Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΥΓΟΥΣΤΑ

ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ

ΛΙΒΥΗ

ΜΟΝΙΚΑ

ΟΡΤΑΝΣΙΑ

15 Ιουνίου 2026

Μεταναστευτικό: Η αποτυχία πίσω από τα νομοσχέδια

Η μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο, με αφορμή το νέο αυστηρότερο νομοσχέδιο για τη μετανάστευση και το άσυλο, αλλά και τη διαρκώς αυξανόμενη πίεση που δέχεται η Κρήτη από τις θαλάσσιες ροές μέσω Λιβύης.

Ο αρμόδιος υπουργός, Θανάσης Πλεύρης, επέκρινε τα κόμματα της αντιπολίτευσης επειδή αρνήθηκαν να στηρίξουν το νομοσχέδιο, το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, αυστηρότερες διαδικασίες και τη δυνατότητα δημιουργίας κέντρων επιστροφής απορριφθέντων αιτούντων άσυλο σε τρίτες χώρες.

Η κυβερνητική ρητορική, ωστόσο, συγκρούεται με την πραγματικότητα στο πεδίο. Την ώρα που το υπουργείο μιλά για αυστηροποίηση, τα νότια θαλάσσια σύνορα της χώρας δέχονται ισχυρή πίεση, με την Κρήτη και τη Γαύδο να μετατρέπονται σε βασικές πύλες εισόδου μεταναστευτικών ροών από τη Βόρεια Αφρική.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο επιχειρησιακό. Είναι βαθιά πολιτικό. Η Ελλάδα εμφανίζεται να εφαρμόζει διαρκώς νέα σχέδια, χωρίς να επιτυγχάνει πραγματική αποτροπή, αποτελεσματικές επιστροφές και σαφή ευρωπαϊκή κατανομή ευθυνών.

Τα κέντρα επιστροφών και η ευρωπαϊκή ψευδαίσθηση

Στο κέντρο της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας βρίσκονται τα λεγόμενα return hubs, δηλαδή κέντρα κράτησης ή φιλοξενίας απορριφθέντων αιτούντων άσυλο σε τρίτες χώρες. Η ιδέα παρουσιάζεται ως εργαλείο αποσυμφόρησης και επιτάχυνσης των επιστροφών.

Στην πράξη, όμως, η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι το μοντέλο αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοστεί. Τα κράτη που καλούνται να φιλοξενήσουν τέτοιες δομές ζητούν υψηλά οικονομικά και πολιτικά ανταλλάγματα, ενώ η λειτουργία τους προσκρούει σε νομικά, ανθρωπιστικά και διοικητικά εμπόδια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση της Αλβανίας, όπου η Ιταλία επένδυσε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ για τη δημιουργία δύο κέντρων, με στόχο να λειτουργήσουν ως εξωτερικοί σταθμοί υποδοχής και εξέτασης αιτημάτων. Το σχέδιο παρουσιάστηκε ως μεγάλη τομή, όμως μέχρι σήμερα παραμένει βαρύ, ακριβό και επιχειρησιακά προβληματικό.

Τα κέντρα που είχε σχεδιάσει η κυβέρνηση Μελόνι προορίζονταν για μετανάστες που θα μεταφέρονταν απευθείας μετά τον εντοπισμό τους στη θάλασσα, με ιταλικό προσωπικό και διαδικασίες υπαγόμενες στο ιταλικό δίκαιο. Δηλαδή, θα λειτουργούσαν ως μηχανισμός άμεσης διαχείρισης πριν από την είσοδο στο ιταλικό έδαφος.

Η ελληνική συζήτηση για τα return hubs κινείται σε διαφορετική βάση. Αφορά κυρίως όσους έχουν ήδη φτάσει στη χώρα, έχουν υποβάλει αίτημα ασύλου και έχουν λάβει τελεσίδικη απόρριψη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσοι τελικά φτάνουν σε αυτό το στάδιο και πόσοι επιστρέφονται πραγματικά.

Εάν η διαδικασία ασύλου παραμένει αργή, εάν οι επιστροφές δεν εκτελούνται και εάν οι απορριφθέντες αιτούντες εξακολουθούν να παραμένουν εντός της επικράτειας, τότε τα κέντρα επιστροφών κινδυνεύουν να γίνουν ακόμη ένα ακριβό ευρωπαϊκό σχήμα χωρίς πραγματικό αποτέλεσμα.

Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει σε απλά ερωτήματα. Ποιο ποσοστό αιτήσεων απορρίπτεται τελεσίδικα; Πόσες επιστροφές γίνονται στην πράξη; Ποιες τρίτες χώρες είναι διατεθειμένες να δεχθούν τέτοιες δομές; Ποιος θα πληρώνει τη λειτουργία τους; Ποιος θα εγγυάται ότι όσοι μεταφέρονται εκεί δεν θα επανέρχονται μέσω των ίδιων διαδρομών;

Η Κρήτη στο νέο μέτωπο των ροών

Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την Ελλάδα είναι ότι το μεταναστευτικό βάρος μετακινείται. Τα προηγούμενα χρόνια, ο κύριος όγκος των ροών από τις ακτές της Βόρειας Αφρικής κατευθυνόταν κυρίως προς την Ιταλία μέσω της Κεντρικής Μεσογείου.

Πλέον, η εικόνα αλλάζει. Η Ελλάδα, και ειδικά η Κρήτη, βρίσκεται σε αυξανόμενη πίεση από διαδρομές που ξεκινούν από τη Λιβύη. Η μεταβολή αυτή δεν είναι τυχαία. Συνδέεται με τη δράση κυκλωμάτων διακινητών, τη χαλαρή επιτήρηση σε περιοχές της Βόρειας Αφρικής, τη γεωγραφική εγγύτητα και την αντίληψη ότι η Ελλάδα αποτελεί πιο πρόσφορο προορισμό από άλλες χώρες.

Εάν η Ιταλία αυστηροποιεί το πλαίσιο και καθιστά δυσκολότερη την παραμονή, ενώ η Ελλάδα εμφανίζεται πιο αργή σε επιστροφές, πιο ευάλωτη διοικητικά και πιο ελκυστική για όσους επιδιώκουν είσοδο στην Ευρώπη, τότε το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο: οι ροές μετακινούνται προς το ελληνικό πεδίο.

Η Κρήτη και η Γαύδος δεν μπορούν να σηκώσουν μόνες τους το βάρος μιας γεωπολιτικής και ευρωπαϊκής αποτυχίας. Οι τοπικές κοινωνίες, οι λιμενικές και αστυνομικές αρχές, οι δομές φιλοξενίας και οι υπηρεσίες ασύλου βρίσκονται μπροστά σε μια κατάσταση που απαιτεί κεντρικό σχέδιο, όχι επικοινωνιακές δηλώσεις.

Η ελληνική πλευρά οφείλει να πιέσει τη Λιβύη, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους διεθνείς οργανισμούς για πραγματικό έλεγχο των αναχωρήσεων, διάλυση κυκλωμάτων διακινητών και σαφείς συμφωνίες επιστροφών. Χωρίς τέτοιες συμφωνίες, κάθε συζήτηση περί αυστηροποίησης μένει μισή.

Η Αθήνα κινείται διπλωματικά ανάμεσα στην Τρίπολη και την ανατολική Λιβύη, διατηρώντας επαφές με όλες τις πλευρές. Όμως η πραγματική αποτελεσματικότητα δεν κρίνεται στα τραπέζια των συναντήσεων. Κρίνεται στο αν μειώνονται οι αναχωρήσεις από τις λιβυκές ακτές και αν σταματά η Κρήτη να λειτουργεί ως ανοιχτή είσοδος προς την Ευρώπη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση φέρει επίσης τεράστια ευθύνη. Εδώ και χρόνια χρηματοδοτεί προγράμματα, αποστολές, μηχανισμούς και συμφωνίες, χωρίς να έχει δημιουργήσει πραγματικό σύστημα προστασίας των εξωτερικών συνόρων και δίκαιο επιμερισμό βαρών. Οι χώρες πρώτης γραμμής καταλήγουν να μετατρέπονται σε χώρους αναμονής, ενώ οι ισχυρές χώρες του Βορρά διαχειρίζονται το πρόβλημα από απόσταση.

Η πολιτική υποκρισία είναι εμφανής. Όταν οι ροές φτάνουν στην Ελλάδα, οι Βρυξέλλες μιλούν για διαδικασίες, κανόνες και χρηματοδοτικά εργαλεία. Όταν όμως τίθεται το ζήτημα της ουσιαστικής μετεγκατάστασης, των γρήγορων επιστροφών και της πίεσης προς τρίτες χώρες, η ευρωπαϊκή ενότητα εξαφανίζεται πίσω από εθνικούς υπολογισμούς.

Το ελληνικό κράτος δεν μπορεί να απαντά σε αυτό το κενό μόνο με νομοσχέδια. Χρειάζεται λειτουργικές επιστροφές, αυστηρή επιτήρηση συνόρων, ταχύτερη εξέταση αιτημάτων ασύλου, πλήρη έλεγχο των ΜΚΟ, διαφάνεια στη χρηματοδότηση και καθαρή πολιτική για όσους δικαιούνται προστασία και για όσους δεν τη δικαιούνται.

Η κριτική στην κυβέρνηση δεν σημαίνει άρνηση της ανάγκης για αυστηρό πλαίσιο. Σημαίνει ότι η αυστηρότητα χωρίς αποτελεσματικότητα είναι απλώς θέατρο. Αν οι αφίξεις συνεχίζονται, αν οι επιστροφές δεν γίνονται, αν οι τρίτες χώρες δεν συνεργάζονται και αν οι τοπικές κοινωνίες φορτώνονται το βάρος, τότε η πολιτική αποτυγχάνει.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να μετατραπεί σε μόνιμη αποθήκη ανθρώπων για μια Ευρώπη που δεν θέλει να αναλάβει το πολιτικό κόστος των αποφάσεών της. Ούτε μπορεί να επιτρέψει την ανεξέλεγκτη δράση κυκλωμάτων διακίνησης που εργαλειοποιούν την ανθρώπινη ανάγκη και αποσταθεροποιούν τα σύνορα.

Απαιτείται σοβαρή εθνική στρατηγική, με σκληρή διαπραγμάτευση στην Ε.Ε., επιχειρησιακή ενίσχυση στο Νότιο Κρητικό Πέλαγος, συμφωνίες επιστροφής με πραγματική εφαρμογή και σαφή διάκριση ανάμεσα στον πρόσφυγα που δικαιούται προστασία και στον παράτυπο μετανάστη που δεν πληροί τα κριτήρια παραμονής.

Το μεταναστευτικό δεν θα λυθεί με πολιτικές κορώνες ούτε με διοικητικές αυταπάτες. Θα λυθεί μόνο όταν η Ελλάδα πάψει να αποδέχεται τον ρόλο του παθητικού αναχώματος και όταν η Ευρώπη υποχρεωθεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα ως κοινό ζήτημα ασφάλειας, συνόρων, δικαίου και κοινωνικής συνοχής.