Μητσοτάκης και «ενεργός διπλωματία»: Ελληνικά Patriot για συμμάχους που αγκαλιάζουν την Άγκυρα

Η αποστολή ελληνικής συστοιχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία, η οποία παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως κίνηση στρατηγικής εξωστρέφειας και ως απόδειξη της αναβαθμισμένης παρουσίας της Ελλάδας στον Αραβικό Κόσμο, επιστρέφει σήμερα ως ένα ιδιαίτερα δύσκολο ερώτημα για την εξωτερική και αμυντική πολιτική της Αθήνας.

Η ελληνική πλευρά έχει διαθέσει στρατιωτικό προσωπικό και ένα από τα πλέον κρίσιμα αντιαεροπορικά της συστήματα για την προστασία ενεργειακών εγκαταστάσεων της Σαουδικής Αραβίας. Την ίδια στιγμή, όμως, οι περιφερειακές ισορροπίες μεταβάλλονται προς κατεύθυνση που κάθε άλλο παρά δικαιώνει την εικόνα σταθερών και δεδομένων στρατηγικών συμμαχιών που καλλιεργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια.

Η ενίσχυση των αμυντικών σχέσεων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Τουρκίας, σε συνδυασμό με την παράλληλη προσέγγιση του Ριάντ με το Πακιστάν, δημιουργεί ένα διαφορετικό γεωπολιτικό τοπίο. Οι συζητήσεις για ευρύτερους αμυντικούς άξονες στον μουσουλμανικό κόσμο δείχνουν ότι η Άγκυρα εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά περιθώρια επιρροής και συνεργασιών.

Η εξέλιξη αυτή πλήττει ευθέως το κυβερνητικό αφήγημα περί διεθνούς απομόνωσης της Τουρκίας. Η πραγματικότητα δείχνει ότι η Άγκυρα όχι μόνο διατηρεί ανοιχτές πόρτες, αλλά διευρύνει τις στρατιωτικές και οικονομικές σχέσεις της ακόμη και με χώρες που η ελληνική κυβέρνηση είχε επενδύσει πολιτικά στην παρουσίασή τους ως στενούς στρατηγικούς εταίρους της Αθήνας.

Η Ελλάδα προστατεύει το Ριάντ ενώ το Ριάντ πλησιάζει την Άγκυρα

Εδώ εντοπίζεται και η μεγαλύτερη αντίφαση της σημερινής ελληνικής πολιτικής. Η Ελλάδα διαθέτει κρίσιμο στρατιωτικό μέσο και προσωπικό για την προστασία ενός τρίτου κράτους, την ώρα που το συγκεκριμένο κράτος αναπτύσσει στενότερη αμυντική συνεργασία με την Τουρκία.

Πρόκειται για την ίδια Τουρκία που εξακολουθεί να διατηρεί σε ισχύ το casus belli έναντι της Ελλάδας σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια.

Αυτό το δεδομένο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως λεπτομέρεια. Η εξωτερική πολιτική κρίνεται από το αποτέλεσμα και από τα ανταλλάγματα που εξασφαλίζει κάθε στρατηγική επιλογή. Όταν η Αθήνα διαθέτει δικά της αμυντικά μέσα για την ασφάλεια ενός εταίρου, έχει κάθε λόγο να απαιτεί σαφή πολιτική και στρατηγική ανταπόδοση.

Η τακτική του «πρόθυμου συμμάχου» έχει επανειλημμένα δημιουργήσει την εντύπωση ότι η Ελλάδα προσφέρει στρατιωτικές διευκολύνσεις, υποδομές και μέσα, χωρίς πάντοτε να εξασφαλίζει αντίστοιχα συγκεκριμένες δεσμεύσεις όταν πρόκειται για τα δικά της συμφέροντα.

Η παραμονή των Patriot στον Περσικό Κόλπο αποκτά συνεπώς ακόμη μεγαλύτερη σημασία υπό το φως των νέων αμυντικών ανακατατάξεων.

Η παρουσία της ελληνικής συστοιχίας εκεί είχε νόημα όσο παρουσιαζόταν ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής σχέσης με τη Σαουδική Αραβία. Όταν όμως το Ριάντ διευρύνει παράλληλα την αμυντική συνεργασία του με την Άγκυρα, η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει ποια ακριβώς είναι σήμερα η απόδοση αυτής της επιλογής για την εθνική ασφάλεια.

Το κρίσιμο ζήτημα αφορά και τη διαθεσιμότητα των συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων σε περίπτωση σοβαρής ελληνοτουρκικής κρίσης. Τα Patriot αποτελούν περιουσία των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, έχουν αποκτηθεί και συντηρούνται με δημόσιους πόρους και προορίζονται πρωτίστως για την άμυνα της χώρας.

Η κυβέρνηση οφείλει επομένως να έχει σαφές επιχειρησιακό σχέδιο για την άμεση επιστροφή τους εφόσον οι ανάγκες της ελληνικής αεράμυνας το απαιτήσουν. Οποιαδήποτε ασάφεια πάνω σε αυτό το θέμα δημιουργεί εύλογο προβληματισμό.

Patriot, Apache και το πραγματικό κόστος για την ελληνική άμυνα

Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αποκτούν οι πληροφορίες για πιθανή αποστολή δύο ελικοπτέρων AH-64D Apache για αποστολές αντιμετώπισης drones.

Εάν ένα τέτοιο σχέδιο προχωρήσει, το ζήτημα δεν θα είναι απλώς διπλωματικό. Θα αφορά άμεσα την επιχειρησιακή διαθεσιμότητα ελληνικών μέσων σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ένοπλες Δυνάμεις έχουν ήδη υποστεί απώλειες και προβλήματα σε κρίσιμες υποδομές.

Υπενθυμίζεται ότι σημαντικό μέρος του στόλου των Apache επηρεάστηκε σοβαρά από τις καταστροφές στη βάση του Στεφανοβικείου μετά τις μεγάλες πλημμύρες. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε νέα αποστολή πολύτιμων ελικοπτέρων στο εξωτερικό απαιτεί απολύτως τεκμηριωμένη επιχειρησιακή αιτιολόγηση.

Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει τον στρατιωτικό της εξοπλισμό ως ανεξάντλητο απόθεμα για την εξυπηρέτηση τρίτων χωρών, ιδίως όταν η ίδια βρίσκεται αντιμέτωπη με διαρκείς προκλήσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη και το υπουργείο Εξωτερικών του Γιώργου Γεραπετρίτη έχουν επενδύσει σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο στην αντίληψη ότι η Ελλάδα δημιουργεί δίκτυο σταθερών συμμαχιών που ενισχύουν την αποτρεπτική της ισχύ.

Οι εξελίξεις στη Σαουδική Αραβία δείχνουν ότι οι διεθνείς σχέσεις λειτουργούν με πολύ πιο σκληρούς και πραγματιστικούς όρους. Τα κράτη συνεργάζονται όπου έχουν συμφέρον και αναπροσαρμόζουν γρήγορα τις συμμαχίες τους όταν αλλάζουν οι συνθήκες.

Αυτό ακριβώς οφείλει να κάνει και η Αθήνα.

Η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγικές σχέσεις που να παράγουν μετρήσιμο όφελος για την εθνική της ασφάλεια και όχι απλώς φωτογραφίες, κοινές δηλώσεις και χαρακτηρισμούς περί «ισχυρών συμμαχιών».

Εάν η Σαουδική Αραβία επιλέγει να εμβαθύνει τις αμυντικές σχέσεις της με την Τουρκία, αποτελεί κυριαρχικό της δικαίωμα. Η ελληνική κυβέρνηση, όμως, έχει αντίστοιχη υποχρέωση να επανεξετάζει συνεχώς αν η παραμονή ελληνικών στρατιωτικών συστημάτων εκεί εξακολουθεί να εξυπηρετεί ουσιαστικά τα συμφέροντα της χώρας.

Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται στην προσδοκία ότι μια χώρα θα παραμείνει πιστή σε έναν άτυπο άξονα επειδή η Αθήνα της προσέφερε στρατιωτική συνδρομή.

Όταν ελληνικά Patriot προστατεύουν υποδομές στη Σαουδική Αραβία και το Ριάντ ταυτόχρονα εμβαθύνει τη συνεργασία του με την Άγκυρα, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει ποιο είναι το πραγματικό στρατηγικό αντάλλαγμα για την Ελλάδα. Διαφορετικά, η πολυδιαφημισμένη «ενεργός διπλωματία» κινδυνεύει να αποδειχθεί μια πολιτική μεγάλων παραχωρήσεων και αμφίβολης εθνικής απόδοσης.