13 Οκτωβρίου 2026

Marfin: Νέα ποινική δίωξη ως τρομοκρατική πράξη

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Συμπληρωματική ποινική δίωξη σε βάρος τριών κατηγορουμένων για την υπόθεση Marfin.
  • Ο δικηγόρος Κονταξής ανέλυσε τα δύο βασικά στοιχεία: απουσία σχέσης δράστη-θύματος και κίνητρο.
  • Η πράξη αξιολογείται ως τρομοκρατική λόγω διάχυσης φόβου, σύμφωνα με τον κ. Κονταξή.
  • Οι κατηγορούμενοι φέρονται να παραδέχθηκαν συμμετοχή στην πορεία· προφυλακίστηκαν.
  • Η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της ανάκρισης· ενδέχεται συμπληρωματικές απολογίες.

Η υπόθεση της Marfin επανέρχεται στο προσκήνιο της δημόσιας συζήτησης μετά την άσκηση συμπληρωματικής ποινικής δίωξης σε βάρος τριών κατηγορουμένων, μια εξέλιξη που αναλύθηκε διεξοδικά από τον δικηγόρο των οικογενειών των θυμάτων και των τραυματιών, κ. Κονταξή. Σύμφωνα με τον ίδιο, η νέα νομική προσέγγιση της υπόθεσης βασίζεται στην αξιολόγηση δύο κρίσιμων στοιχείων που προέκυψαν από τη συγκέντρωση και ανάλυση του αποδεικτικού υλικού. Το πρώτο στοιχείο αφορά την απουσία οποιασδήποτε προσωπικής γνωριμίας ή σχέσης μεταξύ των φερόμενων ως δραστών και των θυμάτων, ενώ το δεύτερο σχετίζεται άμεσα με το κίνητρο της πράξης.

Ο κ. Κονταξής εξήγησε ότι όταν μια εγκληματική ενέργεια συνδέεται με πολιτικές απόψεις ή με την αντίθεση σε ένα συγκεκριμένο σύστημα και στρέφεται εναντίον ανθρώπων που δεν έχουν καμία προσωπική σχέση με τον δράστη, τότε η πράξη αποκτά ευρύτερη κοινωνική διάσταση, προκαλώντας φόβο που εκτείνεται πέρα από τα άμεσα θύματα. «Αυτή η απόσταση μεταξύ δράστη και θύματος ουσιαστικά άγει στη διάχυση φόβου. Αυτό τυποποιεί ακριβώς την τρομοκρατική πράξη», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η συμπληρωματική δίωξη για την υπόθεση της Marfin κινείται προς την κατεύθυνση της αξιολόγησης της πράξης ως τρομοκρατικής. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι η τελική κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα των κατηγορουμένων παραμένει αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων, τα οποία θα σταθμίσουν όλα τα στοιχεία της δικογραφίας.

Τα στοιχεία που οδήγησαν στην ταυτοποίηση των κατηγορουμένων

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, τέθηκε το κρίσιμο ερώτημα σχετικά με τα στοιχεία που οδήγησαν στην ταυτοποίηση των τριών κατηγορουμένων, αρκετά χρόνια μετά τη δολοφονική επίθεση. Ο κ. Κονταξής ανέφερε ότι πραγματοποιήθηκε μια συντονισμένη και μεθοδική προσπάθεια για την ταυτοποίηση των συγκεκριμένων προσώπων, με την αξιοποίηση φωτογραφικού υλικού και μαρτυριών που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας. Παράλληλα, επισήμανε ότι τα στοιχεία της δικογραφίας παραμένουν μυστικά, γεγονός που δεν επιτρέπει τη δημοσιοποίηση όλων των λεπτομερειών που αφορούν τη διαδικασία ταυτοποίησης.

Όπως ανέφερε, οι τρεις κατηγορούμενοι φέρονται να παραδέχθηκαν ότι συμμετείχαν στην πορεία, ενώ έθεσε ερωτήματα σχετικά με το εάν κλήθηκαν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους μέσα από φωτογραφίες και ποια ήταν η στάση τους κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας. Σχολιάζοντας την προφυλάκισή τους, εξήγησε ότι η βαρύτητα της κατηγορίας από μόνη της δεν αρκεί για την επιβολή προσωρινής κράτησης. Απαιτείται να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, όπως η ύπαρξη κινδύνου φυγής ή τέλεσης νέων αδικημάτων. Όπως σημείωσε, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές έκριναν ότι συνέτρεχαν οι σχετικές προϋποθέσεις για την προφυλάκιση των κατηγορουμένων, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα της υπόθεσης και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της.

Αναφορικά με τα επόμενα βήματα, ο κ. Κονταξής εξήγησε ότι η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της ανάκρισης, κατά το οποίο συγκεντρώνεται το απαραίτητο αποδεικτικό υλικό. Όπως εκτίμησε, οι τρεις κατηγορούμενοι ενδέχεται να κληθούν σε συμπληρωματικές απολογίες, προκειμένου να εκθέσουν τις απόψεις τους σχετικά με τα νέα δεδομένα και τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Στη συνέχεια, εφόσον ολοκληρωθούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες, η υπόθεση μπορεί να οδηγηθεί στο ακροατήριο, όπου τα στοιχεία θα εξεταστούν από το δικαστήριο. Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η ύπαρξη ισχυρών ενδείξεων μπορεί να επιτρέψει τη συνέχιση της ποινικής διαδικασίας προς το ακροατήριο, ωστόσο για την καταδίκη απαιτείται διαφορετικό επίπεδο αποδεικτικής βεβαιότητας, με τις αμφιβολίες να λειτουργούν υπέρ του κατηγορουμένου.