Ο Ντάρον Ατζέμογλου, νομπελίστας Οικονομικών για το 2024 και καθηγητής στο MIT, υποστηρίζει σε άρθρο του στο Project Syndicate ότι η δολοφονία δύο αθώων πολιτών – και οι δύο Αμερικανοί υπήκοοι – από ομοσπονδιακούς πράκτορες μετανάστευσης στη Μινεάπολη ενδέχεται να σηματοδοτεί ένα κρίσιμο σημείο καμπής για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με τον Ατζέμογλου, η κινητοποίηση και η αλληλεγγύη πολιτών που στέκονται στο πλευρό των μεταναστών γειτόνων τους και αντιδρούν στις βίαιες πρακτικές της ICE προμηνύουν μια σύγκρουση με ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα.
Η εκτίμηση αυτή αποκτά πρόσθετη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι η Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων επεκτάθηκε ραγδαία μέσα στο 2025, στρατολογώντας νέο προσωπικό που εμφανίζεται έντονα προσκολλημένο στην πιο σκληρή εκδοχή της αντιμεταναστευτικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ.
Παράλληλα, της έχει παραχωρηθεί εξαιρετικά διευρυμένη εντολή δράσης, με την άδεια να εφαρμόζει πρακτικές που στο παρελθόν θα θεωρούνταν αδιανόητες για οποιαδήποτε ομοσπονδιακή υπηρεσία.
Ακολουθεί η ανάλυση του νομπελίστα οικονομολόγου.
Η τακτική του «πλημμυρίσματος της ζώνης» που ακολουθεί η κυβέρνηση Τραμπ καθιστά δύσκολη τη διάγνωση της ακριβούς στιγμής κατά την οποία η αμερικανική δημοκρατία διολισθαίνει σε αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης.
Για ορισμένους, αυτή ακριβώς η ασάφεια αποτελεί τον στόχο της στρατηγικής, η οποία βασίζεται στη σταδιακή διάβρωση δικαιωμάτων και θεσμικών αντιβάρων.
Ωστόσο, η δολοφονία δύο Αμερικανών πολιτών από πράκτορες της ICE στη Μινεάπολη τον τελευταίο μήνα ενδέχεται να αποτελεί ακριβώς αυτό το σημείο καμπής.
Ένα από τα βασικά γνωρίσματα των αυταρχικών καθεστώτων είναι η δυνατότητά τους να καταφεύγουν σε υπέρμετρη βία κατά των αντιπάλων τους.
Κάθε κράτος χρησιμοποιεί καταναγκασμό στην αστυνόμευση, αλλά πάντοτε εντός ορίων. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, η κυβέρνηση μπορεί να εκκενώσει χώρους από διαδηλωτές, όμως οι θεσμικοί έλεγχοι και η ισχύς των δημοκρατικών κανόνων καθιστούν αδιανόητη την αδιάκριτη δολοφονία διαδηλωτών από την αστυνομία.
Αντίθετα, ελάχιστοι αιφνιδιάστηκαν όταν ο Μπασάρ αλ Άσαντ απάντησε με μαζική βία στις διαδηλώσεις της Αραβικής Άνοιξης. Οι αυταρχικές κυβερνήσεις είναι γνωστό ότι στρέφονται με ωμότητα κατά της αντιπολίτευσης, των ανεξάρτητων ΜΜΕ και της κοινωνίας των πολιτών.
Η υπέρβαση των φραγμών
Σε δημοκρατικές ή μη αυταρχικές κοινωνίες, μια τέτοια καταστολή συναντά σοβαρά εμπόδια.
Πρώτον, θα προκαλούσε ισχυρό σοκ και κοινωνική κατακραυγή, ακόμη και από άλλους κρατικούς θεσμούς, γεγονός που θα μπορούσε να αποβεί πολιτικά επιζήμιο.
Δεύτερον, καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι οι δυνάμεις ασφαλείας θα υπακούσουν. Κατά την πρώτη θητεία Τραμπ, η στρατιωτική ηγεσία είχε καταστήσει σαφές ότι δεν θα εκτελούσε τέτοιες εντολές.
Σήμερα, όμως, η ICE έχει ενισχυθεί θεαματικά και, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, έχει στελεχωθεί με άτομα ένθερμα προσκείμενα στη σκληρή αντιμεταναστευτική γραμμή.
Ταυτόχρονα, της έχει δοθεί πρωτοφανής επιχειρησιακή ελευθερία, ενώ το Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει επιδείξει αταλάντευτη στήριξη σε ενέργειες που εμφανίζονται κατάφωρα παράνομες, αρνούμενο ακόμη και τη διερεύνησή τους.
Ο συμβολισμός της Μινεσότα
Το μήνυμα των γεγονότων στη Μινεσότα είναι ξεκάθαρο.
Η ICE έχει πλέον αφαιρέσει τη ζωή δύο αθώων πολιτών: της Ρενέ Γκουντ, μητέρας τριών παιδιών που μόλις είχε αφήσει τον γιο της στο σχολείο, και του Άλεξ Πρέτι, νοσηλευτή σε μονάδα εντατικής θεραπείας, ο οποίος κατέγραφε επιχείρηση της υπηρεσίας.
Οι ομοσπονδιακοί πράκτορες χρησιμοποιούν συστηματικά απειλές και βία κατά πολιτών που καταγράφουν τις δράσεις τους. Το καθοριστικό στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι η κυβέρνηση Τραμπ, παρέχοντας de facto ασυλία, έστειλε σαφές μήνυμα ανοχής και ενθάρρυνσης της κλιμάκωσης.
Αν αυτή η πρακτική δεν ανακοπεί, ενδέχεται να λειτουργήσει ως πρότυπο και για άλλες δυνάμεις ασφαλείας που συνδέονται στενότερα με τον Τραμπ, ανοίγοντας τον δρόμο για γενικευμένη βία κατά κάθε μορφής αντιπολίτευσης.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, η διολίσθηση προς τον αυταρχισμό θα καταστεί δύσκολα αναστρέψιμη, καθώς η κοινωνία των πολιτών θα υποχωρεί μπροστά στην εντεινόμενη καταστολή και οι θεσμικοί φραγμοί θα αποσαρθρώνονται.
Ήδη, το Κογκρέσο και το Ανώτατο Δικαστήριο, που υποτίθεται ότι λειτουργούν ως αντίβαρα της προεδρικής εξουσίας, έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα δεκτικά στην ατζέντα Τραμπ.
Αντίστοιχα, οι ανεξάρτητες αρχές έχουν αποδυναμωθεί, κυρίως λόγω της δυνατότητας του προέδρου να τοποθετεί συμμάχους σε καίριες θέσεις.

Όπως έχει υποστηρίξει ο Ατζέμογλου, ο βασικός στόχος της κυβέρνησης είναι η εγκαθίδρυση μιας απεριόριστης, σχεδόν αυτοκρατορικής προεδρίας, μοντέλο που ιστορικά οδηγεί στον αυταρχισμό, όπως δείχνουν παραδείγματα από την Ουγγαρία έως τη Νικαράγουα και τη Βενεζουέλα.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια άλλη διάσταση: το 2017, οι ειρηνικές διαδηλώσεις αποτέλεσαν το βασικό ανάχωμα απέναντι στις αυταρχικές τάσεις της πρώτης κυβέρνησης Τραμπ.
Μέχρι το 2025, όμως, η δυναμική αυτή είχε εξαντληθεί. Πολλοί εξέλαβαν τη νίκη Τραμπ το 2024 ως ενισχυμένη λαϊκή εντολή, ενώ οι Δημοκρατικοί ακτιβιστές είχαν χάσει νομιμοποίηση, υπερεκτιμώντας την επιρροή τους σε κράτος, πανεπιστήμια και ΜΚΟ.
Έτσι, η άμυνα της κοινωνίας των πολιτών αποδείχθηκε ελλιπής απέναντι σε μια πλέον ριζοσπαστική προεδρική ατζέντα.
Η Μινεάπολη ίσως αλλάξει αυτή την πορεία. Η αλληλεγγύη και η κινητοποίηση υπέρ των μεταναστών προαναγγέλλουν μια κρίσιμη αναμέτρηση, το αποτέλεσμα της οποίας θα εξαρτηθεί τόσο από τη στάση των συμμάχων του Τραμπ στο Κογκρέσο όσο και από την αποφασιστικότητα της ίδιας της κοινωνίας των πολιτών, ξεκινώντας από τη Μινεσότα.
Πιο Δημοφιλή
Οι ελίτ της Ε.Ε. οδηγούν τις Ευρωπαϊκές χώρες στην καταστροφή
Σύλληψη για ψευδείς αναρτήσεις στην Κίσσαμο
Πιο Πρόσφατα
Βιολάντα: Πένθος και δεσμεύσεις μετά την τραγωδία
Σύσκεψη Μαξίμου για την ευλογιά αιγοπροβάτων
Τραμπ: Πίεση με στόλο, άνοιγμα στη διπλωματία