21 Ιουλίου 2026

Marfin: Ο γρίφος των υπόπτων «9» και «12» που παραμένουν αταυτοποίητοι

Στα δύο πρόσωπα που έχουν καταγραφεί στη δικογραφία με τους αριθμούς «9» και «12» επικεντρώνεται πλέον η έρευνα για τη φονική εμπρηστική επίθεση στο υποκατάστημα της Marfin, στις 5 Μαΐου 2010, η οποία προκάλεσε τον θάνατο τριών εργαζομένων, ανάμεσά τους και μίας εγκύου.

Τα στελέχη του Τμήματος Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής επιχειρούν να συγκεντρώσουν επαρκές αποδεικτικό υλικό για τους δύο αταυτοποίητους υπόπτους, οι οποίοι φέρονται να ανήκαν στην ομάδα που κινήθηκε προς την τράπεζα και συμμετείχε στην επίθεση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, τα άτομα με τους αριθμούς «9» και «12» εξετάζονται ως εκείνα που ενδέχεται να είχαν καθοριστικό ρόλο στη ρίψη βόμβας μολότοφ και εύφλεκτου υγρού στο εσωτερικό του καταστήματος. Η φωτιά εξαπλώθηκε με μεγάλη ταχύτητα, εγκλωβίζοντας τους εργαζομένους μέσα στο κτίριο της οδού Σταδίου.

Παρά τις πολυετείς αναζητήσεις, το εκτεταμένο φωτογραφικό και βιντεοληπτικό υλικό και τις νεότερες τεχνικές ανάλυσης εικόνας, οι Αρχές δεν έχουν καταφέρει να φτάσουν σε βιομετρική ταυτοποίηση τέτοιας ισχύος που να μπορεί να στηρίξει νέες ποινικές διώξεις.

Οι δύο άνδρες παραμένουν, συνεπώς, επισήμως ύποπτοι και δεν έχουν αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου για την υπόθεση. Οι αστυνομικές εκτιμήσεις, οι μαρτυρικές περιγραφές και οι κοινωνικές τους επαφές αξιολογούνται ως ενδείξεις, οι οποίες πρέπει να συνδεθούν με συγκεκριμένα και δικαστικά αξιοποιήσιμα στοιχεία.

Οι μαρτυρίες και το φωτογραφικό αρχείο της έρευνας

Μάρτυρες που βρίσκονταν την ημέρα της επίθεσης στο βιβλιοπωλείο «Ιανός», απέναντι από την τράπεζα, καθώς και εργαζόμενοι της Marfin, περιέγραψαν τις κινήσεις των ατόμων που σημάνθηκαν με τους αριθμούς «9» και «12».

Οι καταθέσεις αποδίδουν στα δύο πρόσωπα ενεργό παρουσία στην ομάδα που πλησίασε το υποκατάστημα. Ορισμένοι μάρτυρες αναφέρθηκαν σε αντικείμενα που μεταφέρθηκαν ή παραδόθηκαν μεταξύ των δραστών λίγο πριν από την εκδήλωση της πυρκαγιάς.

Οι περιγραφές, ωστόσο, δεν επέτρεψαν ασφαλή αναγνώριση προσώπων. Οι δράστες είχαν καλυμμένα χαρακτηριστικά, ενώ η ποιότητα μέρους του διαθέσιμου οπτικού υλικού περιορίζει τη δυνατότητα εξαγωγής απόλυτων συμπερασμάτων.

Αντίστοιχο πρόβλημα διαπιστώθηκε και στις αναλύσεις των εγκληματολογικών εργαστηρίων. Οι συγκρίσεις σωματότυπου, προσώπου, ρουχισμού και αντικειμένων που έφεραν τα μέλη της ομάδας εμφάνισαν ομοιότητες, χωρίς να φτάσουν στο απαιτούμενο επίπεδο πλήρους βιομετρικής ταύτισης.

Κεντρικό ρόλο στη νέα έρευνα έχει αποκτήσει ένας εξωτερικός σκληρός δίσκος, ο οποίος αναφέρεται στη δικογραφία με την κωδική ονομασία «Π33α». Το ψηφιακό μέσο κατασχέθηκε το 2020 σε διαμέρισμα προσώπου που είχε συνδεθεί με τον Βασίλη Παλαιοκώστα.

Στο εσωτερικό του εντοπίστηκαν εκατοντάδες φωτογραφίες από την περίοδο 2008-2012. Το υλικό περιλαμβάνει στιγμιότυπα από διακοπές, εκδρομές, κοινωνικές συναντήσεις και κοινές εμφανίσεις προσώπων που είτε κατηγορούνται πλέον είτε εξακολουθούν να εξετάζονται για την επίθεση.

Οι αστυνομικοί χρησιμοποιούν τις εικόνες για να χαρτογραφήσουν τις μεταξύ τους σχέσεις και να συγκρίνουν ρούχα, σακίδια, καπέλα, γυαλιά και άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά με όσα έχουν καταγραφεί στις φωτογραφίες της 5ης Μαΐου 2010.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται σε φωτογραφία που φέρεται να τραβήχτηκε περίπου 25 ημέρες πριν από την επίθεση. Σε αυτή εμφανίζονται τρεις βασικοί ύποπτοι μαζί με ακόμη τρία πρόσωπα, μεταξύ των οποίων οι ερευνητές εξετάζουν αν περιλαμβάνονται οι άνδρες που αντιστοιχούν στους αριθμούς «9» και «12».

Η ύπαρξη κοινών φωτογραφιών δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη συμμετοχής στην επίθεση. Για τις Αρχές, όμως, μπορεί να τεκμηριώσει προγενέστερες σχέσεις και να ενισχύσει την εικόνα μιας ομάδας με σταθερές προσωπικές επαφές, αντί μιας τυχαίας συγκέντρωσης προσώπων την ημέρα των επεισοδίων.

Για τον ύποπτο «9», οι αστυνομικές εκτιμήσεις στρέφονται προς έναν 43χρονο που είχε απασχολήσει στο παρελθόν την Αντιτρομοκρατική για υπόθεση σχετιζόμενη με τον «Επαναστατικό Αγώνα».

Ο συγκεκριμένος άνδρας φέρεται να εμφανίζεται σε κοινές φωτογραφίες με πρόσωπα που ερευνώνται ή κατηγορούνται στη νέα δικογραφία. Οι Αρχές εξετάζουν εάν μπορεί να λειτουργούσε ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε διαφορετικά μέλη της ομάδας.

Ο 43χρονος είχε συλληφθεί το 2014 στον Βύρωνα, στο πλαίσιο έρευνας για γκαράζ όπου, σύμφωνα με τις τότε αστυνομικές ανακοινώσεις, είχε φυλαχθεί το παγιδευμένο όχημα που χρησιμοποιήθηκε στη βομβιστική επίθεση κατά της Τράπεζας της Ελλάδος.

Μετά τις νεότερες εξελίξεις, ο ίδιος αρνήθηκε δημόσια οποιαδήποτε εμπλοκή στην υπόθεση της Marfin. Υποστήριξε ότι οι εκτιμήσεις των Αρχών στηρίζονται σε λογισμικό σύγκρισης εικόνων και σε υποθέσεις, χωρίς να συνοδεύονται από αποδεικτικά στοιχεία.

Για το πρόσωπο με τον αριθμό «12», οι ερευνητές εξετάζουν έναν 48χρονο που ήταν γνωστός στον αντιεξουσιαστικό χώρο και είχε απασχολήσει επανειλημμένα τις Αρχές κατά τις δεκαετίες του 2000 και του 2010.

Σύμφωνα με πληροφορίες από τη δικογραφία, ο άνδρας φέρεται να διατηρούσε στενές σχέσεις τόσο με τον ύποπτο «9» όσο και με άλλο πρόσωπο που είχε κατηγορηθεί για συμμετοχή στον «Επαναστατικό Αγώνα» και αργότερα στην «Επαναστατική Αυτοάμυνα».

Οι έρευνες στα σπίτια και η αναζήτηση νέων πειστηρίων

Ιδιαίτερη βαρύτητα στην αξιολόγηση του υπόπτου «12» έχουν οι καταθέσεις δύο εργαζομένων της Marfin. Οι μάρτυρες περιέγραψαν ως έναν από τους δράστες άτομο που φορούσε μαύρο καπέλο τύπου τζόκεϊ και λευκή χειρουργική μάσκα.

Τα χαρακτηριστικά αυτά εμφανίζουν, κατά την αστυνομική εκτίμηση, ομοιότητες με εκείνα του προσώπου που έχει αριθμηθεί ως «12». Η περιγραφή δεν κρίθηκε αρκετή για πλήρη ταυτοποίηση, καθώς το πρόσωπο ήταν καλυμμένο και οι συνθήκες της επίθεσης δεν επέτρεπαν λεπτομερή παρατήρηση.

Παράλληλα με τις πρόσφατες συλλήψεις άλλων προσώπων για την υπόθεση, πραγματοποιήθηκαν έρευνες και στις κατοικίες των δύο ανδρών που οι Αρχές εξετάζουν ως πιθανούς υπόπτους «9» και «12».

Κατασχέθηκαν ηλεκτρονικοί υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα, συσκευές αποθήκευσης δεδομένων, ρούχα, σακίδια και άλλα αντικείμενα. Το υλικό έχει μεταφερθεί στα εγκληματολογικά εργαστήρια, όπου εξετάζεται για ψηφιακά ίχνη και πιθανές αντιστοιχίες με τις εικόνες από την ημέρα της επίθεσης.

Οι ερευνητές αναζητούν παλαιά αρχεία, φωτογραφίες, μηνύματα και στοιχεία επικοινωνίας που θα μπορούσαν να συνδέσουν τα εξεταζόμενα πρόσωπα με την ομάδα που καταγράφηκε στην οδό Σταδίου.

Παράλληλα, πραγματοποιούνται συγκρίσεις των κατασχεθέντων ρούχων και σακιδίων με αντικείμενα που εμφανίζονται στο φωτογραφικό υλικό της επίθεσης και σε παλαιότερες εικόνες κοινωνικών συναντήσεων.

Η ίδια μεθοδολογία χρησιμοποιήθηκε και για τα πρόσωπα σε βάρος των οποίων εκδόθηκαν ήδη εντάλματα. Η αστυνομική έρευνα βασίστηκε στην επανεξέταση παλαιών φωτογραφιών και βίντεο, στην ανάκτηση ψηφιακών δεδομένων και στη σύγκριση ιδιαίτερων χαρακτηριστικών αντικειμένων.

Οι αξιωματικοί που χειρίζονται την υπόθεση εκτιμούν ότι η ανάλυση των νέων κατασχέσεων μπορεί να προσφέρει στοιχεία ικανά να μετατρέψουν τις μέχρι σήμερα ενδείξεις σε αποδεικτικό υλικό. Μέχρι να ολοκληρωθεί η εργαστηριακή εξέταση, οι δύο άνδρες παραμένουν αταυτοποίητοι στη δικογραφία ως «9» και «12».

Η νέα έρευνα επιχειρεί, δεκαέξι χρόνια μετά τη φονική επίθεση, να αποσαφηνίσει πλήρως τη σύνθεση και τους ρόλους της ομάδας που κινήθηκε προς τη Marfin. Το κρίσιμο εμπόδιο παραμένει η σύνδεση συγκεκριμένων φυσικών προσώπων με συγκεκριμένες ενέργειες κατά τη στιγμή του εμπρησμού.

Οι Αρχές εμφανίζονται να θεωρούν ότι έχουν προσεγγίσει την ταυτότητα των δύο υπόπτων. Η απόσταση, ωστόσο, ανάμεσα σε μια αστυνομική εκτίμηση και σε μια ποινική κατηγορία παραμένει καθοριστική, καθώς απαιτούνται στοιχεία που να αντέχουν στον δικαστικό έλεγχο και να αποδεικνύουν τον ακριβή ρόλο κάθε προσώπου.