρική επιλογή της Νέας Δημοκρατίας. Η αυτοδυναμία παραμένει ο μοναδικός στόχος του Κυριάκου Μητσοτάκη. Στο Μαξίμου αποκλείουν κάθε συζήτηση συνεργασίας με τον Αλέξη Τσίπρα ή με πολιτικές δυνάμεις που, κατά την κυβερνητική ανάγνωση, εκφράζουν τη λογική της «πάνω και κάτω πλατείας».
Η κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι και το 2023 η απόσταση των εκλογών από τις δημοσκοπήσεις ήταν μεγάλη, όμως ο στόχος τελικά επιτεύχθηκε. Η ίδια λογική επανέρχεται τώρα ενόψει του 2027: η Ν.Δ. θέλει να εμφανιστεί ως η μόνη δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί σταθερή διακυβέρνηση σε ένα πολιτικό περιβάλλον γεμάτο νέους σχηματισμούς, προσωπικές στρατηγικές και αντιπολιτευτικό κατακερματισμό.
Στο κυβερνητικό επιτελείο εκτιμούν ότι σε ταραγμένους καιρούς οι πολίτες αναζητούν δύο βασικά στοιχεία: σταθερότητα και προοπτική. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέλει να μεταφέρει εκεί τη μάχη των επόμενων εκλογών, θεωρώντας ότι η Νέα Δημοκρατία διατηρεί πλεονέκτημα και στα δύο πεδία. Το ερώτημα είναι αν η κυβερνητική φθορά, τα σκάνδαλα και η εμφάνιση νέων πόλων θα επιτρέψουν στη στρατηγική αυτή να λειτουργήσει ξανά με την αποτελεσματικότητα του 2023.
Πιο Δημοφιλή
Από τον Άγιο Κωνσταντίνο στη Μάχη της Κρήτης
Πιο Πρόσφατα
Long Covid: Διπλάσιος ο πραγματικός αριθμός ασθενών