17 Αυγούστου 2026

Μισθοί που δεν φτάνουν: Τα ενοίκια κρατούν τους νέους στο πατρικό τους

Η στεγαστική κρίση και η επίμονη ακρίβεια συνεχίζουν να εξανεμίζουν μεγάλο μέρος των αυξήσεων στους μισθούς, κρατώντας χιλιάδες νέους εργαζόμενους οικονομικά εξαρτημένους από τις οικογένειές τους και καθυστερώντας σημαντικά την αυτονόμησή τους.

Ο εργατολόγος Γιάννης Καρούζος, μιλώντας στο OPEN, έθεσε στο επίκεντρο τη σχέση ανάμεσα στις αποδοχές, στα ενοίκια και στην πραγματική αγοραστική δύναμη, επισημαίνοντας ότι η ονομαστική αύξηση ενός μισθού δεν συνεπάγεται αυτομάτως και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Όπως ανέφερε, η ελληνική οικογένεια εξακολουθεί να στηρίζει οικονομικά τα παιδιά της τουλάχιστον έως την ηλικία των 22 ετών. Η πραγματικότητα αυτή συνδέεται άμεσα με την αδυναμία πολλών νέων να καλύψουν μόνοι τους το κόστος μιας ανεξάρτητης κατοικίας, ιδιαίτερα όταν οι μισθοί κινούνται στις χαμηλότερες κλίμακες.

Τα ενοίκια «καταπίνουν» τις αυξήσεις των μισθών

Το στεγαστικό κόστος έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σοβαρότερους παράγοντες οικονομικής πίεσης για τα νοικοκυριά. Για έναν νέο εργαζόμενο, το ενοίκιο μπορεί να απορροφά ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος, πριν ακόμη υπολογιστούν τα έξοδα για τρόφιμα, ενέργεια, μετακινήσεις, λογαριασμούς και βασικά είδη διαβίωσης.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και μια αύξηση του κατώτατου μισθού μπορεί να έχει περιορισμένο πραγματικό αποτέλεσμα. Εφόσον τα ενοίκια και οι τιμές βασικών αγαθών αυξάνονται με μεγαλύτερη ταχύτητα, μεγάλο μέρος της μισθολογικής ενίσχυσης χάνεται πριν φτάσει στην πραγματική κατανάλωση του εργαζόμενου.

Το αποτέλεσμα είναι ορατό: όλο και περισσότεροι νέοι παραμένουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στο πατρικό τους σπίτι και εξακολουθούν να χρειάζονται οικονομική στήριξη από τους γονείς τους.

Η επισήμανση του Γιάννη Καρούζου ότι η ελληνική οικογένεια συντηρεί τον νέο τουλάχιστον έως τα 22 χρόνια αποτυπώνει ένα βαθύτερο οικονομικό πρόβλημα. Η ανεξαρτησία δεν καθορίζεται μόνο από το αν κάποιος διαθέτει εργασία, αλλά από το αν ο μισθός του επαρκεί για να καλύψει το πραγματικό κόστος ζωής.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη δυσκολότερη για όσους βρίσκονται στις χαμηλότερες μισθολογικές κατηγορίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε ο εργατολόγος, ένας στους τρεις εργαζόμενους βρίσκεται κάτω από τα 1.000 ευρώ μηνιαίως, ενώ περίπου έξι στους δέκα κινούνται έως τα 1.200 ευρώ σε μικτές αποδοχές.

Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν το πραγματικό εύρος του προβλήματος. Σε μια περίοδο όπου το κόστος κατοικίας έχει αυξηθεί αισθητά, η δυνατότητα ενός εργαζόμενου με αποδοχές κοντά στα 1.000 ευρώ να συντηρήσει αυτόνομα ένα νοικοκυριό περιορίζεται δραστικά.

Άλλο ονομαστική αύξηση, άλλο πραγματική αγοραστική δύναμη

Ο Γιάννης Καρούζος υπογράμμισε ότι οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού αφορούν κυρίως εκείνους που αμείβονται ακριβώς με το κατώτατο όριο και, σε μικρότερο βαθμό, εργαζόμενους που βρίσκονται μέχρι περίπου τα 1.000 ευρώ.

Για όσους αμείβονται υψηλότερα, δεν υπάρχει αυτόματος μηχανισμός που να οδηγεί σε αντίστοιχη αύξηση των αποδοχών τους. Έτσι, μια κυβερνητική αύξηση του κατώτατου μισθού δεν σημαίνει ότι αυξάνεται συνολικά και με τον ίδιο τρόπο το εισόδημα των εργαζομένων.

Το βασικό ζήτημα βρίσκεται στην πραγματική αγοραστική δύναμη. Ένας εργαζόμενος μπορεί να βλέπει περισσότερα ευρώ στη μισθοδοσία του, αλλά να έχει τελικά μικρότερη δυνατότητα κατανάλωσης, όταν το κόστος για τρόφιμα, καύσιμα, στέγαση και λογαριασμούς αυξάνεται ταχύτερα.

Σε αυτή την περίπτωση, η αύξηση παραμένει περισσότερο λογιστική παρά ουσιαστική. Η καθημερινότητα δεν μετριέται από το ονομαστικό ύψος του μισθού, αλλά από το πόσα βασικά έξοδα μπορεί πραγματικά να καλύψει.

Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο η κυβερνητική πολιτική για τον κατώτατο μισθό συναντά τα όριά της. Οι ανακοινώσεις αυξήσεων μπορεί να δημιουργούν θετική εικόνα στους αριθμούς, όμως χωρίς αποτελεσματική αντιμετώπιση του στεγαστικού και της ακρίβειας η πραγματική βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος παραμένει περιορισμένη.

Ο εργατολόγος αναφέρθηκε και στον νέο μηχανισμό καθορισμού του κατώτατου μισθού που προβλέπεται να εφαρμοστεί από το 2028. Ο μηχανισμός θα βασίζεται σε μαθηματικό τύπο, στον οποίο θα λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως ο πληθωρισμός, η εξέλιξη των μισθών και η γενικότερη πορεία της οικονομίας.

Κατά την εκτίμησή του, η νέα διαδικασία πιθανότατα θα περιορίσει τις μεγάλες αυξήσεις που μέχρι σήμερα μπορούν να αποφασίζονται με πολιτική πρωτοβουλία.

Ο ίδιος εκτίμησε ότι ο κατώτατος μισθός θα μπορούσε να κινηθεί προς τα 1.000 ευρώ έως το 2030, τονίζοντας όμως ότι το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα είναι τότε ο ονομαστικός μισθός, αλλά τι θα μπορεί πράγματι να αγοράσει ο εργαζόμενος με αυτά τα χρήματα.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, τις οποίες θεωρεί βασικό εργαλείο για την αύξηση των αποδοχών πέρα από τον κατώτατο μισθό.

Όπως σημείωσε, ο μέσος μισθός δεν αυξάνεται αυτόματα επειδή μεταβάλλεται το κατώτατο όριο. Η ουσιαστική ενίσχυση των αποδοχών σε ευρύτερες κατηγορίες εργαζομένων περνά σε μεγάλο βαθμό μέσα από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τη δυνατότητα συμφωνίας υψηλότερων μισθών ανά κλάδο.

Το πρόβλημα, ωστόσο, παραμένει πρωτίστως ζήτημα κόστους ζωής. Όσο το ενοίκιο απορροφά δυσανάλογο μέρος του εισοδήματος και οι τιμές βασικών αγαθών παραμένουν υψηλές, οι αυξήσεις των μισθών δύσκολα μετατρέπονται σε πραγματική οικονομική ανεξαρτησία.

Για χιλιάδες νέους εργαζόμενους, η πρόσβαση σε αξιοπρεπή κατοικία αποτελεί πλέον το πραγματικό κριτήριο οικονομικής αυτονόμησης. Και όσο αυτό το ζήτημα παραμένει άλυτο, η οικογένεια θα συνεχίσει να καλύπτει το κενό που αφήνουν οι χαμηλές αποδοχές και το αυξημένο κόστος ζωής.