Μαζική φυγή γιατρών αδειάζει το ΕΣΥ

ΙΣΑ: Πάνω από 5.400 γιατροί μετανάστευσαν σε πέντε χρόνια

Τη βαθιά αιμορραγία του ιατρικού δυναμικού της χώρας αναδεικνύουν τα στοιχεία του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Υγείας της 7ης Απριλίου. Την ώρα που η διεθνής κοινότητα υπενθυμίζει ότι η υγεία συνιστά θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και προβάλλει τη σημασία της επιστημονικής γνώσης και της συνεργασίας, η Ελλάδα εξακολουθεί να βλέπει χιλιάδες νέους γιατρούς να αναζητούν επαγγελματική προοπτική εκτός συνόρων.

Για το 2026, το μήνυμα της Παγκόσμιας Ημέρας Υγείας, «Μαζί για την Υγεία. Με την επιστήμη», εστιάζει στην ανάγκη αξιοποίησης τεκμηριωμένων δεδομένων και αξιόπιστων επιστημονικών κατευθύνσεων, με βασικό άξονα την προσέγγιση της «Ενιαίας Υγείας», που συνδέει την ανθρώπινη υγεία με το περιβάλλον και τα ζώα. Στο εσωτερικό της χώρας, όμως, η πραγματικότητα του συστήματος υγείας σκιάζεται από τη συνεχιζόμενη έξοδο γιατρών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΣΑ για την περίοδο 2020-2025, περισσότεροι από 5.400 γιατροί έφυγαν από την Ελλάδα για να εργαστούν στο εξωτερικό. Το φαινόμενο αφορά τόσο ανειδίκευτους όσο και ειδικευμένους ιατρούς, με τη δεύτερη κατηγορία να καταγράφει σταθερά υψηλότερους αριθμούς. Η εικόνα αυτή, όπως σημειώνει ο πρόεδρος του ΙΣΑ Γιώργος Πατούλης, συνιστά σοβαρή απειλή για την αντοχή και τη μελλοντική επάρκεια του συστήματος υγείας.

Η εικόνα ανά έτος και οι χώρες προορισμού

Το 2020 εγκατέλειψαν τη χώρα 901 γιατροί, από τους οποίους 347 ήταν ανειδίκευτοι και 554 ειδικευμένοι. Πρώτη επιλογή αναδείχθηκε η Αγγλία, που απορρόφησε 428 γιατρούς, ενώ ακολούθησε η Κύπρος με 162. Το 2021 η εικόνα παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη, με 866 γιατρούς να αναχωρούν, εκ των οποίων 314 ανειδίκευτοι και 552 ειδικευμένοι. Και εκείνη τη χρονιά, η Αγγλία βρέθηκε στην κορυφή των επιλογών με 379 γιατρούς, ενώ η Κύπρος ακολούθησε με 160.

Το 2022 καταγράφηκαν 808 αποχωρήσεις, με 304 ανειδίκευτους και 504 ειδικευμένους. Η Αγγλία παρέμεινε ο βασικός προορισμός, συγκεντρώνοντας 288 γιατρούς, ενώ ακολούθησαν η Γαλλία, η Γερμανία και η Ελβετία. Ο ίδιος αριθμός, 808 γιατροί, καταγράφηκε και το 2023, με 283 ανειδίκευτους και 525 ειδικευμένους. Η Αγγλία διατήρησε και πάλι την πρώτη θέση, ενώ η Κύπρος βρέθηκε στη δεύτερη.

Το 2024 σημειώθηκε εντονότερη άνοδος, καθώς ο ΙΣΑ εξέδωσε 1.047 πιστοποιητικά για το εξωτερικό, εκ των οποίων τα 398 αφορούσαν ανειδίκευτους και τα 649 ειδικευμένους. Η Αγγλία παρέμεινε η βασική επιλογή, ενώ ακολούθησε η Κύπρος. Το 2025 καταγράφηκε μικρή υποχώρηση, με 968 γιατρούς να αποχωρούν, ωστόσο η εικόνα της διαρροής παρέμεινε βαριά, με την Αγγλία και την Κύπρο να συνεχίζουν να απορροφούν σημαντικό αριθμό επιστημόνων.

Γιατί οι γιατροί εγκαταλείπουν τη χώρα

Ο πρόεδρος του ΙΣΑ επισημαίνει ότι η έξοδος των νέων γιατρών δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο, αλλά αποτέλεσμα συσσωρευμένων αδυναμιών του ελληνικού συστήματος. Οι νέοι επιστήμονες αναζητούν συνθήκες επαγγελματικής αξιοπρέπειας, ποιοτική εκπαίδευση, ξεκάθαρη προοπτική και αμοιβές που να ανταποκρίνονται στην επιστημονική τους κατάρτιση. Σε πολλές χώρες της Ευρώπης, όπως τονίζει, συναντούν καλύτερα οργανωμένα συστήματα, σταθερό περιβάλλον και σαφέστερες προοπτικές εξέλιξης.

Κατά τον ίδιο, η Ελλάδα χάνει το πιο παραγωγικό και ελπιδοφόρο τμήμα του ιατρικού της δυναμικού. Η απώλεια αυτή δεν είναι μόνο αριθμητική. Είναι ποιοτική, καθώς αποδυναμώνει τη βάση πάνω στην οποία θα στηριχθεί το σύστημα υγείας τα επόμενα χρόνια. Η συνέχιση αυτής της τάσης απειλεί άμεσα τη λειτουργικότητα του ΕΣΥ και τη δυνατότητά του να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες της κοινωνίας.

Τα μέτρα που ζητά ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών

Ο ΙΣΑ υποστηρίζει ότι η αντιστροφή του brain drain απαιτεί στοχευμένες παρεμβάσεις και όχι γενικές διακηρύξεις. Στις βασικές προτάσεις περιλαμβάνονται η ουσιαστική βελτίωση των αμοιβών των γιατρών, ώστε η παραμονή στην Ελλάδα να αποτελεί βιώσιμη επαγγελματική επιλογή, καθώς και η οικοδόμηση ενός σύγχρονου και οργανωμένου εκπαιδευτικού πλαισίου με πλήρη εφαρμογή των rotations και διαρκή αξιολόγηση.

Ο Σύλλογος ζητεί ακόμη διεθνείς συνεργασίες με πανεπιστήμια και ιατρικούς φορείς της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών, ώστε οι νέοι γιατροί να αποκτούν εμπειρίες υψηλού επιπέδου χωρίς να αναγκάζονται να εγκαταλείπουν οριστικά τη χώρα. Παράλληλα, θέτει ως αναγκαία προϋπόθεση ένα σταθερό επαγγελματικό περιβάλλον, απαλλαγμένο από συνεχή οικονομική πίεση και αβεβαιότητα, καθώς και ένα πλαίσιο εξέλιξης που να συνδέεται με την επιστημονική πρόοδο.

Στις πάγιες διεκδικήσεις του ΙΣΑ περιλαμβάνονται επίσης η ενίσχυση των αμοιβών των γιατρών του ΕΣΥ, η αύξηση των θέσεων ειδικευομένων, η ουσιαστική βελτίωση των όρων εκπαίδευσης και εργασίας, καθώς και η άρση στρεβλώσεων όπως το clawback, που, όπως υποστηρίζει, επιβαρύνει ασφυκτικά το ιατρικό επάγγελμα. Ο ΙΣΑ τονίζει ότι το σύστημα υγείας δεν μπορεί να στηρίζεται σε παράλληλες διεξόδους για την ενίσχυση του εισοδήματος των γιατρών, αλλά σε ένα ισχυρό και λειτουργικό δημόσιο πλαίσιο.

Στόχος η μετατροπή του brain drain σε brain gain

Ο Γιώργος Πατούλης επισημαίνει ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα, το υψηλό επίπεδο του ιατρικού της δυναμικού, και υποστηρίζει ότι η χώρα μπορεί να εξελιχθεί σε διεθνές κέντρο υπηρεσιών υγείας. Στο πλαίσιο αυτό, ο ΙΣΑ επενδύει στην ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού, θεωρώντας ότι η στρατηγική αυτή μπορεί να συμβάλει στη μετατροπή της διαρροής επιστημόνων σε διαδικασία επιστροφής και αξιοποίησης γνώσης.

Για να γίνει αυτό, απαιτούνται ποιοτικές υπηρεσίες, οργάνωση, διασύνδεση δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, καθώς και ένα ανθρώπινο δυναμικό που θα παραμένει στη χώρα και θα εξελίσσεται μέσα σε αυτή. Ο ΙΣΑ εκτιμά ότι η Ελλάδα μπορεί να πάψει να λειτουργεί ως χώρα εξαγωγής επιστημόνων και να μετατραπεί σε χώρα υποδοχής, με την προϋπόθεση ότι θα υπάρξουν πολιτική συνέπεια, στρατηγικός σχεδιασμός και ουσιαστική στήριξη των νέων γιατρών.

Το βασικό αίτημα, όπως τονίζεται, είναι απλό και απολύτως συγκεκριμένο: οι νέοι γιατροί να μπορούν να ζουν, να εργάζονται και να εξελίσσονται με αξιοπρέπεια στον τόπο τους. Αυτό αποτελεί προϋπόθεση όχι μόνο για τη δική τους επαγγελματική πορεία, αλλά και για την επιβίωση ενός συστήματος υγείας που σήμερα χάνει το πιο κρίσιμο κεφάλαιό του, τους ανθρώπους του.