21 Ιουλίου 2026

Μητσοτάκης: Προεκλογική ετοιμότητα και πλήρης κάλυψη στους βουλευτές του ΟΠΕΚΕΠΕ

Σε καθαρά προεκλογική τροχιά επιχείρησε να θέσει την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας ο Κυριάκος Μητσοτάκης, επαναλαμβάνοντας ότι οι εθνικές εκλογές θα διεξαχθούν το 2027, ζητώντας όμως από τους βουλευτές του να κινηθούν από τώρα με ρυθμούς εκλογικής μάχης.

Η συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε δύο μήνες μετά την προηγούμενη συνάντηση της «γαλάζιας» Κοινοβουλευτικής Ομάδας, η οποία είχε γίνει μέσα σε βαρύ κλίμα, έπειτα από τις διαδικασίες άρσης ασυλίας για 13 βουλευτές που είχαν βρεθεί στις δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Αυτή τη φορά, η ένταση είχε υποχωρήσει. Η αρχειοθέτηση των υποθέσεων για επτά εν ενεργεία βουλευτές επέτρεψε στο Μέγαρο Μαξίμου να περάσει από την άμυνα στην πολιτική αντεπίθεση, παρότι οι Κώστας Σκρέκας, Κατερίνα Παπακώστα, Χρήστος Μπουκώρος και Μάξιμος Σενετάκης βρίσκονται αντιμέτωποι με ποινικές διώξεις πλημμεληματικού χαρακτήρα.

Ο πρωθυπουργός επέλεξε να καλύψει πολιτικά τους βουλευτές του, προβάλλοντας το τεκμήριο της αθωότητας και στρέφοντας τα πυρά του προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η κυβερνητική γραμμή μετατοπίστηκε εμφανώς: από τις αρχικές αποστάσεις και την αμηχανία, η Νέα Δημοκρατία περνά πλέον στη συλλογική υπεράσπιση των εμπλεκομένων και στην αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο κινήθηκε η ευρωπαϊκή εισαγγελική αρχή.

Στη συνεδρίαση τοποθετήθηκαν 22 βουλευτές. Οι περισσότερες παρεμβάσεις επικεντρώθηκαν στη ζημιά που προκάλεσε η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ στα πρόσωπα που ελέγχθηκαν, στον δημόσιο διασυρμό τους και στις συνέπειες που είχε η υπόθεση για την εικόνα της κυβερνητικής παράταξης.

Η συζήτηση είχε έντονο χαρακτήρα εσωκομματικής αποκατάστασης. Οι βουλευτές που είδαν τις υποθέσεις τους να αρχειοθετούνται ζήτησαν πολιτική και ηθική δικαίωση, ενώ όσοι παραπέμπονται στη Δικαιοσύνη υποστήριξαν ότι οδηγήθηκαν σε δίωξη χωρίς να έχουν ενημερωθεί εγκαίρως και χωρίς να διαθέτουν πλήρη εικόνα του κατηγορητηρίου.

Η αναδίπλωση στο ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή

Η δεύτερη μεγάλη πολιτική εξέλιξη της συνεδρίασης ήταν η ουσιαστική υποχώρηση του Κυριάκου Μητσοτάκη από την πρόταση για τη θέσπιση ασυμβίβαστου μεταξύ της ιδιότητας του υπουργού και εκείνης του βουλευτή.

Η συγκεκριμένη πρόταση είχε παρουσιαστεί ως βασικό στοιχείο της επικείμενης Συνταγματικής Αναθεώρησης. Προέβλεπε ότι οι υπουργοί δεν θα μπορούσαν να διατηρούν ταυτόχρονα τη βουλευτική τους έδρα, με το Μέγαρο Μαξίμου να επιχειρεί αρχικά να την εμφανίσει ως θεσμική μεταρρύθμιση για τον διαχωρισμό της εκτελεστικής από τη νομοθετική λειτουργία.

Οι αντιδράσεις στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας ήταν έντονες. Πολλοί βουλευτές θεώρησαν ότι η διάταξη θα αποδυνάμωνε τον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα της κυβέρνησης και θα περιόριζε τη δυνατότητά τους να συμμετέχουν στο υπουργικό σχήμα.

Το δίμηνο που μεσολάβησε αποδείχθηκε αρκετό για να εγκαταλειφθεί στην πράξη η αρχική κυβερνητική πρόταση. Ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ανοικτά ότι η Κοινοβουλευτική Ομάδα δεν συμφωνεί και δήλωσε ότι σέβεται την απουσία διάθεσης για την επιβολή αυστηρότερων ασυμβίβαστων.

«Είναι σαφές και από την πρόταση που έχουμε επεξεργαστεί ότι η Κοινοβουλευτική Ομάδα δεν συμφωνεί», ανέφερε, προσθέτοντας ότι δεν διαπιστώνει πρόθεση να προχωρήσει η επόμενη Βουλή σε σκληρότερο ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης άφησε ανοικτό ακόμη και το ενδεχόμενο πλήρους διαγραφής της διάταξης από την πρόταση αναθεώρησης. Η αναδίπλωση καταγράφει τη δύναμη των εσωκομματικών αντιδράσεων και αποκαλύπτει τα περιορισμένα περιθώρια του πρωθυπουργού να επιβάλει αλλαγές που θίγουν άμεσα την πολιτική προοπτική των βουλευτών του.

Η υποχώρηση προσφέρει διέξοδο και στον πρόεδρο της Επιτροπής Αναθεώρησης, Ευριπίδη Στυλιανίδη, ο οποίος καλούνταν να διαχειριστεί μια πρόταση χωρίς ουσιαστική στήριξη από την κυβερνητική πλειοψηφία.

Η εξέλιξη δείχνει ότι, όσο η κυβέρνηση εισέρχεται σε παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, η διατήρηση της εσωκομματικής συνοχής υπερισχύει των θεσμικών εξαγγελιών. Μια πρόταση που παρουσιάστηκε ως μεταρρυθμιστική τομή μπαίνει στο συρτάρι μόλις συγκρούεται με τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις της κυβερνητικής Κοινοβουλευτικής Ομάδας.

Εκλογές το 2027 με άμεση προεκλογική κινητοποίηση

Ο πρωθυπουργός επανέλαβε ότι οι εκλογές θα γίνουν το 2027, με την ολοκλήρωση της κυβερνητικής θητείας. Ταυτόχρονα, ζήτησε από τους βουλευτές να κινούνται σαν να επίκειται νωρίτερα η προσφυγή στις κάλπες.

Η διπλή αυτή οδηγία προκάλεσε διαφορετικές ερμηνείες στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας. Ορισμένοι βουλευτές θεώρησαν ότι πρόκειται για μήνυμα οργανωτικής ετοιμότητας ενόψει της τελευταίας χρονιάς της τετραετίας. Άλλοι διέκριναν πίσω από τη διατύπωση την ανάγκη του Μεγάρου Μαξίμου να διατηρεί ανοικτό τον εκλογικό μηχανισμό και να περιορίσει τα φαινόμενα χαλάρωσης και εσωστρέφειας.

Ο προεκλογικός χαρακτήρας της συνεδρίασης ήταν εμφανής. Η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας επιχείρησε να κλείσει τις εσωτερικές πληγές που άνοιξε η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, να αποκαταστήσει τους βουλευτές των οποίων οι υποθέσεις αρχειοθετήθηκαν και να διατηρήσει στο κομματικό μέτωπο εκείνους που παραπέμπονται για πλημμελήματα.

Παράλληλα, έγινε δεκτό το αίτημα για συχνότερες συνεδριάσεις της Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Οι συναντήσεις θα πραγματοποιούνται σε τακτικότερα διαστήματα, με τη δυνατότητα των βουλευτών να λαμβάνουν τον λόγο και να θέτουν ζητήματα που προκαλούν τριβές με υπουργούς και κυβερνητικούς μηχανισμούς.

Η απόφαση αποτελεί έμμεση αναγνώριση της δυσαρέσκειας που είχε εκφραστεί στην προηγούμενη συνεδρίαση. Πολλοί βουλευτές είχαν καταγγείλει ότι παραμένουν αποκομμένοι από το κυβερνητικό κέντρο, ότι οι υπουργοί δεν τους ακούν και ότι καλούνται να υπερασπιστούν επιλογές για τις οποίες δεν έχουν ενημερωθεί.

Στο επίκεντρο βρέθηκαν οι βουλευτές που είχαν κατονομαστεί στις δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Ο Νότης Μηταράκης, του οποίου η υπόθεση αρχειοθετήθηκε, επανήλθε στα καθήκοντα του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της Νέας Δημοκρατίας.

Ο ίδιος τάχθηκε υπέρ της διεθνούς συνεργασίας και του διεθνούς δικαίου, ζητώντας ταυτόχρονα σεβασμό στις διαδικασίες, στους εκλεγμένους βουλευτές και στο Σύνταγμα. Η επιστροφή του στο κομματικό αξίωμα λειτούργησε ως συμβολική αποκατάσταση όσων απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες.

Ο Γιάννης Κεφαλογιάννης τόνισε ότι η έννοια της παράταξης περιλαμβάνει την αλληλεγγύη και ζήτησε πολιτική και ηθική στήριξη προς τους τέσσερις συναδέλφους του που εξακολουθούν να διώκονται. Υποστήριξε ότι ο ίδιος, οι συνεργάτες του και οι παραγωγοί που συνδέθηκαν με την υπόθεσή του διασύρθηκαν επί μήνες, παρότι τελικά δεν προέκυψε μεμπτή πράξη.

Ο Χρήστος Μπουκώρος κατήγγειλε ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξέδωσε ανακοίνωση λίγες ημέρες μετά την έναρξη της διαδικασίας, χωρίς να έχουν προηγουμένως ενημερωθεί οι ελεγχόμενοι και χωρίς να τους έχει επιδοθεί κατηγορητήριο.

Υποστήριξε ότι οι βουλευτές καλούνταν να απαντούν δημοσίως σε κατηγορίες τις οποίες δεν γνώριζαν επισήμως και έκανε λόγο για πλήγμα στα δικαιώματα κάθε ελεγχόμενου. Δήλωσε ότι θα οδηγηθεί στον φυσικό του δικαστή, επιμένοντας ότι η διαδικασία βασίστηκε σε ελλιπή στοιχεία.

Η Κατερίνα Παπακώστα μίλησε για 121 ημέρες ταπείνωσης, εξευτελισμού και δημόσιας καταδίκης. Κατήγγειλε ότι το τεκμήριο της αθωότητας αγνοήθηκε και ότι διαμορφώθηκε ένα κλίμα στο οποίο η ενοχή είχε προεξοφληθεί πριν από τη δικαστική κρίση.

Δήλωσε ότι η σιωπή της δεν αποτελούσε παραδοχή ενοχής και υποστήριξε ότι, σε περίπτωση που είχε διαπράξει αδίκημα, θα ζητούσε δημόσια συγγνώμη και θα παρέδιδε τη βουλευτική της έδρα.

Κλείνοντας τη συνεδρίαση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξέφρασε την ευχή η δικαστική διαδικασία να ολοκληρωθεί γρήγορα και διακήρυξε ότι η Κοινοβουλευτική Ομάδα παραμένει «μια γροθιά» απέναντι στην υπόθεση.

Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η κυβέρνηση δεν επιδιώκει τη συγκάλυψη οποιασδήποτε παρανομίας, παρουσίασε όμως την υπόθεση των βουλευτών ως διαφορετική από τον βασικό πυρήνα του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ. Παράλληλα, άσκησε κριτική στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, δηλώνοντας ότι οι εισαγγελείς κρίνονται από το αποτέλεσμα και ότι οι υποθέσεις που οδηγούνται στο ακροατήριο πρέπει να είναι επαρκώς τεκμηριωμένες.

Η τοποθέτηση αυτή επιβεβαιώνει την πλήρη αλλαγή κυβερνητικής στάσης. Το Μέγαρο Μαξίμου δεν περιορίζεται πλέον στην υπεράσπιση του τεκμηρίου της αθωότητας. Αμφισβητεί ανοικτά την ποιότητα της έρευνας και μεταφέρει την πίεση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ενώ τέσσερις βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ποινικές διώξεις.

Η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί έτσι να κλείσει πολιτικά την υπόθεση πριν ολοκληρωθεί δικαστικά, να αποκαταστήσει την εσωκομματική συνοχή και να περάσει σε παρατεταμένη προεκλογική κινητοποίηση. Η υποχώρηση στο ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή και η καθολική πολιτική κάλυψη των εμπλεκομένων δείχνουν ότι η προτεραιότητα του Μεγάρου Μαξίμου είναι πλέον η συσπείρωση της παράταξης ενόψει του 2027.