19 Μαΐου 2026

Μητσοτάκης, Δένδιας και ΝΔ: Από το συνέδριο της αυτοεπιβεβαίωσης στην κρίση αξιοπιστίας

Το 16ο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας παρουσιάστηκε από το κυβερνητικό επιτελείο ως επίδειξη ενότητας, αυτοπεποίθησης και πολιτικής σταθερότητας. Πίσω από τη σκηνοθετημένη εικόνα, όμως, αναδείχθηκε μια βαθύτερη κρίση στρατηγικής, αξιοπιστίας και εθνικού προσανατολισμού. Την ώρα που από το βήμα του συνεδρίου κυριαρχούσαν οι αναφορές στην «ισχυρή Ελλάδα του 2030», έξω από την αίθουσα η πραγματικότητα επέστρεφε με σκληρούς όρους: το ουκρανικό θαλάσσιο drone στη Λευκάδα, η απόσυρση Patriot από κρίσιμες περιοχές και η κλιμάκωση του τουρκικού αναθεωρητισμού έθεταν ερωτήματα που καμία κομματική ρητορική δεν μπορούσε να σκεπάσει.

Η εικόνα της Νέας Δημοκρατίας ως συμπαγούς παράταξης ευθύνης δοκιμάζεται πλέον από αλλεπάλληλα πολιτικά και θεσμικά ρήγματα. Η απουσία ιστορικών στελεχών, η εσωτερική δυσφορία για τη διαγραφή του Αντώνη Σαμαρά, οι υποθέσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ και των υποκλοπών, καθώς και η συζήτηση για την αμυντική θωράκιση της χώρας, συνθέτουν ένα περιβάλλον που διαψεύδει την εικόνα κυβερνητικής κυριαρχίας.

Το συνέδριο της αυτοεπιβεβαίωσης και η πραγματικότητα εκτός αιθούσης

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να εμφανίσει το συνέδριο ως αφετηρία νέας πολιτικής πορείας. Επανέλαβε ότι οι εκλογές θα γίνουν το 2027, μίλησε για σταθερότητα, συνέχεια, συνέπεια και «συμβόλαιο αποτελέσματος», επιχειρώντας να μετατρέψει την παραμονή του στην εξουσία σε συνώνυμο της πολιτικής ομαλότητας.

Στην πραγματικότητα, η ρητορική αυτή απευθυνόταν περισσότερο στο εσωτερικό ακροατήριο του κυβερνητικού μηχανισμού παρά στην κοινωνία. Η καθημερινότητα των πολιτών, η ακρίβεια, η πίεση στα νοικοκυριά, τα ανοικτά τραύματα των Τεμπών, οι υποθέσεις διαφθοράς και η αίσθηση ατιμωρησίας δημιουργούν ένα τοπίο που απέχει ριζικά από την εικόνα επιτυχίας που επιχειρείται να προβληθεί.

Το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος» απορρίπτεται πλέον ακόμη και επικοινωνιακά, μόνο για να αντικατασταθεί από μια εξίσου κεντρική και προσωποπαγή αφήγηση: ότι ο σημερινός πρωθυπουργός αποτελεί τον μοναδικό αξιόπιστο πόλο απέναντι σε κάθε άλλο πολιτικό αρχηγό. Πρόκειται για πολιτική κατασκευή που υποτιμά τη νοημοσύνη μιας κοινωνίας η οποία βιώνει καθημερινά τις συνέπειες των κυβερνητικών επιλογών.

Η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται ως κόμμα ανοιχτό και πλατύ, όμως στην πράξη η κυβερνητική λειτουργία έχει συγκεντρωθεί σε έναν στενό επιτελικό πυρήνα. Η παράταξη που ιστορικά επικαλείτο τη λαϊκή βάση, την εθνική ευθύνη και τη θεσμική συνέχεια δείχνει σήμερα να λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός εξουσίας παρά ως πολιτικός οργανισμός με εσωτερική λογοδοσία.

Η στρατηγική παράτασης μέχρι το 2027

Η επιμονή του πρωθυπουργού ότι οι κάλπες θα στηθούν στο τέλος της τετραετίας δεν αποτυπώνει μόνο πολιτική αυτοπεποίθηση. Αποκαλύπτει και μια καθαρή στρατηγική χρόνου. Η κυβέρνηση επιχειρεί να φτάσει έως το 2027, ελπίζοντας ότι θα διαχειριστεί μέχρι τότε τα ανοιχτά μέτωπα, τις δικαστικές και ευρωπαϊκές έρευνες, τη φθορά από τα σκάνδαλα και τη δημοσκοπική αποσυσπείρωση.

Οι φάκελοι που σχετίζονται με ευρωπαϊκά κονδύλια, οι έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι υποκλοπές και η τραγωδία των Τεμπών διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξανόμενης θεσμικής πίεσης. Κάθε νέα αποκάλυψη εντείνει την αίσθηση ότι η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει απλώς πολιτική φθορά, αλλά κρίση εμπιστοσύνης.

Η επιδίωξη να παραμείνει η κυβέρνηση στην εξουσία μέχρι την ανάληψη της Προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελλάδα το 2027 παρουσιάζεται από τους επικριτές της ως σχέδιο πολιτικής διαφυγής. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στην υπόθεση ότι ο πρωθυπουργός θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει το ευρωπαϊκό πλαίσιο για να εμφανιστεί ως παράγοντας σταθερότητας, την ώρα που στο εσωτερικό η κοινωνική δυσαρέσκεια και οι θεσμικές εκκρεμότητες θα παραμένουν ενεργές.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η παράταση της κυβερνητικής θητείας υπηρετεί πράγματι τη σταθερότητα ή αν λειτουργεί ως προσπάθεια αποφυγής της άμεσης πολιτικής λογοδοσίας. Όταν η κοινωνία πιέζεται, οι εθνικές προκλήσεις εντείνονται και οι θεσμοί ελέγχου ενεργοποιούνται, η επίκληση της «συνέχειας» δεν αρκεί.

Το «μανιφέστο» Δένδια και η εσωτερική ρωγμή

Στο ίδιο συνέδριο, η ομιλία του Νίκου Δένδια επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί ως παρέμβαση αρχών και αυτοκριτικής. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας μίλησε για κόμμα που δεν πρέπει να μετατραπεί σε επαγγελματικό μηχανισμό εξουσίας, για κράτος που δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως λάφυρο, για ανάγκη επανασύνδεσης με τη λαϊκή βάση και για κίνδυνο κυβερνητικού ιδρυματισμού.

Οι αναφορές αυτές ακούστηκαν ως έμμεση παραδοχή προβλήματος. Όταν κορυφαίο κυβερνητικό στέλεχος αισθάνεται την ανάγκη να καταγγείλει τον κομματικό μηχανισμό, την αποξένωση από την κοινωνική βάση και τη λογική του κράτους-λάφυρου, τότε το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι ήδη παρόν.

Ωστόσο, η ομιλία Δένδια δεν μπορεί να αποσπαστεί από την κυβερνητική πραγματικότητα στην οποία ο ίδιος συμμετέχει. Η επίκληση της παράταξης, των ριζών και της θεσμικής σοβαρότητας ηχεί αντιφατικά όταν η κυβέρνηση κατηγορείται για συγκεντρωτισμό, για προνομιακές σχέσεις με μηχανισμούς εξουσίας και για αδυναμία ουσιαστικής αυτοκάθαρσης.

Η εσωτερική ρωγμή έγινε ακόμη πιο εμφανής με την παρέμβαση του Δημήτρη Γιάννου, δικηγόρου του Αντώνη Σαμαρά και μέλους του Ιδρύματος Σαμαρά. Από το βήμα του συνεδρίου εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για την απουσία του Κώστα Καραμανλή και του Αντώνη Σαμαρά, χαρακτήρισε λάθος τη διαγραφή Σαμαρά και αναγνώρισε ότι υποθέσεις όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ και οι υποκλοπές δημιουργούν πολιτικό πρόβλημα.

Η παρέμβασή του δεν ήταν απλή εσωκομματική παρατήρηση. Ήταν δημόσια ένδειξη ότι ένα τμήμα της παραδοσιακής βάσης της Νέας Δημοκρατίας δεν αναγνωρίζει πλέον τον σημερινό μηχανισμό ως αυθεντική συνέχεια της παράταξης. Η αμφισβήτηση αυτή δεν μπορεί να εξαφανιστεί με χειροκροτήματα συνεδριακής αίθουσας.

Πόθεν έσχες, κοινωνική πίεση και κυβερνητικό αφήγημα ανάπτυξης

Την ώρα που η κυβέρνηση μιλά για ανάπτυξη, σταθερότητα και οικονομική πρόοδο, μεγάλα τμήματα της κοινωνίας βρίσκονται αντιμέτωπα με συσσωρευμένα χρέη, ακρίβεια και αδυναμία κάλυψης βασικών υποχρεώσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το αρχικό κείμενο, εκατομμύρια πολίτες εμφανίζονται να χρωστούν στην Εφορία ποσά που δεν μπορούν να αποπληρώσουν, γεγονός που αποκαλύπτει την απόσταση ανάμεσα στο κυβερνητικό αφήγημα και στην πραγματική οικονομία.

Η αντίθεση γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν τίθενται στο δημόσιο διάλογο τα στοιχεία των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης βουλευτών και κυβερνητικών στελεχών. Η αύξηση του δηλωμένου πλούτου πολιτικών προσώπων, σε μια περίοδο κοινωνικής πίεσης, δημιουργεί εύλογο πολιτικό και ηθικό ερώτημα. Δεν αρκεί η τυπική νομιμότητα. Σε μια κοινωνία που πιέζεται, η εικόνα συσσώρευσης πλούτου από το πολιτικό προσωπικό πλήττει την εμπιστοσύνη.

Η κυβέρνηση οφείλει να δώσει καθαρές απαντήσεις για το πώς αντιλαμβάνεται την ανάπτυξη. Αν ανάπτυξη σημαίνει δημοσιονομικοί δείκτες, επιχειρηματικά κέρδη και αύξηση της περιουσίας των πολιτικών προσώπων, ενώ την ίδια στιγμή οι πολίτες αδυνατούν να ανταποκριθούν σε φόρους, ενέργεια, τρόφιμα και δάνεια, τότε το αφήγημα δεν πείθει. Ανάπτυξη χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη και θεσμική αξιοπιστία παραμένει κενό σύνθημα.

Το ουκρανικό drone στη Λευκάδα και το κόστος της «σωστής πλευράς»

Η εμφάνιση θαλάσσιου ουκρανικού drone στη Λευκάδα, σύμφωνα με τις αναφορές του αρχικού κειμένου, αντιμετωπίζεται ως σημείο καμπής. Δεν πρόκειται απλώς για τεχνικό ή στρατιωτικό περιστατικό. Ερμηνεύεται ως προειδοποίηση ότι η άκριτη εμπλοκή της Ελλάδας σε γεωπολιτικές συγκρούσεις τρίτων μπορεί να μεταφέρει κινδύνους στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας.

Η πολιτική της «σωστής πλευράς της Ιστορίας», με αποστολή στρατιωτικού υλικού στην Ουκρανία, εκπαίδευση προσωπικού και πλήρη ταύτιση με συγκεκριμένες δυτικές επιλογές, παρουσιάστηκε ως ηθική και γεωπολιτική αναγκαιότητα. Η κριτική, όμως, επιμένει ότι η κυβέρνηση δεν στάθμισε επαρκώς τους κινδύνους για την εθνική ασφάλεια, τη ναυσιπλοΐα και τη θέση της χώρας σε μια περιοχή πολλαπλών συγκρούσεων.

Αν ένα πολεμικό μέσο, φορτωμένο με εκρηκτικά, μπορεί να βρεθεί σε ελληνικά νερά, τότε η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε διπλωματικές διατυπώσεις. Απαιτείται σοβαρή διερεύνηση, ενημέρωση των πολιτών και καθαρή αποτίμηση των συνεπειών που έχει η ελληνική εμπλοκή σε πολεμικές ισορροπίες εκτός των άμεσων εθνικών συμφερόντων.

Patriot, Κάρπαθος, Έβρος και τουρκική απειλή

Η απομάκρυνση των συστημάτων Patriot από την Κάρπαθο και τον Έβρο προσθέτει νέο βάρος στην κριτική κατά της κυβέρνησης. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία κλιμακώνει την αναθεωρητική της ρητορική, προωθεί τη θεσμική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας» και διατηρεί ανοιχτές διεκδικήσεις στο Αιγαίο, η αποδυνάμωση κρίσιμων αμυντικών θέσεων προκαλεί σοβαρά ερωτήματα.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πρόκειται για επιχειρησιακή απόφαση. Ωστόσο, οι αντιδράσεις που έχουν καταγραφεί στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, καθώς και οι αντιφατικές δημόσιες εξηγήσεις, ενισχύουν την αίσθηση ότι η υπόθεση δεν έχει εξηγηθεί επαρκώς. Όταν οι πολίτες βλέπουν την Άγκυρα να επαναφέρει απειλές και διεκδικήσεις, η απομάκρυνση κρίσιμων αντιαεροπορικών συστημάτων απαιτεί πλήρη και πειστική θεσμική αιτιολόγηση.

Το επιχείρημα περί επιχειρησιακής αναδιάταξης δεν μπορεί να λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι σε κάθε ερώτημα. Η εθνική άμυνα δεν ασκείται με όρους επικοινωνίας, ούτε με αδιαφανείς διαβεβαιώσεις. Απαιτείται εμπιστοσύνη, και η εμπιστοσύνη προϋποθέτει συνέπεια, σοβαρότητα και ειλικρινή ενημέρωση.

Η συγκυρία γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη λόγω της τουρκικής προσπάθειας να μετατρέψει το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» από σύνθημα σε θεσμική και στρατηγική πραγματικότητα. Η Ελλάδα δεν μπορεί να εμφανίζεται αμήχανη, ούτε να δίνει την εικόνα ότι μετακινείται κάθε φορά που η Άγκυρα πιέζει διπλωματικά ή συμμαχικά.

Από το πολιτικό θέατρο στην ανάγκη λογοδοσίας

Το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας επιχείρησε να εκπέμψει εικόνα συσπείρωσης. Αντί γι’ αυτό, ανέδειξε το εύρος των εσωτερικών αντιφάσεων. Η ηγεσία μιλά για σταθερότητα, στελέχη μιλούν για επανασύνδεση με τις ρίζες, η βάση εμφανίζεται απομακρυσμένη, οι πρώην πρωθυπουργοί απουσιάζουν και τα μεγάλα θεσμικά σκάνδαλα συνεχίζουν να βαραίνουν το κυβερνητικό αφήγημα.

Η χώρα, την ίδια στιγμή, αντιμετωπίζει πραγματικούς κινδύνους. Η οικονομική ασφυξία, οι θεσμικές εκκρεμότητες, η γεωπολιτική ρευστότητα, η τουρκική επιθετικότητα και οι συνέπειες της εμπλοκής στον πόλεμο της Ουκρανίας δεν επιτρέπουν κομματικούς πανηγυρισμούς. Απαιτούν καθαρές αποφάσεις, λογοδοσία και εθνική σοβαρότητα.

Ο ελληνικός λαός δεν μπορεί να παραμένει θεατής μιας πολιτικής σκηνής που ανακυκλώνει συνθήματα, ενώ τα προβλήματα βαθαίνουν. Η δημοκρατική αφύπνιση δεν σημαίνει τυφλή οργή. Σημαίνει απαίτηση για αλήθεια, θεσμικό έλεγχο, προστασία της εθνικής κυριαρχίας και τέλος στην ατιμωρησία.

Η Ιστορία δεν γράφεται από όσους κρύβονται πίσω από επικοινωνιακά συνέδρια και επιτελικά συνθήματα. Γράφεται από κοινωνίες που αρνούνται να συμβιβαστούν με το ψέμα, τη διαφθορά, την περιφρόνηση και την εθνική αποδυνάμωση. Το πολιτικό θέατρο τελειώνει όταν η πραγματικότητα εισβάλλει. Και η πραγματικότητα έχει ήδη εισβάλει.