Μεγάλο φαγοπότι επιδοτήσεων σε ΟΠΕΚΕΠΕ και κρατικούς οργανισμούς
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ φέρνει στο φως ένα πολυεπίπεδο δίκτυο διαπλοκής, διαφθοράς και καταχρήσεων που, σύμφωνα με καταγγελίες, λειτούργησε για χρόνια εις βάρος των πραγματικών παραγωγών της χώρας. Οι αγροτικές επιδοτήσεις, που προορίζονταν να στηρίξουν τους κόπους και τις ανάγκες των αγροτών και των κτηνοτρόφων, φέρεται να έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης από κύκλους επιτήδειων που λειτούργησαν μεθοδικά, αξιοποιώντας την αδιαφάνεια των διαδικασιών και την κρατική ανοχή.
Παρά τις εκάστοτε κυβερνητικές αλλαγές και τις διαδοχικές διοικήσεις, η εικόνα του ΟΠΕΚΕΠΕ παραμένει βαριά σκιασμένη. Ο οργανισμός, που διαχειρίζεται δισεκατομμύρια ευρώ σε κοινοτικά κονδύλια, περιγράφεται από πολλούς ως ένας μηχανισμός που αντί να υπηρετεί τον πρωτογενή τομέα, έχει μετατραπεί σε κλειστό κύκλωμα εξυπηρετήσεων. Οι αποζημιώσεις και οι ενισχύσεις κατευθύνονταν συχνά σε «ημετέρους», αφήνοντας εκτός στήριξης την πλειονότητα των αγροτών που παλεύουν για την επιβίωσή τους.
Κομβικό ρόλο στο σκάνδαλο φέρεται να έχει η εταιρία Neuropublic, η οποία για χρόνια συνεργάζεται με τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Παρά τις καταγγελίες και τις πολιτικές αναταράξεις, η συνεργασία αυτή έμεινε στο απυρόβλητο. Η εταιρία, που συνδέεται με την τεχνολογική υποστήριξη των αγροτικών δεδομένων και των ηλεκτρονικών συστημάτων του Οργανισμού, βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των ερευνών. Εκτιμάται ότι μέσα από αδιαφανείς διαδικασίες και «φουσκωμένες» συμβάσεις, το δημόσιο ζημιώθηκε με ποσά που φτάνουν τα 3,5 έως 4 δισεκατομμύρια ευρώ.
Η ανάγκη για πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης είναι επιτακτική. Οι φωνές που ζητούν τη διακοπή κάθε συνεργασίας του ΟΠΕΚΕΠΕ με τη Neuropublic και τον αποκλεισμό της εταιρίας από κάθε μελλοντικό δημόσιο έργο πληθαίνουν, με το αίτημα να δοθεί σαφές μήνυμα μηδενικής ανοχής στη διαφθορά. Όπως σημειώνουν νομικοί κύκλοι, η υπόθεση δεν αφορά απλώς κακοδιαχείριση, αλλά ένα ολόκληρο μοντέλο εξουσίας που στήθηκε γύρω από τα κοινοτικά κονδύλια.
Την ίδια στιγμή, ένα άλλο μέτωπο ανεπάρκειας και κακοδιοίκησης ανοίγει στα Ελληνικά Ταχυδρομεία (ΕΛΤΑ). Ο ιστορικός κρατικός οργανισμός, που χρηματοδοτήθηκε με 300 εκατομμύρια ευρώ από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ελληνικό Δημόσιο για να στηρίξει τη λειτουργία του, παραμένει βυθισμένος στα ελλείμματα. Παρά τις επιχορηγήσεις —συμπεριλαμβανομένων των 150 εκατομμυρίων ευρώ για την καθολική υπηρεσία που εξυπηρετεί απομακρυσμένες περιοχές—, η εταιρία δεν κατάφερε να σταθεί ανταγωνιστικά στην αγορά.
Οι λόγοι, όπως επισημαίνουν αναλυτές, είναι γνωστοί: υπερπληθυσμός προσωπικού, χαμηλή παραγωγικότητα, κομματικές προσλήψεις και διοικήσεις που προτίμησαν τη διατήρηση ενός αναποτελεσματικού μηχανισμού αντί της εξυγίανσης. Πάνω από 1.800 με 2.200 εργαζόμενοι φέρονται να έχουν προσληφθεί με πολιτικά κριτήρια, επιβαρύνοντας τον προϋπολογισμό χωρίς να συμβάλλουν ουσιαστικά στη βελτίωση των υπηρεσιών.
Την ίδια ώρα, ο ρόλος ιδιωτικών εταιριών courier, και ειδικά της ACS Courier του Θεόδωρου Φέσσα, εγείρει αντιδράσεις. Η εταιρία έχει κατηγορηθεί στο παρελθόν για επιθετικές πρακτικές και καταγγελίες εναντίον των ΕΛΤΑ στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επιχειρώντας, σύμφωνα με πηγές, να αποδυναμώσει τον κρατικό φορέα και να κερδίσει μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς. Η πρόταση να αποκλειστεί η ACS από μελλοντικά έργα που σχετίζονται με τη λειτουργία των ΕΛΤΑ κερδίζει έδαφος, καθώς θεωρείται ότι η εμπλοκή της πλήττει τον δημόσιο χαρακτήρα της ταχυδρομικής υπηρεσίας.
Η ουσία, όμως, παραμένει μία: το ελληνικό κράτος καλείται να προστατεύσει το δημόσιο συμφέρον και να αποδείξει πως η εποχή της ατιμωρησίας έχει τελειώσει. Από τα δισεκατομμύρια των αγροτικών επιδοτήσεων έως τα εκατομμύρια των ταχυδρομικών ενισχύσεων, το ζητούμενο είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς. Χωρίς διαφάνεια, λογοδοσία και αποφασιστική πολιτική βούληση, οι ίδιες παθογένειες θα συνεχίσουν να υπονομεύουν την ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η διαχείριση των κονδυλίων στα ΕΛΤΑ αποτυπώνει ανάγλυφα την απόσταση μεταξύ δηλώσεων και πράξεων: την περίοδο 2015–2019 οι απευθείας αναθέσεις ανήλθαν σε 1.810.494 ευρώ, ενώ από τον Ιούλιο του 2019 έως τον Οκτώβριο του 2025 εκτοξεύτηκαν στα 52.037.760 ευρώ. Ένα άλμα που καταδεικνύει πως το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη πόρων, αλλά η έλλειψη ελέγχου.
Πιο Δημοφιλή
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Πιο Πρόσφατα
Αγρότες στα μπλόκα: Αποφάσεις-κλειδί την Κυριακή